Just in

Όλα τα νέα
Imerodromos logo
 

«Σύγχρονης Εποχή»: Παρουσιάστηκε η έκδοση «Αστική δημοκρατία. Εγχειρίδιο επαναστατικής χρήσης»

Σε ζεστό και συντροφικό κλίμα παρουσιάστηκε η έκδοση «Αστική δημοκρατία. Εγχειρίδιο επαναστατικής χρήσης», του Γιώργου Ρούση στο Cafe βιβλιοπωλείο της «Σύγχρονης Εποχής» στην Αθήνα

Σε ζεστό και συντροφικό κλίμα παρουσιάστηκε η έκδοση «Αστική δημοκρατία. Εγχειρίδιο επαναστατικής χρήσης», του Γιώργου Ρούση, χτες 1η Δεκέμβρη,  στο Cafe βιβλιοπωλείο της «Σύγχρονης Εποχής» στην Αθήνα.

Μιλώντας για το βιβλίο, σημαντικές πτυχές φώτισαν ο Μάκης Παπαδόπουλος, μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, η Αριάδνη Αλαβάνου, μεταφράστρια, ο Θόδωρος Θεοδωρόπουλος, δικηγόρος, και ο ίδιος ο συγγραφέας, Γιώργος Ρούσης, ομότιμος καθηγητής του Πάντειου Πανεπιστημίου.

Στην εκδήλωση παρευρέθηκαν οι βουλευτές του ΚΚΕ Γιάννης Δελής και Μανώλης Συντυχάκης, ο Γιώργος Οικονομάκης, καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών.

Την όμορφη βραδιά και την συζήτηση συντόνισε η Ολγα Νικολαΐδου, ηθοποιός και ψυχοθεραπεύτρια, η οποία διάβασε στους παρευρισκόμενους δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα του Λένιν τα οποία περιέχονται στην έκδοση.

Ο Γ. Ρούσης, αφού ευχαρίστησε τους παρευρισκόμενους και τους ομιλητές της εκδήλωσης, ανέφερε πως από την πρώτη γραμμή που γράφτηκε η έκδοση μέχρι την τελική της μορφή, υπήρξε δημιουργική ανταλλαγή γνωμών και απόψεων με το ΚΚΕ. Ειδικότερα για τον στόχο του βιβλίου σημείωσε συνοπτικά πως είναι «να καταδείξει ότι ο όρος δημοκρατία, νέτος σκέτος, χωρίς να ξεκαθαρίζεται για ποια δημοκρατία γίνεται λόγος, την αστική ή τη σοσιαλιστική, είναι κενός περιεχομένου», ενώ στη συνέχεια έφερε παραδείγματα υπερασπιστών στο όνομα της δημοκρατίας που εννοούν σε τελική ανάλυση τη δικτατορία του κεφαλαίου.

Ο Θ. Θεοδωρόπουλος, παραθέτοντας αποσπάσματα του βιβλίου, στάθηκε στην τυπική ισότητα και την «ελευθερία» της αστικής δημοκρατίας που αποκαλύπτει ο συγγραφέας, όπως σημείωσε: «Αποκαλύπτει το συγκεκριμένο ταξικό πλαίσιο της Αστικής Δημοκρατίας, αναδεικνύοντας ότι η “ισότητα των Πολιτών” είναι απολύτως τυπική, ότι δεν αφορά την κοινωνική ισότητα, αλλά αναφέρεται σε κοινωνικά άνισους ανθρώπους, ότι σηματοδοτείται έτσι η επισφράγιση “της πραγματικής τους ανισότητας”.

Το τι πραγματική αξία έχει η παραπάνω αναφορά στην “ισότητα των πολιτών” αποδεικνύεται από αυτά που είπε ο Ανατόλ Φρανς (…): “… φυσικά και είσαστε όλοι ίσοι απέναντι στον νόμο. Απαγορεύεται το ίδιο, τόσο στους πλούσιους όσο και στους φτωχούς, να κοιμούνται κάτω από τις γέφυρες, να ζητιανεύουν και να κλέβουν ψωμί…”!

