Κοινωνία

Το αγκάλιασμα του φυσικού -ιστορικού

Του Μανώλη Κλώντζα -- Το αγκάλιασμα από τις τοπικές κοινωνίες του φυσικού πλούτου ως ενότητα είναι ότι ομορφότερο – ελπιδοφόρο για την αρχαιολογία και τις επιστήμες γενικά

Του Μανώλη Κλώντζα

Μια ενημέρωση ήρθε να «ανατρέψει» την σχετική «ηρεμία» που απλόχερα μας προσφέρει ο νόμος της κατάστασης έκτακτης ανάγκης στην γεωγραφική καρδιά της Ευρώπης.

Κάτοικοι του Ισθμού Ιεράπετρας και μέλη της Επιτροπής Πολιτών για την υπεράσπιση του ισθμού  ενημέρωναν ότι στον κηρυγμένο «ενιαίο αρχαιολογικό χώρο του Ισθμού Ιεράπετρας» εκτελούνται εργασίες με δυναμίτες!!!  Πάλι φυσικά σε σχέση με τις γνωστές βιομηχανικές Α.Π.Ε ! Σύμφωνα με την ενημέρωση η εταιρεία προχώρησε στην ισοπέδωση ακόμα και της κορυφής εντός φυσικά του ενιαίου αρχαιολογικού χώρου.

 Ας ελπίσουμε ότι η βίαιη και καταστροφική αυτή πράξη που έγινε αντιληπτή από την  τοπική κοινωνία στην βάση των φυσικών αισθήσεων της δεν είναι πραγματικότητα και ότι μέσω των σύγχρονων προσεγγίσεων θα αποδειχθεί ότι οι αισθήσεις σφάλλουν. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί άνετα, αφού πέρσι  οι αισθήσεις του προσωπικού των εντεταλμένων από τον νόμο για την προστασία των μνημείων υπηρεσιών εκ του ίδιου του αποτελέσματος αποδείχθηκαν εσφαλμένες σε σχέση με την μέσω π.χ. ach. GIS δική μας αντικειμενική επιβεβαίωση της βίας που προκαλούν οι ανεμογεννήτριες. Αφού οι σύγχρονοι αντικειμενικοί μέθοδοι προσδιορισμού της οπτικής βίας προσδιόρισαν εκ του αποτελέσματος επακριβώς την κατάσταση ανατροπής που δημιούργησε η χωροθέτηση της βιομηχανικής ΑΠΕ κόντρα στην οπτική αίσθηση των υπηρεσιακών υπαλλήλων, μπορεί και οι κάτοικοι να κάνουν λάθος στην εκτίμηση τους . Ας το ευχηθούμε αυτό περιμένοντας μια αντικειμενική επιστημονική επιβεβαίωση εκτός του φωτογραφικού υλικού που ήδη υπάρχει. Σε κάθε περίπτωση, αργά ή γρήγορα, θα αποδειχθεί ότι το υφιστάμενο σύστημα,  οι κυρίαρχες προσεγγίσεις και επιλογές απέτυχαν να εξασφαλίσουν στην πράξη την ακεραιότητα και την αυθεντικότητα του ενιαίου αρχαιολογικού χώρου, παρότι το μνημειακό σύνολο ήταν αναγνωρισμένο από το επίσημο κράτος και παρόλο που υπήρχε το κατάλληλο νομοθετικό πλαίσιο που υποχρέωνε την  διαφύλαξη και στην προστασία της μνημειακής ενότητας.

