Μερσέντες Σόσα: Η μαγική φωνή που ενσάρκωσε του λαϊκούς αγώνες

Σαν σήμερα στις 9 Ιουλίου 1935 γεννήθηκε η Μερσέντες Σόσα.  Τραγουδίστρια από την Αργεντινή. Ένα από τα σύμβολα της σύγχρονης λατινοαμερικάνικης μουσικής. Η επονομαζόμενη και Νέγρα (La Negra), λόγω των πυκνών μαύρων μαλλιών της, κατάφερε να κάνει γνωστούς σε όλη τη Γη τους μοναδικούς ήχους της παραδοσιακής μουσικής της Αργεντινής, αλλά και όλης της Νοτίου Αμερικής. Μεγάλη η προσφορά της και στο πολιτικό τραγούδι, το οποίο υπηρέτησε με συνέπεια τα μαύρα χρόνια της δικτατορίας Βιδέλα.

Mercedes Sosa – Gracias A La Vida

H Αϊδέ Μερσέντες Σόσα (Haydée Mercedes Sosa) γεννήθηκε στις 9 Ιουλίου 1935 στο Σαν Μιγκέλ ντε Τουκουμάν, μία πόλη της βορειοδυτικής Αργεντινής, κοντά στα σύνορα με τη Βολιβία. Παιδί αγροτικής οικογένειας, έζησε τα παιδικά της χρόνια μέσα στη φτώχεια και την ανέχεια. «Γνώρισα τη φτώχεια», έλεγε η ίδια σε συνέντευξή της στον Ριζοσπάστη (21/9/1990). «Είδα τη φτώχεια του πατέρα και της μάνας μου. Είδα να ‘ρχεται το τέλος του μήνα και να μην έχουν τίποτα σχεδόν να μας δώσουν να φάμε. Όμως, ήμαστε μια πραγματική οικογένεια, δεμένοι μεταξύ μας. Αυτή η ατμόσφαιρα μου επέτρεψε να μην τρέφω μνησικακία για τον κόσμο».

Η Μερσέντες Σόσα άφησε την τελευταία της πνοή στις 4 Οκτωβρίου 2009, σε κλινική του Μπουένος Άιρες, όπου νοσηλευόταν. 

Federico García Lorca – Mercedes Sosa – Νανούρισμα – Ματωμένος Γάμος

Ακολουθεί ένα κείμενο του Ριζοσπάστη, από την συνάδελφο Ρουμπίνη Σούλη, αφιερωμένο στη μεγάλη τραγουδίστρια της Αργεντινής, που δημοσιεύτηκε στις 11 Οκτωβρίου του 2009.

Ήταν τη δεκαετία του ’80, στις 12 του Σεπτέμβρη του 1986, όταν στην Καισαριανή, στο πλαίσιο του 12ου Φεστιβάλ ΚΝΕ – Οδηγητή, πρωτοακούσαμε ζωντανά τη φωνή της υπέροχης «Nέγρας» να μας «ταξιδεύει» σε απέραντα «τοπία» της Λατινικής Αμερικής. Να μας συνεπαίρνει με τη μαγική φωνή της, ερμηνεύοντας τραγούδια πολιτικά, κοινωνικά, ανθρώπινα – «τοιχογραφία» αγώνων, θυσιών, οραμάτων μιας ηπείρου που δεινοπαθούσε από τη φτώχεια, τις δικτατορίες, τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Ήταν η πρώτη από τις δύο συναυλίες της συγκλονιστικής Μερσέντες Σόσα – ακριβό και αξέχαστο «δώρο» της μεγάλης Αργεντινής τραγουδίστριας στη γιορτή της Κομμουνιστικής Νεολαίας.

Η εμβληματική φωνή της Αργεντινής και όλης της Λατινικής Αμερικής, που με τη μουσική και τα τραγούδια της ενσάρκωσε τους αγώνες των λατινοαμερικάνικων λαών ενάντια στις στυγνές δικτατορίες και το διεθνή ιμπεριαλισμό που τις στήριξε, δεν υπάρχει πια. Η Μερσέντες Σόσα άφησε την τελευταία της πνοή την περασμένη Κυριακή το πρωί, σε ηλικία 74 χρόνων, σε κλινική του Μπουένος Αϊρες, όπου νοσηλευόταν. Τα τελευταία χρόνια αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, ενώ η κατάσταση της υγείας της είχε επιδεινωθεί πολύ τις τελευταίες μέρες εξαιτίας επιπλοκών στα νεφρά.