Ο Γ. Ρούσης (…) αποκαλύπτει το μέγεθος της υποκρισίας της κυρίαρχης αστικής αντίληψης που υποστηρίζει ότι “η ελευθερία συνίσταται στο να μπορεί κανείς να κάνει κάθε τι που δεν βλάπτει τον άλλο” και αναδείχνει απόλυτα την άγνωστη ή ξεχασμένη από κάποιους σκέψη του Κ. Μαρξ, στο βιβλίο του με τίτλο “Το εβραϊκό ζήτημα”, ότι με βάση την αναφερόμενη αυτή αντίληψη “…το δικαίωμα όμως του ανθρώπου στην ελευθερία δεν βασίζεται στη σύνδεση του ανθρώπου με τον άνθρωπο, αλλά αντίθετα στην απομόνωση του ανθρώπου από τον άνθρωπο. Είναι το δικαίωμα αυτής της απομόνωσης, το δικαίωμα του περιορισμένου, του κλεισμένου στον εαυτό του ατόμου…”, ότι έτσι η αντίληψη αυτή (η αστική), (…) “… κάνει τον άνθρωπο να βρίσκει στον άλλον άνθρωπο, όχι την πραγμάτωση, αλλά αντίθετα το φραγμό της ελευθερίας του”».

Η Α. Αλαβάνου υπογράμμισε τα προτερήματα του βιβλίου σε σχέση με το ζήτημα που πραγματεύεται, ανάμεσά τους ότι είναι: «Θεωρητικό με πολύ στέρεα τεκμηρίωση για το κοινωνικο-ταξικό περιεχόμενο της αστικής δημοκρατίας, αλλά όχι θεωρησιακό, έχει πρακτικές συνεπαγωγές, βιβλίο δράσης, γι’ αυτό και πιστεύω ότι είναι πολύ εύστοχος ο υπότιτλός του – εγχειρίδιο επαναστατικής χρήσης.

Γραμμένο με μεγάλη μαστοριά. Αντλώντας από στοχαστές της προμαρξιστικής θεωρητικής παράδοσης και αμύντορες της αστικής δημοκρατίας, που την παρουσιάζουν σχεδόν ως το τέλος της ιστορίας, (…) αποδεικνύει ότι η μαρξιστική ανάλυση όχι μόνο δεν είναι εκτός τόπου, αλλά συνιστά εμβάθυνση στον αντικοινωνικό, από τη σκοπιά της κοινωνικής πλειονότητας, χαρακτήρα της αστικής δημοκρατίας.

Γραμμένο για τους νέους, όσο κι αν είναι μη εξοικειωμένοι μ’ αυτό το είδος γραπτού λόγου. Γι’ αυτούς που τα αστικά καθεστώτα έχουν μεταμορφώσει σε “συνεργάτες”, στα σύγχρονα κάτεργα των επιχειρήσεων τεχνολογίας, επικοινωνιών, επεξεργασίας δεδομένων, στα ντελιβεράδικα, στις περιστασιακές δουλειές, στερώντας τους ακόμη και την αυτοκατανόησή τους ως μισθωτών εργαζομένων που με τον ιδρώτα τους, τη γνώση, τα ταλέντα τους ζουν παρασιτικά οι εργοδότες».

Στη συνέχεια αναφέρθηκε αναλυτικά στην προσπάθεια που κάνει το βιβλίο να απαντήσει στο ερώτημα που το ίδιο θέτει, δηλαδή το «πώς εξηγείται η αποδοχή της καπιταλιστικής μορφής κοινωνικής οργάνωσης από εκείνους στα συμφέροντα των οποίων αντιβαίνει;».

Τέλος, επισήμανε ότι «η αστική δημοκρατία παρουσιάζεται ως άρνηση του φασισμού, όμως, όπως δείχνει η ιστορία, σε κάθε μία περίσταση που βρισκόταν αντιμέτωπη με τον εξεγερμένο λαό, έδινε την πρωτοκαθεδρία στις πιο βάρβαρες δυνάμεις του καπιταλισμού, σε πραξικοπηματίες και παραστρατιωτικούς».

 

Αφετηρία για τα κείμενα των κλασικών

 

Παραθέτουμε αποσπάσματα από την ομιλία του Μ. Παπαδόπουλου.