Όλα αυτά την στιγμή που δεν είχαν περάσει και πολλές ώρες από το άλλο σοκ. Το σοκ της απόφασης-επέμβασης και στην ουσία καταστροφής του ενιαίου αρχαιολογικού χώρου στην «κοιλάδα των Μουσών» από βιομηχανικές ΑΠΕ. Που; Σε ένα εξίσου κορυφαίο και σε ένα εξίσου επίσημα αναγνωρισμένο από το κράτος μνημειακό σύνολο πολύ κοντά στους Δελφούς. Μιας απόφασης που οδηγεί στην καταστροφή της μνημειακής ενότητας, στην βάση απόφασης κάποιας πλειοψηφίας  εκλεγμένων στην δοσμένη περιφέρεια. Στην βάση κάποιας άλλης απόφασης των κρατικών υπαλλήλων που είναι υπεύθυνοι για τα μνημεία στην περιοχή. Αυτό φυσικά όπως και στον Ισθμό Ιεράπετρας, χωρίς καμία διεπιστημονική μελέτη επιπτώσεων σε μνημειακούς χώρους όλων των ειδών στα πλαίσια μιας ολοκληρωμένης περιβαλλοντικής μελέτης. Χωρίς καμία αντικειμενική επιβεβαίωση με τις ειδικές για την περίπτωση ψηφιακές και άλλες μεθόδους που θα προσδιόριζαν σχεδόν απόλυτα την πιθανή βία στις αρχαιολογικές θέσεις που συνθέτουν (την αναγνωρισμένη από όλους) μνημειακή ενότητα. Μοναδικά κριτήρια όπως το ’50 η όποια υποκειμενική άποψη περί όχλησης ή βίας  και η καταλληλότητα της αιολικής δύναμης. Με τέτοιες όμως προσεγγίσεις και πρακτικές,  κανένα μνημείο με την σύγχρονη πολυεπίπεδη έννοια του όρου δεν μπορεί να διασωθεί. Ασφαλώς και δεν φταίει ούτε η επιστήμη ούτε η κοινωνία, πολύ περισσότερο δεν φταίει η φύση με τα μνημεία της.

Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο τι να πρωτοδεί κανείς;

Τις βιομηχανικές ΑΠΕ στον ενιαίο αρχαιολογικό χώρο του Ισθμού της Ιεράπετρας; Τις βιομηχανικές ΑΠΕ στο γεωπάρκο της UNESCO στην Σητεία; Τις βιομηχανικές ΑΠΕ στα Αστερούσια  όρη που η τοπική κοινωνία έδωσε αγώνα για να μπορεί να ενταχθεί σε κατάλογο προστασίας υπό την UNESCO;

Την αντιεπιστημονική επιλογή απόσπασης δηλαδή της καταστροφής της μνημειακής ενότητας και άρα της ακύρωσης της ύπαρξης του μνημειακού συνόλου στο μετρό Θεσσαλονίκης;  Την «κοιλάδα των Μουσών». Τον βιασμό της Ακρόπολης με τσιμέντο;  Τους Φιλίππους; Την Αγία Σοφία; Την «μονή της Χώρας» παραδίπλα της; Την «τυχαία» εντατικοποίηση (εν μέσω απαγόρευσης συναθροίσεων) των εκσκαφών σε αρκετά νησιά ανά την Ελλάδα;

Ειδικά όμως θα αναφερθούμε σε αυτό που λαμβάνει χώρα τώρα εν μέσω απαγόρευσης συναθροίσεων με αφορμή το Πολυτεχνείο στην Άνδρο και κάνει τον κάθε άνθρωπο που σέβεται την αξιοπρέπεια του, την πατρίδα του να κλαίει. Η καταστροφή στο «Φραγκάκι» της Άνδρου που τώρα λαμβάνει χώρα είναι έγκλημα κατά της φύσης που εξελίσσεται εν μέσω απαγορεύσεων κάθε κοινωνικής αντίδρασης. Η επιτροπή πολιτών σε κείμενο της ανάμεσα σε άλλα καταλήγει:

«…Τούτοι οι άνθρωποι βρήκαν λίγο από τον εαυτό τους βαδίζοντας με κι αυτό το ξέρουν μόνο εκείνοι, δεν θα το ξεχάσουνε ποτέ. Ήρθαν και ξανάρθαν έγινα προσκύνημα για λίγους και εκλεκτούς, ευλογημένους. Μα ήρθαν κι άλλοι δυστυχώς… μονάχα να ληστέψουν, δεν είδαν τίποτε από μένα… δεν είδανε τον πλούτο μου που κουβαλώ για όλους και με συμφώνησαν στα χαρτιά, η ομορφιά και η ιστορία μου αδιάφορη.