Συγκλονισμένοι από το θάνατό της, χιλιάδες άνθρωποι απέτισαν φόρο τιμής στην κορυφαία καλλιτέχνιδα και αγωνίστρια. Η σορός της θρυλικής «Νέγρας» , όπως την αποκαλούσαν οι συμπατριώτες της (για τα χαρακτηριστικά μαύρα μαλλιά της), εκτέθηκε σε αίθουσα του Κοινοβουλίου της χώρας, προκειμένου ο λαός να της πει το ύστατο «χαίρε». Το φέρετρό της ήταν σκεπασμένο με τη σημαία της Αργεντινής, ενώ οι άνθρωποι την αποχαιρετούσαν με ένα λουλούδι και τραγουδώντας τα τραγούδια της. Στη συνέχεια, η τέφρα της θα φυλαχθεί στο νεκροταφείο της γενέτειρας πόλης της, το Σαν Μιγκέλ ντε Τουκουμάν.

Τραγούδια – βάλσαμο και γροθιά για τους αδικημένους

Εκεί, στο Σαν Μιγκέλ ντε Τουκουμάν, στην επαρχία που βρίσκεται κοντά στα σύνορα της Αργεντινής με τη Βολιβία, είδε στις 9 Ιούλη του 1935 για πρώτη φορά το φως η Μερσέντες Σόσα. Παιδί αγροτικής οικογένειας έζησε τα παιδικά της χρόνια αντιμετωπίζοντας τη φτώχεια και την ανέχεια. «Γνώρισα τη φτώχεια», έλεγε η ίδια σε συνέντευξή της στον «Ριζοσπάστη» (21/9/1990). «Είδα τη φτώχεια του πατέρα και της μάνας μου. Είδα να ‘ρχεται το τέλος του μήνα και να μην έχουν τίποτα σχεδόν να μας δώσουν να φάμε. Ομως, ήμαστε μια πραγματική οικογένεια, δεμένοι μεταξύ μας. Αυτή η ατμόσφαιρα μου επέτρεψε να μην τρέφω μνησικακία για τον κόσμο».

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες και την ατμόσφαιρα, που επικρατούσαν σε εκείνο το βορειοδυτικό μέρος της Αργεντινής, η Μερσέντες «τράφηκε» με το φολκλόρ, το μουσικό είδος που συντρόφευε όλες τις εκδηλώσεις των ανθρώπων της περιοχής. Οπως ήταν λοιπόν επόμενο, στο φολκλόρ έκλεισε αρχικά τις μουσικές ευαισθησίες της και την ανάγκη της για έκφραση. Στη συνέχεια όμως, η «Νέγρα» αποφάσισε να ακολουθήσει έναν διαφορετικό δρόμο και πρωτοστάτησε μαζί με άλλους καλλιτέχνες το ’60 και ’70 για τη δημιουργία του Κινήματος «Νουέβο Κανσιονέρο» (Νέο τραγούδι), του μουσικο-λογοτεχνικού πολιτικού κινήματος ζωγράφων, ποιητών, λογοτεχνών, μουσικών, που βασιζόταν στη λαϊκή αργεντίνικη παράδοση, τη συνέδεε με τον αντιδικτατορικό αγώνα και ασκούσε σκληρή κριτική στις χούντες. Η ίδια η Σόσα θεωρούσε σημαντικότατη τη συνεισφορά του κινήματος στο στίχο. Οπως επεσήμαινε στη συνέντευξή της στον «Ρ»: «Μέχρι τότε οι στίχοι των τραγουδιών, εκτός από τα τραγούδια του Αταουάλπα Γιουπάνκι, αρνιόντουσαν να δουν τον άνθρωπο. Ηταν στίχοι ποιμενικοί, παγανιστικοί. Μίλαγαν για τα τοπία, τα άλογα, τον κάμπο. Αλλά ο άνθρωπος δεν ήταν ποτέ σε πρώτο πλάνο μέσα σ’ αυτό το τοπίο. Με το «Νουέβο Καντσιονέρο» ο άνθρωπος έρχεται επιτέλους να καταλάβει την πρώτη θέση στο στίχο. Είναι αυτός το σημαντικό πρόσωπο».

Το 1972 κυκλοφόρησε το «Ηasta la Victoria», το πιο πολιτικοποιημένο ίσως άλμπουμ της. Το πολιτικό τραγούδι, εξάλλου, το υπηρέτησε με σθένος και συνέπεια σε όλη τη ζωή της, ακόμα και στα πιο μαύρα χρόνια της στρατιωτικής χούντας του Χόρχε Βιντέλα.

 

Για την ανυπότακτη δράση της κυνηγήθηκε από τη χούντα και το 1979 κατά τη διάρκεια συναυλίας της στην Κτηνιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Λα Πλάτα συλλαμβάνεται μαζί με φοιτητές και σύρεται στα κρατητήρια. Αναγκάζεται να καταφύγει αυτοεξόριστη στο Παρίσι και τη Μαδρίτη, όπου μένει μέχρι το 1982, οπότε επιστρέφει στην πατρίδα της. Εκτοτε ηχογράφησε πολλούς δίσκους, διευρύνοντας το ρεπερτόριό της. Ενωσε το φολκλόρ με τις μπαλάντες, το ροκ, τη μουσική της πόλης, ενώ έσπασε τα «σύνορα» που χωρίζουν είδη και γενιές.