«Σε μια περίοδο που στον ακαδημαϊκό χώρο ενισχύεται σήμερα το αντιδραστικό ρεύμα του μεταμοντερνισμού και του υποκειμενικού ιδεαλισμού, το βιβλίο του Γ. Ρούση αποτελεί σίγουρα εξαίρεση.

Ο συγγραφέας επιχειρεί να φωτίσει το ταξικό περιεχόμενο της αστικής δημοκρατίας και παρουσιάζει κατ’ αρχάς μια εύληπτη επισκόπηση της θεωρίας των Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν γι’ αυτό το ζήτημα. Το θέμα είναι γενικά οικείο στους αναγνώστες της “Σύγχρονης Εποχής”. Για τους νέους αναγνώστες, όμως, το βιβλίο είναι μια αφετηρία για να αρχίσουν να διαβάζουν τα κείμενα των κλασικών για τον ταξικό χαρακτήρα του αστικού κράτους και της αστικής δημοκρατίας.

Ο συγγραφέας παρουσιάζει εύστοχα βασικά σημεία της μαρξιστικής κριτικής που αποκαλύπτει την αστική μυθοπλασία ότι η δημοκρατία στον καπιταλισμό έχει τάχα ουδέτερο ταξικό πρόσημο και δύναται να εκφράσει τα συμφέροντα ολόκληρης της κοινωνίας. Αναδεικνύει ότι η αστική δημοκρατία δεν είναι παρά μια μορφή της απόλυτης εξουσίας, της δικτατορίας της κυρίαρχης τάξης των καπιταλιστών.

Ξεκινά τεκμηριώνοντας πως οι κυρίαρχες καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής καθορίζουν το κοινωνικό και πολιτικό εποικοδόμημα και σ’ αυτή τη βάση παρουσιάζει τη λενινιστική θέση για τον ταξικό χαρακτήρα του κράτους, όποια μορφή διακυβέρνησης κι αν έχει.

Φωτίζει τι κρύβεται κάτω απ’ τον μανδύα της τυπικής ισότητας όλων των πολιτών απέναντι στον νόμο. Φωτίζει τον ζυγό της μισθωτής σκλαβιάς, την ουσιαστική κοινωνική ανισότητα ανάμεσα στους ελάχιστους που κατέχουν τα μέσα παραγωγής και στη μεγάλη πλειοψηφία που δεν μπορεί μακροπρόθεσμα να επιβιώσει, αν δεν πουλήσει την εργατική της δύναμη.

Παρουσιάζει επίσης πώς η ίδια η βάση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής εδραιώνει την κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας και διευκολύνει την απόσπαση της συναίνεσης και της υποταγής των θυμάτων της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.

Ο Μαρξ καταπιάστηκε πριν τη συγγραφή του “Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος” με τα εμπόδια στο έργο της κοινωνικής απελευθέρωσης, που γεννά η καπιταλιστική οργάνωση της κοινωνίας, της κοινωνίας των ιδιωτών, των αποξενωμένων ατομικοτήτων, όπου η ελευθερία νοείται ως το δικαίωμα του ανθρώπου στην ατομική, καπιταλιστική ιδιοκτησία, το δικαίωμα δηλαδή της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.

Ο συγγραφέας εστιάζει με σαφήνεια στον αντιδραστικό ρόλο της αστικής τάξης και στην πορεία αντιδραστικοποίησης του αστικού κράτους και της αστικής δημοκρατίας στην εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Παρουσιάζει πλευρές της σχετικής στασιμότητας στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που προκαλούν οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής συγκριτικά με την απελευθερωτική δύναμη του σοσιαλισμού.

Πρόκειται για ένα κρίσιμο ζήτημα για να ξεδιπλώσουμε την ιδεολογική και πολιτική αντεπίθεσή μας. Να αναδείξουμε δηλαδή γιατί αυξάνει η ψαλίδα ανάμεσα στο πώς ζουν σήμερα και στο πόσο καλύτερα θα μπορούσαν να ζουν οι εργαζόμενοι με βάση τις δυνατότητες που γεννά η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας. Να αναδείξουμε πόσο οξύνεται η αντίθεση ανάμεσα τον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και στην ιδιοποίηση των αποτελεσμάτων της από τους μεγαλομετόχους των ομίλων, απ’ την καπιταλιστική ιδιοκτησία. (…)»

 

Για τη στάση απέναντι στην αστική δημοκρατία

 

«Θα σταθούμε σε δύο βασικά ζητήματα στα οποία δεν συμπίπτουν οι θέσεις και οι επεξεργασίες μας και γι’ αυτό συνεχίζουμε την καλοπροαίρετη, δημιουργική συζήτηση μαζί του.