Κι εδώ και λίγες μέρες ξεκίνησα να χάνομαι… με σκάβουν, με γδέρνουν, με σπάνε, διαλύουν τα κεντήματα μου τις ξηρολιθιές μου, μου παίρνουν την αγάπη που τόσοι άνθρωποι μου ’δωσαν απλόχερα στους αιώνες και με έκαναν αυτό που είμαι.

Βοήθεια… νοιαστείτε γιατί χάνομαι… κι αν χάνομαι εγώ ο τόπος σας, να ξέρετε πως δεν θ’ αργήσει να ’ρθει κι η σειρά σας.

Το Φραγκάκι…»

Το Φραγκάκι της Ανδρου (από saveandros.com)

Μέσα από μια στοιχειώδη και επιδερμική σύγκριση ακόμα και μη εξειδικευμένος παρατηρητής διαπιστώνει ότι η πραγματικότητα βοά.

Τα μνημεία τουλάχιστον σε αυτό το κομμάτι του πλανήτη μας δέχονται μια πρωτόγνωρη ιστορικά επίθεση από εκείνες τις δομές που έχουν την θεσμική και ηθική υποχρέωση να τα προστατεύουν. Θα πει κανείς ότι ανέκαθεν υπήρχαν στην Ελλάδα και την Τουρκία τέτοια φαινόμενα. Από μια άποψη αυτό ισχύει αλλά σίγουρα δεν αποτελούσε μια «κανονικότητα». Και στις δύο χώρες είχαν γίνει άλματα.

Το «νέο» αποτελεί το εύρος και ένταση του φαινομένου τα τελευταία χρόνια. Ότι άφησε όρθιο η περίοδος της προσπάθειας για ανάπτυξη σε συνθήκες κρίσης, το χτυπά τώρα η ένταση της κρίσης και των αποσπασματικών κινήσεων για την επιστροφή στους «παλιούς καλούς καιρούς» μέσω των ίδιων κεντρικών επιλογών σε ένα κόσμο όμως που αλλάζει ραγδαία.

Η ένταση αυτή δένει ως μητέρα-παιδί με την (επιστημονικά μέσω της αρχαιολογίας, άριστα γνωστή ιστορικά) διαδικασία κατάρρευσης[1] των κρατικών δομών. Με την οικονομική καθίζηση λόγω της ραγδαίας αύξησης των «(αναγκαστικών) εξόδων επιβολής» στην κοινωνία.  Αυτό συνδέεται με την ένταση της κρατικής επιτελικότητας με την φτωχοποίηση μεγάλου τμήματος της κοινωνίας, με την γιγάντωση διαφόρων κοινωνικών –  ψυχολογικών συνεπειών που συνοδεύουν τις κρίσεις των κοινωνιών και κρατικών δομών ιστορικά. Έρχεται σε σύγκρουση με την πρωτόγνωρη ανάπτυξη των δυνατοτήτων και της τεχνολογίας κατά ανάλογο τρόπο με αντίστοιχες ιστορικές περιόδους.

