Η βρωμιά του σκανδάλου των υποκλοπών ξεχειλίζει και μέσα από τις γραμμές της απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου της Αθήνας, η οποία καθαρογράφηκε και παραδίδεται εισαγγελικές αρχές ώστε να προχωρήσει στην περαιτέρω έρευνα.
Στις συνολικά 1930 σελίδες, ο πρόεδρος Νικ. Ασκιανάκης παραθέτει αναλυτικά το σκεπτικό του που οδήγησε στην ενοχή των Τ. Ντίλιαν, Σ. Χάμου, Ιω. Λαβράνου και Φ. Μπίτζιου, αλλά και στους λόγους που τον έκαναν να υιοθετήσει την εισαγγελική πρόταση για διαβίβαση των πρακτικών τη δίκης στην Εισαγγελία της Αθήνας για περαιτέρω ενέργειες, όπως για διερεύνηση του αδικήματος της κατασκοπείας και από τρίτα πρόσωπα.
Ο φάκελος διαβιβάζεται πλέον στην Εισαγγελία της Αθήνας, όπου θα κριθεί αν οι έρευνες θα ανατεθούν σε εισαγγελείς πρωτοδικών ή αν θα διαβιβαστεί για περαιτέρω έλεγχο στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου.
Θυμίζουμε ότι με την απόφαση οι τέσσερις εκπρόσωποι των εμπλεκόμενων εταιριών καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης 126 ετών (εκτιτέα τα 8 χρόνια) για πλημμεληματικές πράξεις. Στη δίκη αποδείχτηκε περίτρανα η διασύνδεση των καταδικασθέντων με την ΕΥΠ, η οποία θυμίζουμε την περίοδο της άθλιας αυτής υπόθεσης τελούσε υπό την εποπτεία του γραφείου του πρωθυπουργού Μητσοτάκη. Ετσι, φτάσαμε στο σημείο να καταδικάζονται – και μάλιστα να παραπέμπεται η υπόθεσή τους για κατασκοπεία – αυτοί που προμήθευαν τα σύνεργα για τις υποκλοπές, αλλά να μένουν στο απυρόβλητο οι φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί του εγκλήματος.
Η απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία επιμετρήθηκαν 126 χρόνια με τα 8 εκτιτέα για τους κατηγορούμενους που προμήθευαν και εμπορεύονταν τα υλικά και τα όργανα του χαφιεδισμού, αποδεικνύει – παρά τις χυδαίες προσπάθειες κυβέρνησης και ανώτατης δικαστικής εξουσίας για συγκάλυψη – ότι πρόκειται για σκάνδαλο μεγατόνων.
Η δικαστική ετυμηγορία αναφέρει τα θύματα των υποκλοπών που αν και δεν άσκησαν τα δικαιώματά τους ενώπιον της ποινικής Δικαιοσύνης, η ιδιότητά τους ως κρατικοί αξιωματούχοι πρέπει να κινητοποιήσει αυτεπαγγέλτως τις αρχές.
Για το ρόλο της ΕΥΠ στην καθαρογραμμένη Απόφαση το δικαστήριο επισημαίνει ότι οι μάρτυρες που κατέθεσαν για τη συμμετοχή προσώπων της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στις ένδικες παρακολουθήσεις, “ανέφεραν για ενιαίο (κοινό) κέντρο συντονισμού, που δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς την σύμπραξη και συμβολή των κατηγορουμένων (υποδομή, τεχνογνωσία, εκπαίδευση, διαρκής υποστήριξη, πρόσβαση και πληροφόρηση των δεδομένων) αναδεικνύοντας έτσι τον πρωταγωνιστικό τους ρόλο στην εγκληματική δράση τους”.