Το πρώτο αφορά τη θέση που εκφράζεται στο βιβλίο, ότι οι κομμουνιστές πρέπει να στηρίζουν πολιτικά την αστική δημοκρατία, αφού αποτελεί την πιο πρόσφορη μορφή για τη δράση τους, με στόχο την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου.

Σχετικά μ’ αυτό το ζήτημα, ο συγγραφέας εστιάζει στη μεγαλύτερη αντικειμενικά δυσκολία εκδήλωσης της σοσιαλιστικής επανάστασης στις αστικές δημοκρατίες της Δύσης, της Ευρώπης και των ΗΠΑ, σε σχέση με τη Ρωσία του 1917 που δεν είχε ακόμα εδραιωθεί μια ισχυρή κοινοβουλευτική δημοκρατία. Υπενθυμίζει τη συλλογιστική του Γκράμσι για την ανάγκη ενός μακρόχρονου πολέμου θέσεων του ΚΚ, που θα ανοίξει τον δρόμο για την ιδεολογική ηγεμονία της εργατικής τάξης, ενώ κυριαρχεί ο καπιταλισμός.

Επισημαίνει και ο ίδιος ορισμένες αντιφάσεις αυτής της στρατηγικής, όμως προβληματίζεται για τη δυνατότητα αξιοποίησής της σ’ έναν μακρόχρονο αγώνα που η εργατική τάξη “θα ανατρέπει τα πολλαπλά οχυρά άμυνας” που διαθέτει σήμερα η κυρίαρχη αστική τάξη.

Ο χώρος και ο χρόνος δεν επιτρέπει μια διεξοδική ανάλυση. Θα αρκεστούμε σε ορισμένες βασικές επισημάνσεις, καλώντας τους αναγνώστες να γνωρίσουν τις σχετικές με το θέμα σύγχρονες επεξεργασίες και τα συνεδριακά ντοκουμέντα του ΚΚΕ. Ενδεικτικά αναφέρουμε το Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ και τη συλλογή “Σοσιαλισμός η απάντηση για τον 21ο αιώνα”.

Ασφαλώς και αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία στις σύγχρονες συνθήκες η επίμονη, ολοκληρωμένη, εύστοχη ιδεολογική και πολιτική πάλη των κομμουνιστών για τη συγκέντρωση και τον απεγκλωβισμό απ’ την κυρίαρχη ιδεολογία πρωτοπόρων κοινωνικών δυνάμεων, για την οργάνωση της πολιτικής, εργατικής, λαϊκής αντεπίθεσης. Όμως θα διαπράξουμε σοβαρό λάθος αν δε θεμελιώσουμε την ανάλυσή μας με βάση το γεγονός ότι η αστική ιδεολογία κυριαρχεί γιατί είναι κυρίαρχες οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.

Όσο κυριαρχούν οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, όσο ο εργαζόμενος κινείται υποχρεωτικά στην αρένα του ανταγωνισμού πουλώντας την εργατική του δύναμη για να επιβιώσει, παρά τους όποιους κλονισμούς, θα διατηρούνται οι αντικειμενικοί όροι κυριαρχίας της αστικής ιδεολογίας. O ανταγωνισμός τροφοδοτεί τον ατομισμό και υπονομεύει την εργατική ενότητα. Σ’ αυτό το έδαφος το αστικό κράτος συμβάλλει αποφασιστικά με το σύνολο των λειτουργιών του στην ενσωμάτωση και στην καταστολή της εργατικής τάξης και των συμμάχων της, όποια μορφή κι αν έχει η δικτατορία του κεφαλαίου.