Όλα αυτά σε μια περίοδο που η κοινωνία και λόγω του κορωνοϊού έχει απολέσει ακόμα και στοιχειώδεις διαπροσωπικές σχέσεις, την κοινωνική ζωή, (ακόμα και η διεθνής Αμνηστία κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την καταστρατήγηση κοινωνικών και δημοκρατικών ελευθεριών από πολλά κράτη), ενώ πολύς κόσμος έχει χάσει ακόμα και την ελπίδα κάποιου καλύτερου αύριο. Την στιγμή που παράλληλα με την ελαχιστοποίηση της κοινωνικής, δημόσιας ζωής, η κοινωνία όπως είναι (με βάση αναλογίες της διαδικασίας κατάρρευσης –  κανόνας) δέχεται μια τεράστιας έντασης επίθεση. Επίθεση στα ατομικά, κοινωνικά δικαιώματα ή στα όποια δικαιώματα δημοκρατικής επίφασης. Σήμερα επιπλέον, σε σχέση με αντίστοιχες ιστορικές φάσεις, ο δημόσιος χώρος παρουσίας και δράσης του ανθρώπου περιορίζεται ή εξαφανίζεται. Φυσικά οι αρχαιολόγοι και οι ιστορικοί εύκολα μέσω πληθώρας ιστορικών αναλογιών θα συμφωνήσουν ότι όλα αυτά αποτελούν μια διαδικασία γνωστή ιστορικά , πέρα για πέρα αναμενόμενη, ένα λογικό αποτέλεσμα κοινωνιών σε κρίση που εισέρχονται στην φάση της κατάρρευσης.

Οι ανθρωπιστικοί επιστήμονες όμως και ειδικά οι αρχαιολόγοι δεν είναι δυνατόν μέσα σε ένα τόσο επιθετικό πλαίσιο να μείνουν σε γνωστές διαπιστώσεις, σε παραδοσιακές στάσεις και μορφές κατανόησης.

Σε αυτόν τον εξελισσόμενο πόλεμο με τις βαθιές και άριστα γνωστές ιστορικά αιτίες της επίθεσης προς τα μνημεία,  προς τον άνθρωπο και την φύση δεν αρκεί απλά η παρατήρηση και η επιδερμική μηχανιστική κατανόηση των αιτιών. Δεν αρκούν οι παραδοσιακοί τρόποι υπεράσπισης και στοιχειοθέτησης.

Οφείλουμε με βάση την όλη γνώση να βρούμε τους τρόπους να υπερασπιστούμε τα μνημεία, τα ιστορικά φυσικά τοπία, τους ανθρώπους των τοπικών κοινωνιών στους οποίους πάνω απ’ όλα ανήκουν ή καλύτερα αποτελούν μέρος τους.

Πρέπει να ψάξουμε να βρούμε το νέο που γεννιέται μέσα από κάθε τέτοια κρισιακή ιστορική φάση. 

Αν παρατηρήσουμε σε διεθνές επίπεδο προσεκτικά τις διαφορές σε σχέση με αντίστοιχα προβλήματα προηγούμενων εποχών που άπτονταν των μνημείων,  της αρχαιολογικής έρευνας, των μουσειολογικών προσεγγίσεων κλπ, θα διαπιστώσουμε ότι το ιστορικά νέο έχει είδη γεννηθεί!

Το χέρι που οι αρχαιολόγοι και άλλοι επιστήμονες του χώρου τεντώνουν στην κοινωνία ζητώντας στήριξη και βοήθεια, ανταμώνει με χιλιάδες χέρια ανθρώπων που έχουν είδη σηκωθεί για να αγκαλιάσουν τον τόπο τους, την φύση τους, τα μνημεία τους, στην ουσία το ίδιο τους το «είναι», που εξαφανίζεται με εκπληκτική ταχύτητα ως αποτέλεσμα της οικονομικής άρα και πολιτικής εξασθένησης τους. Μια εξασθένηση που συμβαδίζει απόλυτα με την ισχυροποίηση, γιγάντωση εκείνου που είναι απόλυτα ξένο προς την φύση και τις διάφορες πλευρές της (περιβάλλον, μνημεία, ανθρώπινη εργασία, επιστήμη κλπ). Το απόλυτα ξένο που δεν είναι άλλο από το ίδιο το κεφάλαιο ως τέτοιο.