Μάλιστα, κάνει ρητή αναφορά στον πωλητή της Cosmote, Κ. Πετρίση, ο οποίος κατά τον Αιμίλιο Κοσμίδη γνωστό και ως τον κρεοπώλη – ιδιοκτήτη της κάρτας με την οποία αγοράστηκαν επιμολυσμένα μηνύματα, συνεργαζόταν και στην ΕΥΠ: “Μόνο συμπτωματική δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί η αναφορά του Κωνσταντίνου Πετρίση -όπως επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί από τον προαναφερόμενο μάρτυρα Αιμίλιο Κοσμίδη– ο οποίος αφενός μεν απασχολούνταν στο κατάστημα Cosmote από το οποίο παραδόθηκε η ως άνω προπληρωμένη κάρτα αφετέρου δε, είχε παραδεχθεί στον ως άνω μάρτυρα, ότι συνεργάζεται έναντι αμοιβής με την ΕΥΠ, σε συνδυασμό δε με το γεγονός ότι η εν λόγω κάρτα φορτίσθηκε μέσω ΑΤΜ υποκαταστήματος της Εθνικής τράπεζας της Ελλάδος στην Αγία Παρασκευή, κοντά δηλαδή στις κτηριακές υποδομές του ΚΕΤΥΑΚ (εντός του οποίου μάλιστα φέρεται να έχει εντοπιστεί στις 24-06-2022 το υπ’ αριθ. ΧΕΚ 1344 όχημα της εταιρείας Krikel-βλ. σχετικές επισκοπηθείσες φωτογραφίες), συντρέχουν επαρκή στοιχεία και ως εκ τούτου πρέπει να διερευνηθεί η τυχόν ευθύνη και συμετοχική δράση αυτού αλλά και τυχόν λοιπών τρίτων εμπλεκόμενων προσώπων στις ένδικες αξιόποινες πράξεις”.
Στο συμπέρασμα για πώληση του Predator σε κρατική οντότητα καταλήγει, στην πρότασή του, και ο αντεισαγγελέας Πρωτοδικών, Δημήτριος Παυλίδης: «Σε όλο το μέγεθος της δικογραφίας και σε όλες τις μαρτυρικές καταθέσεις στην παρούσα δίκη, δεν αναφέρεται ποτέ και πουθενά να έχει πουληθεί Predator σε ιδιώτη, ή να έχει λειτουργήσει υπό τη σκέπη ιδιωτών, χωρίς τουλάχιστον γνώση ή ανοχή της κρατικής εξουσίας. Αυτό επιβεβαίωσε σε μεγάλο βαθμό και η κατάθεση στο παρόν δικαστήριο του πρώην υπαλλήλου της Ιntellexa, Παναγιώτη Κούτσιου, ο οποίος δήλωσε ότι κατά τη διάρκεια παρουσιάσεως μέρους του συστήματος σε ξένες χώρες, σε Ασία, Αφρική, Αμερική, αλλά ακόμη και Ευρώπη, πάντα εισέρχονταν σε κρατικά κτίρια συνοδεία αστυνομίας/στρατού/μυστικών υπηρεσιών».
Ο αντεισαγγελέας αναφέρεται και στην πηγή του επίμαχου κατασκοπευτικού λογισμικού: «Το Predator και τα διασυνδεδεμένα με αυτό συστήματα για τα οποία θα μιλήσουμε σε λίγο είναι αν όχι η πρώτη γραμμή, βαριά η δεύτερη βαθμίδα κατασκοπευτικού λογισμικού στον κόσμο, μετά από μυστικά λογισμικά κρατικών υπηρεσιών που δεν πωλούνται, και ενδεχομένως δεν κυκλοφορούν καν αλλά είναι κρατημένα για ώρα ανάγκης και πολύ μεγάλες επιχειρήσεις, συγκεκριμένα πολύ λίγων, μάλλον μόνο της αμερικανικής NSA, των ισραηλινών unit 8200 και Mossad, και ίσως κάποιων ρωσικών, κινεζικών, και ελάχιστων ευρωπαϊκών. Αλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι όλη η δημιουργία και υποδομή του Predator προέρχεται από πρώην (με ερωτηματικό το πρώην) στελέχη ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών. Είναι στην ουσία το top mercenary spyware, ήτοι μισθοφορικό κατασκοπευτικό λογισμικό, και για αυτόν τον λόγο, εξ όσων είναι γνωστό, δεν κυκλοφορεί σε ιδιώτες, παρά μόνον διατίθεται προς πώληση σε συγκεκριμένες κρατικές υπηρεσίες (ούτε καν σε όλες τις κρατικές υπηρεσίες)».