Οι διαφορετικές λειτουργίες του αστικού κράτους δεν είναι κάποιες αυτοτελείς δομές, κάποια αυτόνομα πεδία, στα οποία διεξάγεται ταξική πάλη και αποτυπώνεται ο εκάστοτε συσχετισμός δύναμης ανάμεσα στην αστική και στην εργατική τάξη. Ούτε αποτελούν “αυτόνομα οχυρά της άρχουσας τάξης”, τα οποία μπορούν να καταληφθούν σταδιακά το ένα μετά το άλλο, σ’ έναν μακρόχρονο αγώνα.

Η διεθνής ιστορική πείρα έχει αποδείξει ότι το αστικό κράτος δεν τεμαχίζεται, οι λειτουργίες του δεν αυτονομούνται, διαπλέκονται και υπηρετούν ενιαία τα στρατηγικά συμφέροντα της αστικής τάξης. Αν κάποιοι προοδευτικοί εκπαιδευτικοί επιχειρήσουν να αλλάξουν συνολικά και ριζικά τον προσανατολισμό του αστικού σχολείου, σχετικά με την αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας, θα βρεθούν αντιμέτωποι με ένα πλέγμα μέτρων, απ’ την κακή αξιολόγηση μέχρι την απόλυσή τους. (…)

Έτσι κι αλλιώς οι διαφορετικές μορφές διακυβέρνησης της δικτατορίας του κεφαλαίου δεν χωρίζονται με σινικά τείχη. Ιδιαίτερα στην εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού, όπου η αστική τάξη γίνεται όλο και πιο αντιδραστική για να φράξει το δρόμο της κοινωνικής απελευθέρωσης, τα όρια μεταξύ της κοινοβουλευτικής και της φασιστικής μορφής διακυβέρνησης γίνονται όλο και πιο θολά.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η απαγόρευση της λειτουργίας των ΚΚ σήμερα σε πολλά κράτη-μέλη της ΕΕ και παλιότερα για 2 δεκαετίες του ΚΚΕ, σε συνθήκες κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στην Ελλάδα.

Δεν υπάρχει ούτε ένα ιστορικό παράδειγμα που να επιβεβαιώνει τη δυνατότητα σταδιακού μετασχηματισμού του αστικού κράτους από κάποια προοδευτική κυβέρνηση, που να άνοιξε τον δρόμο προς τον σοσιαλισμό.

Αντίθετα, σ’ όλες τις περιπτώσεις που τα ΚΚ επέλεξαν να δώσουν τη μάχη κατά του φασισμού κάτω απ’ τη σημαία της αστικής δημοκρατίας, οδηγήθηκαν σε πολιτικό αφοπλισμό. Η απόσπαση του καθημερινού πολιτικού αγώνα από το κύριο πολιτικό καθήκον, την ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου, οδήγησε και οδηγεί μοιραία στη στρατηγική ήττα το επαναστατικό εργατικό κίνημα. Η θέση της Ρόζας Λούξεμπουργκ, ότι κάθε προσπάθεια κατάκτησης του αστικού κράτους από ένα επαναστατικό κόμμα οδηγεί αντικειμενικά στην κατάκτηση, στην αφομοίωση του ΚΚ από το αστικό κράτος, έχει επιβεβαιωθεί πανηγυρικά με την ιστορική χρεοκοπία του ευρωκομμουνισμού.

Γι’ αυτό και δεν κουραζόμαστε να τονίζουμε ότι η Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 φωτίζει ορισμένες γενικές αρχές για τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης που αφορούν όλες τις χώρες του κόσμου. Φωτίζει την ανάγκη τσακίσματος του αστικού κράτους, τη δυνατότητα της εργατικής τάξης να ηγηθεί στην ιστορική αποστολή της κοινωνικής απελευθέρωσης, τον καθοδηγητικό ρόλο του ΚΚ, τη σημασία που έχει η θεωρητική ετοιμότητα και η μαχητική πρακτική ικανότητα του Κόμματος να προωθεί την επαναστατική πολιτική σ’ όλες τις συνθήκες. Φωτίζει την ανάγκη συσπείρωσης της εργατικής τάξης απέναντι στην εξουσία του κεφαλαίου, την ανάγκη προσέλκυσης τμημάτων των βιοπαλαιστών αγροτών και αυτοαπασχολούμενων σ’ αυτή την κατεύθυνση. Φωτίζει τη σημασία της μη στήριξης καμιάς αστικής κυβέρνησης απ’ το ΚΚ και της ανυπαρξίας μεταβατικών τύπων εξουσίας μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού.

Η αποφασιστική πολιτική δράση που στηρίζεται σ’ αυτές τις αρχές επιτρέπει στο ΚΚ να καθοδηγήσει την οργανωμένη επίθεση της εργατικής τάξης και των συμμάχων της για την ανατροπή της αστικής εξουσίας, όταν εμφανιστούν οι συνθήκες της επαναστατικής κατάστασης.

Ταυτόχρονα αυτή η επίμονη, καθημερινή παρέμβαση των κομμουνιστών εγγράφεται στη μεταβολή των αντικειμενικών συνθηκών. Οι μάχες που δίνουμε σήμερα σε πρωτοπόρες εστίες αντίστασης, όπως για παράδειγμα της COSCO, αυξάνουν τη μαχητική πείρα και βοηθούν την εργατική τάξη να πιστέψει στη δύναμή της. Η πλατιά ζύμωση που φωτίζει στον εργάτη ότι “χωρίς αυτόν γρανάζι δεν γυρνά”, έχει κρίσιμη σημασία για τη στάση που θα κρατήσει σε συνθήκες απότομης επιδείνωσης της θέσης του. (…)

Ο Λένιν δικαιώθηκε και αποδείχθηκε στην πράξη η δυνατότητα των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής να δώσουν μεγάλη ώθηση στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Τα Σοβιέτ έφεραν γρήγορα την εξηλεκτρισμό στη Ρωσία και όχι το αντίστροφο.

 

Η πορεία προς την απονέκρωση του κράτους

 

Το δεύτερο ζήτημα που προβληματίζει τον συγγραφέα και θα ήθελα σύντομα να αναφερθώ είναι το πώς θα ανοίξει ο δρόμος για την απονέκρωση του κράτους, μετά τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Ασκείται κριτική στην κατεύθυνση της ενίσχυσης αντί της εξασθένισης του κράτους στη Σοβιετική Ένωση και προβάλλεται η άποψη ότι λόγω της καθυστέρησης της Ρωσίας αποδόθηκε προτεραιότητα στην πάση θυσία ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και όχι στην ανάπτυξη της πολιτικής δημοκρατίας που θα οδηγούσε πιο γρήγορα στην απονέκρωσή της.

Το άνοιγμα του δρόμου προς τον κομμουνισμό, προς την απονέκρωση του κράτους, προς την ιστορική περίοδο όπου τα καθήκοντα σχεδιασμού και ελέγχου της παραγωγής θα χάσουν πλέον τον πολιτικό τους χαρακτήρα και δεν θα απαιτούν την ύπαρξη της εργατικής εξουσίας, είναι σίγουρα ένα σύνθετο πρόβλημα.

Μόνο η αναρχική αφέλεια μπορεί να παραβλέψει την ιστορική πείρα του 20ού αιώνα, τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, την περικύκλωση και τη διαρκή υπονόμευση σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της, τη συνεχή σπίλωση των επιτευγμάτων της 30 χρόνια μετά.

Η σοσιαλιστική οικοδόμηση είναι μια πολύ δύσκολη αποστολή και όχι μια ανέμελη πορεία προς τον κομμουνισμό. Η ανάγκη της δικτατορίας του προλεταριάτου, η ανάγκη της κατασταλτικής λειτουργίας του σοσιαλιστικού κράτους απέναντι στους εχθρούς του σοσιαλισμού και η ανάγκη της δημιουργικής, οικονομικής και πολιτικής αποστολής του, έχει επιβεβαιωθεί από τη θετική και αρνητική ιστορική πείρα, μέχρι την ανατροπή του σοσιαλισμού και της διάλυσης της ΕΣΣΔ.

Για να προσεγγίσουμε ουσιαστικά το ζήτημα, χωρίς να εγκλωβιστούμε στα σχηματικά, μηχανιστικά δίπολα “εξασθένιση ή ενίσχυση του σοσιαλιστικού κράτους”, “ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων ή ενίσχυση της πολιτικής δημοκρατίας”, πρέπει να εμβαθύνουμε διαλεκτικά στην κατανόηση του επιστημονικού κεντρικού σχεδιασμού ως σοσιαλιστικής σχέσης παραγωγής.

Ο κεντρικός σχεδιασμός του σοσιαλισμού δεν είναι απλώς ένα ανώτερο κρατικό σχέδιο σε σχέση με αυτά των αστικών κυβερνήσεων. Εκφράζει τον ριζικά διαφορετικό τρόπο που συνενώνονται πλέον οι εργαζόμενοι με τα μέσα παραγωγής σε σχέση με τον καπιταλισμό. Οι εργαζόμενοι δεν αναζητούν πλέον αφεντικό για να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη.

Στον σοσιαλισμό δεν αλλάζει μόνο η ιδιοκτησία, ο σκοπός της παραγωγής, αλλάζει και ο ρόλος των εργαζόμενων. Σκοπός δεν είναι πλέον το καπιταλιστικό κέρδος, αλλά οι συνεχώς διευρυνόμενες ανάγκες της κοινωνίας. Και οι εργαζόμενοι, απελευθερωμένοι από τον ζυγό της μισθωτής σκλαβιάς, αξιοποιούν τη δύναμη της συλλογικότητας για να δώσουν ώθηση στην κοινωνική πρόοδο. Οι εργαζόμενοι μέσα απ’ τις Γενικές Συνελεύσεις τους στους χώρους δουλειάς συμμετέχουν πλέον ενεργά στη λήψη και στον έλεγχο των αποφάσεων, σχετικά με το τι, πώς και πότε θα παραχθεί, πώς θα κατανεμηθεί.

Βγαίνει δηλαδή από το περιθώριο και έρχεται στο προσκήνιο της Ιστορίας η κύρια παραγωγική δύναμη, ο κοινωνικός εργαζόμενος άνθρωπος, η εργατική τάξη.

Ξεριζώνεται το βασικό εμπόδιο του κεφαλαίου στην όλο και βαθύτερη κοινωνικοποίηση της εργασίας.

Επομένως, το δίλημμα ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων ή ενίσχυση της πολιτικής δημοκρατίας συσκοτίζει το χαρακτήρα του κράτους της εργατικής εξουσίας. Ο ενεργός ρόλος των εργαζομένων στην εργατική εξουσία απελευθερώνει και ενισχύει την παραγωγική τους δύναμη, συμβάλλει στην ολόπλευρη ανάπτυξη των ικανοτήτων και της προσωπικότητάς τους.

Ακριβώς επειδή βρισκόμαστε στην κατώτερη, ανώριμη βαθμίδα του κομμουνισμού, οι παραγωγικές δυνάμεις δεν είναι επαρκώς ανεπτυγμένες για να μπορέσει να αμείβεται ο καθένας ανάλογα με τις ανάγκες του. Επίσης, σε αντίθεση με τις αστικές επαναστάσεις, μετά τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης η εργατική εξουσία δεν κληρονομεί προϋπάρχουσες σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής.

Πρέπει το κράτος της εργατικής εξουσίας να δημιουργήσει τη νέα κοινωνικοοικονομική βάση της κοινωνικοποιημένης παραγωγής για να μπορούν να λειτουργήσουν οι νομοτέλειες ανάπτυξης της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Ο επιστημονικός κεντρικός σχεδιασμός πρέπει στη συνέχεια να αναβαθμίζεται συνεχώς, να προσαρμόζεται στις νέες απαιτήσεις, στις νέες ανάγκες που γεννά η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Πρέπει να εξαλειφθεί η ομαδική ιδιοκτησία, να κλείσει η ψαλίδα των προνομίων της διευθυντικής σε σχέση με την εκτελεστική εργασία.