Για τον κάθε αρχαιολόγο, μουσειολόγο,  για κάθε άνθρωπο των ανθρωπιστικών επιστημών αποτελεί την μεγαλύτερη χαρά μα εντέλει και κορύφωση της όλης επιστημονικής διαδικασίας όταν η ίδια η κοινωνία αγκαλιάζει και αποφασίζει να υπερασπιστεί τις πολιτιστικές αξίες, τα μνημεία, γενικά το φυσικό περιβάλλον που είν’ όλα αυτά ενταγμένα , «τα ιερά δηλαδή και τα όσια» του κάθε λαού. Αποτελεί ίσως ότι πιο ζεστό και νέο. Το ομορφότερο ίσως αρχαιολογικό ή καλύτερα διεπιστημονικό «εύρημα».

Η συνειδητοποίηση και απόφαση μεγάλης μερίδας των τοπικών κοινωνιών ότι είναι ανάγκη με ενεργητικό τρόπο να υπερασπιστούν αυτές οι αξίες είναι για τους αρχαιολόγους πρώτα απ’ όλα τεράστια τιμή .Είναι αναγκαίο να το συγκρίνουμε ιστορικά και το θέσουμε ως σημείο αναφοράς. Η ύψωση του αναστήματος των ανθρώπων εκείνων κόντρα στα πολλά και σύνθετα προβλήματα που οι ίδιοι αντιμετωπίζουν καθημερινά και στα τεράστια συμφέροντα που καλούνται να αντιπαλέψουν εδράζεται σε απόλυτα  κοινά ελατήρια και αξίες.

Η ίδια η ΟΥΝΕΣΚΟ και οι διεθνείς φορείς των αρχαιολόγων, η κορυφαία στον κόσμο επιστήμη, θεωρεί την ενότητα της κοινωνίας και των μνημείων, την ενότητα των τοπικών κοινωνιών με τα  ιστορικά φυσικά τοπία, την μεταξύ τους αλληλεπίδραση, ως μέγιστη πολιτισμική και επιστημονική αξία. Η στάση της τοπικής κοινωνίας λοιπόν να υπερασπιστεί τις μέγιστες αυτές αξίες από μόνη της αποτελεί ζωντανό «μνημείο» αναφοράς.

Το είδαμε ξεκάθαρα στην Θεσσαλονίκη όπου για την υπεράσπιση του πανανθρώπινης σημασίας μνημειακού συνόλου ενώνουν την φωνή τους πλάι στους επιστήμονες απ’ όλον τον κόσμο ένα πρωτόγνωρα μεγάλο μέρος πολιτών.

Το είδαμε σε σχέση με την Ακρόπολη όπου επίσης ένα εξίσου πλατύ μέρος της κοινωνίας από την πρώτη στιγμή. Πριν ακόμα αντιδράσουν δημόσια  οι ίδιοι οι επιστήμονες είχαν αναγάγει το ζήτημα σε κορυφαίο, όχι τυχαία αλλά ακριβώς λόγω της ίδιας της αλλαγής οπτικής και στάσεων που συντελείται ως ιστορική διαδικασία αντικειμενικά. Σε μεγάλο βαθμό εδράζεται στον εξίσου υπαρκτό πόλεμο που σε διεθνές επίπεδο έχουν κηρύξει πλήθος επιστημών στο τσιμέντο. Εδράζεται επίσης στην όλη βία που δέχεται σήμερα ο κάτοικος του λεκανοπεδίου από το «πνίξιμο» του τσιμέντου και την εξαφάνιση δημοσίων χώρων. Χώρων δηλαδή φύσης και ελεύθερων από τσιμέντο. Ήταν πέρα για πέρα λογικό που ακόμα και διαπρεπείς, ικανότατοι επιστήμονες πολύ περισσότερο οι τεχνοκράτες από τα γραφεία τους να μην μπορούν να αντιληφθούν έγκαιρα την όλη αλλαγή που συντελείται στην κοινωνία. Ήταν πέρα για πέρα λογικό που ιδιαίτερα οι νέοι άνθρωποι ήταν οι κύριοι φορείς υπεράσπισης όλων εκείνων που οι προηγούμενες γενιές και οι κυρίαρχες επιλογές τους στην ουσία τους «έκλεψαν». Όλων εκείνων των ενεργών ανθρώπων που στέκονται όρθιοι ενώ η κρίση με διάφορους τρόπους τους μαυρίζει την ζωή.