Και συνεχίζει: «Το αντίστοιχο Pegasus ήταν χαρακτηρισμένο από την κυβέρνηση του Ισραήλ ως όπλο -ίσως δηλαδή και ακόμα να είναι- και πωλούνταν σε κυβερνήσεις με ειδική άδεια, είτε χρησιμοποιούνταν και ως διαπραγματευτικό χαρτί στις σχέσεις του Ισραήλ με ξένα κράτη. Οι λόγοι πώλησης σε κρατικές υπηρεσίες είναι 1ον διπλωματικοί, 2ον οικονομικοί, γιατί ιδιώτες δύσκολα διαθέτουν τέτοιου είδους υποδομές και χρηματικά ποσά και 3ον, προφανώς για την αποφυγή οποιωνδήποτε νομικών επιπλοκών, γιατί οι δυνατότητές του είναι σαφές ότι το καθιστούν παράνομο σχεδόν σε όλες τις χώρες του κόσμου, ειμή μόνο εάν υπάρχουν ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις, ή δικαστικές διατυπώσεις, ή για κρατική χρήση είτε σε χώρες με απολυταρχικά καθεστώτα χωρίς δημοκρατικές δικλίδες, όπου το κράτος διαθέτει απόλυτη εξουσία παρακολούθησης των πολιτών χωρίς καμία πιθανότητα προσβολής της εξουσίας αυτής, είτε σε χώρες με εμπόλεμη κατάσταση και αμφιλεγόμενα καθεστώτα και ομάδες».
Ο ρόλος της δημοσιογραφικής έρευνας
Ο Νικ. Ασκιανάκης αναφέρεται και στο ρόλο που η δημοσιογραφική έρευνα είχε για την ανάδειξη της αλήθειας, παραθέτοντας τις μαρτυρικές καταθέσεις δημοσιογράφων που καταπιάστηκαν με το θέμα των τηλεφωνικών υποκλοπών και του Predator.
Αναφέρεται μεταξύ άλλων: “Η κρίση του Δικαστηρίου για τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά έχει έρεισμα στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων που δεόντως αξιολογήθηκαν και συνεκτιμήθηκαν, μεταξύ των οποίων, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και οι μαρτυρικές καταθέσεις που δόθηκαν ενώπιον του ακροατηρίου και ιδίως των Αθανασίου Κουκάκη, Δημητρίου Τερζή, Νικολάου Λεοντόπουλου, Κωνσταντίνου Βαξεβάνη, Αναστασίου Τέλλογλου, Βασιλείου Λαμπρόπουλου, Ελίζας – Σταματίνας Τριανταφύλλου και Ευαγγελίας Κατσούδα, που επιβεβαιώνουν τα σε βάρος των κατηγορουμένων περιστατικά, τα οποία οι τελευταίοι δεν μπόρεσαν να αντικρούσουν. Στο σημείο αυτό, πρέπει να σημειωθεί ότι οι μάρτυρες που έφεραν την δημοσιογραφική ιδιότητα, διαπιστώθηκε κατά την εξέτασή τους ότι είχαν διενεργήσει προσωπική έρευνα για όσα κατέθεσαν, στα οποία και περιορίστηκαν, χωρίς να προβαίνουν σε εκτίμηση και κρίση δημοσιευμάτων άλλων συναδέλφων τους, ενώ πολλοί εξ αυτών είχαν προσωπική επαφή με εμπλεκόμενα πρόσωπα, κυρίως εργαζομένους των εταιρειών του ομίλου Intellexa, οι οποίοι τους εκμυστηρεύτηκαν όσα περιήλθαν σε γνώση τους, το δε δημοσιογραφικό απόρρητο δεν τους επέτρεψε να αποκαλύψουν εκείνους από τους οποίους έλαβαν γνώση ως πηγή της μαρτυρίας τους, εξυπηρετώντας με αυτόν τον τρόπο το γενικότερο συμφέρον που απορρέει από το άρθρο 14 παρ. 2 του Συντάγματος και το αρ. 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην ακώλυτη ελευθερία του τύπου, την εχεμύθεια των πηγών πληροφόρησης και την εν γένει δραστηριότητα των ΜΜΕ”.
Τέλος, κατά την απόφαση, “οι εν λόγω μαρτυρικές καταθέσεις, συνεκτιμώνται μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, από τα οποία, μάλιστα, αυτές επαληθεύονται και συνεπώς ουδεμία ακυρότητα συνεπάγεται στην αποδεικτική διαδικασία, απορριπτομένων των αντίθετων αιτιάσεων των κατηγορουμένων”.