Τα ιμπεριαλιστικά κέντρα θα υπονομεύουν συνεχώς την προσπάθεια σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Η κυριαρχία του καπιταλισμού σε διεθνές επίπεδο δεν θα εξαφανιστεί ξαφνικά, ούτε και η ταξική πάλη. Επομένως η πορεία προς τον κομμουνισμό, η πορεία προς την απονέκρωση του κράτους, περνά μέσα από την αναβάθμιση της αποτελεσματικής λειτουργίας του κράτους της εργατικής εξουσίας. Περνά μέσα από την ενίσχυση του ενεργού ρόλου των εργαζομένων στη λήψη και στον έλεγχο των αποφάσεων. Μ’ αυτή την έννοια ανοίγει και ο δρόμος προς την απονέκρωση του κράτους, προς τον κομμουνισμό. (…)

 

Η συμβολική σημασία της έκδοσης

 

Κλείνοντας, αξίζει να επισημάνουμε και τη συμβολική σημασία της έκδοσης αυτού του βιβλίου στις σημερινές συνθήκες. Σηματοδοτεί ένα θετικό παράδειγμα συμπόρευσης με το ΚΚΕ συγγραφέων και επιστημόνων, οι οποίοι χωρίς να συμφωνούν σ’ όλα μαζί μας, επιλέγουν να συμβάλουν στην οργάνωση της εργατικής – λαϊκής αντεπίθεσης απέναντι στον πραγματικό αντίπαλο, την εξουσία του κεφαλαίου.

Διανοητών που συμβάλλουν προσωπικά, εκφράζουν τις επιφυλάξεις και τις διαφορετικές προσεγγίσεις τους για κάποια θέματα, χωρίς “σύνδρομα μεγαλείου”, χωρίς να παριστάνουν τον παντογνώστη. Κατανοούν τη μεγάλη δύναμη και τη σημασία της συλλογικής θεωρητικής προσπάθειας του Κόμματος για την επιστημονική διερεύνηση των σύγχρονων εξελίξεων και την κριτική εξέταση της ιστορικής πείρας. Αντιλαμβάνονται τον πρωτοπόρο ρόλο του ΚΚΕ ως διαλεκτικής ενότητας της επαναστατικής θεωρίας και της ανατρεπτικής πολιτικής πράξης. Δεν αποδέχονται ότι η δικτατορία του κεφαλαίου είναι το τέλος της Ιστορίας και πως το μόνο που μπορούμε να διαλέξουμε είναι το δήθεν “μικρότερο κακό” στην αστική διακυβέρνηση. Βοηθούν να κατανοηθεί πλατιά ότι αυτή η επιλογή του δήθεν μικρότερου κακού οδηγεί τον λαό απ’ το κακό στο χειρότερο όλα αυτά τα χρόνια. Δίνουν μαζί μας τη μάχη για να ισχυροποιηθεί το ΚΚΕ παντού, και στις επερχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις.

Ο Γιώργος Ρούσης, παρά τα σημαντικά προβλήματα της υγείας του, προσπαθεί να συμβάλει ενεργά σ’ αυτή την κατεύθυνση.

Η “Σύγχρονη Εποχή”, που φέτος γιορτάζει τα 50 χρόνια της εκδοτικής προσφοράς της, θα διοργανώσει ορισμένες θεματικές συζητήσεις που φωτίζουν τη σημασία της δημιουργικής ανάπτυξης του μαρξισμού – λενινισμού για την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής – κομμουνιστικής κοινωνίας.

Καλούμε τις νέες και τους νέους που θα διαβάσουν το βιβλίο, να ασχοληθούν σε μεγαλύτερο βάθος με όλα αυτά τα ζητήματα, να γνωρίσουν το έργο των κλασικών του μαρξισμού, τις σύγχρονες επεξεργασίες του ΚΚΕ.

Απευθυνόμαστε ιδιαίτερα στους νέους φοιτητές και ερευνητές των κοινωνικών και πολιτικών επιστημών και τους καλούμε να γνωρίσουν τον διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό. Αυτή η γνώση μπορεί να δώσει μεγάλη ώθηση στον αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση, για τον σοσιαλισμό.

Σας καλούμε όλους και όλες να βαδίσουμε μαζί στη δύσκολη αναμέτρηση με τη διδακτορία του κεφαλαίου, στην οποία συμβάλλει και το νέο βιβλίο του συγγραφέα το οποίο ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδο».

Από 902.gr

 

Σχετικά θέματα

Απόψεις