Ανάλογη αλλαγή οπτικής και στάσεων, από την οποία διαφαίνονται καλύτερα και με κρυστάλλινο τρόπο τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των αλλαγών, είναι η αντίδραση των επαρχιακών τοπικών κοινωνιών σε επιλογές που βιάζουν και απαλλοτριώνουν την ίδια τους την υπόσταση. Την φύση τους. Τα φυσικά και ιστορικά μνημεία τους.

Στον Ισθμό της Ιεράπετρας π.χ. η χωροθέτηση βιομηχανικής ΑΠΕ εντός του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου βρήκε μια κοινωνία ολόκληρη να αντιδρά πολυεπίπεδα. Είναι οι ίδιοι ενεργοί άνθρωποι που χρόνια τώρα προστατεύουν με τον κόπο τους, με τον ιδρώτα τους και με οικονομικό κόστος τις αρχαίες ελιές και τις πεζούλες τους ως μνημεία και πολύτιμα για αυτούς στοιχεία, που συνδέονται με τον ίδιο τους τον αυτοπροσδιορισμό. Είναι οι ίδιοι που υπερασπίζονται την διάσωση της γνώσης και της παράδοσης από την πληθώρα των κεραμικών εργαστηρίων που μέχρι και πριν λίγα χρόνια επιβίωναν στην περιοχή κάτι που ούτε οι επιστήμονες μα ούτε η πολιτεία προσπάθησαν να διασώσουν. Είναι οι ίδιοι που με διάφορους τρόπους υπερασπίζονται την γλώσσα τους και τα ακούσματα τους ως ζωντανά μνημεία — εκείνων που οι ίδιοι αντιλαμβάνονται ως πατρίδα. Είναι οι ίδιοι που κόντρα σε πάμπολλες δυσκολίες και εμπόδια προσπαθούν μέσα από το υστέρημα τους να διασώσουν το κρητικό άλογο ως ζωντανό μνημείο- συνέχεια της φυσικής τους ιστορίας. Η υπεράσπιση επίσης του υπό την UNESCO γεωπάρκου Σητείας από την βία και την καταστροφή που προκαλούν οι χωροθετήσεις βιομηχανικών ΑΠΕ αποτελεί μέρος της ίδιας ακριβώς διαδικασίας, στην ουσία,  από ανθρώπους  ίδιας ποιότητας,  που η κοινή τους ανάβαση τους ένωσε κάνοντας παρελθόν παλιούς – παλιούς μικροτοπικισμούς.

Ουσιαστικά και ανεξάρτητα από το αν η κυρίαρχη γραφειοκρατική, τεχνοκρατική προσέγγιση το λαμβάνει υπόψη ή όχι , αρκετές τοπικές κοινωνίες, οι άνθρωποι αυτοί που με τον κόπο και τον ιδρώτα τους ζουν από τον τόπο τους έχουν φτάσει σε ένα εντελώς σύγχρονο επίπεδο κατανόησης του κόσμο γύρω τους, του τι αντιλαμβάνονται ως φύση και ως ζωή, του τι αντιλαμβάνονται ως άνθρωπο, του τι αντιλαμβάνονται εν τέλει ως μνημείο. Επίπεδο κατανόησης που πλησίαζε τις  σύγχρονες διεπιστημονικά οπτικές, βάζοντας ακόμα και σε πολλούς «ειδικούς» «τα γυαλιά».