«Τραγουδώ, γιατί αυτός είναι ο δρόμος μου»

Στη διάρκεια της γεμάτης δημιουργία, συγκινήσεις και αγώνες ζωής της, η κορυφαία ερμηνεύτρια «όργωσε» τον κόσμο, μεταφέροντας το μήνυμα της ελευθερίας, της μουσικής, της αξιοπρέπειας να ζουν οι λαοί χωρίς δυνάστες. «Γυρνώ όλο τον κόσμο και τραγουδώ γιατί μ’ αρέσει να τραγουδώ, γιατί αυτός είναι ο δρόμος μου, γιατί αυτό ξέρω να κάνω καλά», έλεγε. Εξάλλου, για την ίδια «ένας ερμηνευτής δεν είναι μόνο η φωνή. Ενας καλλιτέχνης είναι κάτι παραπάνω από φωνή. Είναι τα όνειρα, είναι η κουλτούρα που έχει. Είναι τα όνειρα της κουλτούρας που έχει».

Με τη μεγάλη κουλτούρα που διέθετε, η Μερσέντες Σόσα κατάφερε να κάνει γνωστούς σε όλη τη Γη τους μοναδικούς ήχους της παραδοσιακής μουσικής της Αργεντινής, αλλά και όλης της Νοτίου Αμερικής: τσακαρέρας και σάμπας, όπως και οι ήχοι του tango και της milonga. H ίδια στήριζε με θέρμη τους νεότερους καλλιτέχνες της πατρίδας της, ενώ ήταν πάντα πρόθυμη να τους «δανείζει» τα δικά της τραγούδια (ηχογράφησε συνολικά 40 άλμπουμ), ώστε το αργεντίνικο φολκόρ να φτάσει και στις νεότερες γενιές μέσα από πιο σύγχρονα ακούσματα. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο τελευταίο της διπλό άλμπουμ με τίτλο «Cantora», συνεργάστηκε με ονόματα, όπως η Σακίρα, ο Φίτο Πάες, ο διάσημος στην Αργεντινή Τσάρλι Γκαρσία, ο Χόρχε Ντρέξλερ, ο Ισπανός Χοακίν Σαβίνα και πολλοί ακόμα. Πολύ γνωστά ανεπανάληπτα τραγούδια που έχει ερμηνεύσει είναι «Cancion con todos», «Alfonsina y el mar», «Gracias a la vida», «Solo le pido a Dios», «Al jardin de la republica», «Duerme negrito» κ.ά. Συνεργάστηκε με μεγάλους καλλιτέχνες, όπως οι Κουβανοί Σίλβιο Ροντρίγκες και Πάμπλο Μιλανές και πολλούς άλλους.

 

Εκτός από τις δύο πρώτες συναυλίες της, στο 12ο Φεστιβάλ της ΚΝΕ και του «Οδηγητή» (1986), η Μερσέντες Σόσα είχε πραγματοποιήσει στη συνέχεια και άλλες συναυλίες (Λυκαβηττός, Κατράκειο, Θεσσαλονίκη, Ηρώδειο) ενώ συνεργάστηκε και με Ελληνες καλλιτέχνες (Μαρία Φαραντούρη, Χάρις Αλεξίου κ.ά.). Τελευταία ήταν η συνεργασία της με το συγκρότημα «Απουριμάκ», που αποτελείται από Λατινοαμερικάνους και Ελληνες μουσικούς. Η Μερσέντες Σόσα ερμήνευσε ένα τραγούδι του συγκροτήματος – και μάλιστα στα ελληνικά – το οποίο κυκλοφόρησε στο δίσκο τους «Στις γειτονιές του νότου» (2001).

Η ανθρώπινη περιπέτεια της Μερσέντες Σόσα, αυτής της συγκλονιστικής φωνής, που συνέδεσε τη ζωή της και το έργο της με τον αγώνα του λαού της Αργεντινής και των άλλων λαών της περιοχής ενάντια σε δικτατορικά καθεστώτα και την πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό, ολοκληρώθηκε. Παρακαταθήκη – το σπουδαίο έργο της, που έγινε βάλσαμο και γροθιά για τους αδικημένους, που υψώθηκε κόντρα στην αδικία, που διεκδίκησε αξιοπρέπεια, κοινωνική και πολιτική ελευθερία.

Πήγη: Ριζοσπάστης

Συντάκτης: Ρουμπίνη ΣΟΥΛΗ

Ετικέττες: , ,

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email