Ανάλογες αντιδράσεις τοπικών κοινωνιών από κοινού με επιστήμονες έχουμε σε πάρα πολλές περιοχές της Ελλάδας. Στην «Κοιλάδα των Μουσών», στην Εύβοια, στα Άγραφα, σε πλήθος νησιών όπως στην Άνδρο σήμερα που προαναφέραμε. Δεν αποτελεί παρά επιβεβαίωση των αλλαγών που περιγράψαμε και διαπερνούν ένα όλο και μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνίας. Αναλογίες αντίστοιχου χαρακτήρα φυσικά παρατηρούμε σε πολλά μέρη του πλανήτη. Αυτό που διαφέρει είναι η στάση της διοίκησης και της κυρίαρχης επιστημονικής οπτικής.

Πολλά σύγχρονα μνημεία της UNESCO σε διεθνές επίπεδο, από μόνα τους αναδεικνύουν περίτρανα την όλη αλλαγή οπτικών.

Αυτό αποδεικνύει ότι η επιστήμη ως τέτοια εδώ και χρόνια είναι θεωρητικά έτοιμη για αυτό το άλμα.

Η εγωκεντρική νοοτροπία, το μικροσυμφέρον,  ο ρουτινιάρικος ελιτίστικος  και μη δημοκρατικός- διεπιστημονικός τρόπος προσέγγισης του προς έρευνα αντικειμένου (στην δοσμένη περίπτωση των μνημείων) αναδεικνύεται στον κύριο εχθρό που φρενάρει την εξέλιξη και δημιουργεί περιττά και αρνητικά για την φύση και την κοινωνία προβλήματα και συγκρούσεις . Είναι φυσικά πρώτα απ’ όλα ο ίδιος ο χαρακτήρας του κράτους ως δομή που παρεμβαίνει αρνητικά τόσο στην φύση και στις τοπικές κοινωνίες όσο και στην επιστήμη.

Είναι στο χέρι της κάθε κοινωνίας να κάνει τις επιλογές της χρησιμοποιώντας ως εργαλείο την διεπιστημονικότητα. Δηλαδή την ισότιμη, δημοκρατική και ανοιχτή στην κοινωνία  επιστήμη των περιβαλλοντολόγων, των φυσικών επιστημών, των αρχαιολόγων και των άλλων ανθρωπιστικών επιστημών. Η άλλη επιλογή είναι να αφεθούμε στην ροή των εξελίξεων ακριβώς όπως έκανε επί χιλιάδες χρόνια ο άνθρωπος όταν δεν μπορούσε να εκμεταλλευτεί την ανεπτυγμένη επιστήμη ούτε υψηλή τεχνολογία.

Στην τυχόν δεύτερη επιλογή τα αποτελέσματα τα γνωρίζουμε από την ιστορία…

Η από κοινού συλλογική προσπάθεια για την προστασία των διαφόρων τύπων μνημείων όσο και για την στήριξη της άλλης «αθέατης» πλευράς τους (της ζωντανής τους διάστασης), αυτής δηλαδή των τοπικών κυρίως κοινωνιών στην ιστορική τους φύση, είναι μονόδρομος.

[1] Τον όρο κατάρρευση ας τον κατανοήσουμε ουδέτερα. Περιφραστικά θα μπορούσαμε να τον προσδιορίσουμε ως ραγδαία απλοποίηση πολυσύνθετων σχέσεων

Μανώλης Κλώντζας, Αρχαιολόγος
Έδρα Αρχαιολογίας και Μουσειολογίας-Unesco MASARYK University

Ερευνητικό Επιστημονικό Κέντρο ARCHAIA Brno

 

(Επισκέψεις: 1.029 φορές, όπου 1 ημερήσιες)

Σχετικά Άρθρα

Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend