Οι πηγές και οι δρόμοι μεταφοράς της Ενέργειας βρίσκονται ξανά στο επίκεντρο των πολεμικών συγκρούσεων και των οξυμένων ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών που διατρέχουν ολόκληρο τον πλανήτη. Από τα πετρελαϊκά κοιτάσματα της Μέσης Ανατολής και τις επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές μέχρι τις θαλάσσιες οδούς, τις αποθήκες φυσικού αερίου και τα χρηματιστήρια Ενέργειας, όλο και περισσότερα τμήματα της διεθνούς ενεργειακής αλυσίδας βρίσκονται εκτεθειμένα στις συνέπειες των πολέμων και των γεωπολιτικών συγκρούσεων. Η αστάθεια ενσωματώνεται πλέον στη λειτουργία της παγκόσμιας αγοράς Ενέργειας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το κόστος που πληρώνουν, τελικά, οι λαοί.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η «κανονικότητα» της σχετικά φτηνής και προβλέψιμης Ενέργειας μοιάζει όλο και περισσότερο με υπόθεση μιας προηγούμενης περιόδου. Οι επιχειρηματικοί όμιλοι δεν σχεδιάζουν πλέον με δεδομένο ότι μια κρίση θα τελειώσει. Αντίθετα, προσαρμόζονται σε μια κατάσταση όπου οι διαταραχές, οι πολεμικές συγκρούσεις, οι κυρώσεις και ο ανταγωνισμός για τις διαθέσιμες προμήθειες αποτελούν μόνιμες μεταβλητές.
Αυτό ακριβώς αποτυπώνεται σήμερα σε ολόκληρη την αλυσίδα ροής της Ενέργειας: Σχεδόν ο μισός όγκος της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου προέρχεται από περιοχές που επηρεάζονται από πολέμους, συγκρούσεις ή κυρώσεις, ενώ οι τιμές των καυσίμων, του φυσικού αερίου, της ηλεκτρικής ενέργειας και των μεταφορών προεξοφλούν ότι η αστάθεια θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια.
Σχεδόν ο μισός κόσμος του πετρελαίου βρίσκεται στη φωτιά
Πίσω από τις νέες ανατιμήσεις του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και των καυσίμων βρίσκεται μια πολύ βαθιά αλλαγή σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Ολο και μεγαλύτερο τμήμα της παγκόσμιας ενεργειακής παραγωγής βρίσκεται πλέον μέσα στη ζώνη των πολεμικών συγκρούσεων, των γεωπολιτικών ανταγωνισμών και των κυρώσεων.
Σύμφωνα με υπολογισμούς του Reuters, χώρες που επηρεάζονται άμεσα από πολέμους, συγκρούσεις ή σοβαρούς γεωπολιτικούς περιορισμούς αντιπροσωπεύουν παραγωγή περίπου 45 εκατ. βαρελιών πετρελαίου την ημέρα, δηλαδή πάνω από το 43% της παγκόσμιας προσφοράς. Στον ίδιο ενεργειακό χάρτη συναντιούνται πλέον οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι στη Μέση Ανατολή, στην Ουκρανία, οι εξελίξεις στη Λιβύη και τη Βενεζουέλα.
Δεν πρόκειται, επομένως, για μια νέα «κρίση», όπου μια συγκεκριμένη διακοπή της παραγωγής προκαλεί προσωρινό σοκ και στη συνέχεια η αγορά αναζητά την ισορροπία της. Σήμερα συσσωρεύονται ταυτόχρονα πολλαπλές εστίες αστάθειας πάνω στις βασικές αρτηρίες του παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος.
Στον Περσικό Κόλπο, ο πόλεμος και οι περιορισμοί στις μεταφορές μέσω των Στενών του Ορμούζ έχουν διαταράξει τις εξαγωγές πετρελαίου και LNG. Στη Ρωσία και την Ουκρανία, οι επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές έχουν επηρεάσει όχι μόνο την παραγωγή αλλά και τη διύλιση, ενώ οι περιορισμοί στις ρωσικές εξαγωγές συνεχίζουν να αναδιαμορφώνουν τις διεθνείς ροές. Την ίδια στιγμή, η Λιβύη παραμένει μια μόνιμη εστία αβεβαιότητας, οι κυρώσεις και η υφαρπαγή του πετρελαίου στη Βενεζουέλα από τις ΗΠΑ περιορίζουν ακόμη περισσότερο τις διαθέσιμες επιλογές στην παγκόσμια αγορά.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η ενεργειακή αστάθεια δεν έχει πλέον μία μόνο γεωγραφική εστία. Οι κρίσεις δεν διαδέχονται απλώς η μία την άλλη. Συνυπάρχουν, αλληλοτροφοδοτούνται και πιέζουν ταυτόχρονα διαφορετικά σημεία της παγκόσμιας αλυσίδας Ενέργειας, ως κομμάτι του ιμπεριαλιστικού πολέμου που γενικεύεται.
Ακόμη και όταν δεν διακόπτεται ολόκληρη η παραγωγή σε κάποια χώρα, το κόστος των πολέμων και των επεμβάσεων περνά στην αγορά μέσα από τις διακοπές στις μεταφορές, τα υψηλότερα ασφάλιστρα, τις αλλαγές στις διαδρομές των πλοίων και την ανάγκη αντικατάστασης προμηθευτών. Ετσι, η διεθνής αγορά Ενέργειας λειτουργεί όλο και περισσότερο μέσα σε έναν χάρτη όπου η κρίση δεν είναι εξαίρεση, αλλά όλο και πιο μόνιμη κατάσταση.
Κρίση στη μεταφορά της Ενέργειας
Οι «διαταραχές» δεν αφορούν μόνο την παραγωγή, αλλά ολόκληρη τη διαδρομή που πρέπει να ακολουθήσει η Ενέργεια μέχρι να φτάσει στην κατανάλωση. Το σημερινό πρόβλημα δεν αφορά απλώς το αν υπάρχουν αρκετά κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου ή αν η παγκόσμια παραγωγή επαρκεί για να καλύψει τη ζήτηση.
Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, καθώς ένας από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους του πλανήτη βρίσκεται πλέον στο «μάτι του κυκλώνα». Οι επιθέσεις και οι εντάσεις στην Ερυθρά Θάλασσα, οι κίνδυνοι γύρω από τη Διώρυγα του Σουέζ και η ανάγκη αλλαγής θαλάσσιων διαδρομών αυξάνουν επίσης τον χρόνο και το κόστος μεταφοράς. Η μεταφορά της Ενέργειας γίνεται ακριβότερη, ακριβώς επειδή οι δρόμοι από τα κοιτάσματα προς τις αγορές περνούν όλο και συχνότερα μέσα από πολεμικές ζώνες ή περιοχές αυξημένης στρατιωτικής έντασης.
Ταυτόχρονα, το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα εντοπίζεται στα διυλιστήρια. Οι επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις στη Ρωσία και την Ουκρανία έχουν μειώσει τη διαθέσιμη ικανότητα διύλισης, ενώ τα προηγούμενα χρόνια έκλεισαν σημαντικές μονάδες σε Ευρώπη και Βόρεια Αμερική.
Εδώ βρίσκεται μια κρίσιμη διάσταση της νέας ενεργειακής αστάθειας. Η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία δεν κινδυνεύει απαραίτητα να «ξεμείνει» από πετρέλαιο. Κινδυνεύει όμως να βρεθεί με περιορισμένη δυνατότητα μεταφοράς του και με ανεπαρκή διυλιστική ικανότητα.
Η Ευρώπη μπαίνει στον χειμώνα με λιγότερα αποθέματα και ακριβότερο αέριο
Στο μεταξύ, η Ευρώπη μπαίνει στην κρίσιμη περίοδο πριν από τον χειμώνα με τις αποθήκες φυσικού αερίου αισθητά χαμηλότερα από τα προηγούμενα χρόνια και με την ανάγκη να ανταγωνιστεί την Ασία για κάθε διαθέσιμο φορτίο LNG.
Τα ευρωπαϊκά αποθέματα κινούνται γύρω στο 60% της συνολικής χωρητικότητας και η αναπλήρωσή τους εξελίσσεται με βραδύτερους ρυθμούς. Μπροστά σε αυτήν την κατάσταση, ακόμη και οι μειωμένοι στόχοι που έθεσε η ΕΕ για την πλήρωση των αποθηκών μοιάζουν ολοένα και δυσκολότεροι. Η Κομισιόν κινήθηκε προς τη μείωση του στόχου από το 90% στο 80%.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τη διαθεσιμότητα φορτίων, αλλά και την τιμή στην οποία η Ευρώπη θα μπορέσει να τα εξασφαλίσει. Σύμφωνα με αναλύσεις της αγοράς, για να προσεγγιστεί ακόμη και ο στόχος του 80%, η Ευρώπη θα χρειαζόταν περισσότερες από 140 αφίξεις φορτίων LNG τον μήνα κατά την περίοδο αναπλήρωσης. Για να προσελκύσει φορτία LNG από τον Ατλαντικό και να αποφύγει τη μετακίνησή τους προς τις ασιατικές αγορές, η Ευρώπη καλείται να διατηρεί τις τιμές σε υψηλά επίπεδα. Με άλλα λόγια, για να γεμίσουν οι αποθήκες, η Ευρώπη πρέπει να πληρώσει περισσότερο από τους ανταγωνιστές της.
Ετσι, η προετοιμασία για τον χειμώνα μετατρέπεται σε έναν διαρκή πλειστηριασμό για το διαθέσιμο φυσικό αέριο. Και το τίμημα αυτού του ανταγωνισμού περνά στην ηλεκτροπαραγωγή, στα τιμολόγια και τελικά στους λογαριασμούς των νοικοκυριών, δείχνοντας πώς η πολεμική και γεωπολιτική αστάθεια μετατρέπεται, βήμα προς βήμα, σε μόνιμο στοιχείο της καθημερινής ενεργειακής ακρίβειας.
Ούτε το… 2027 η επιστροφή στην «κανονικότητα»
Οι τιμές των προθεσμιακών συμβολαίων, οι ναύλοι των δεξαμενόπλοιων και τα περιθώρια κέρδους των διυλιστηρίων αποτυπώνουν σε έναν βαθμό το πώς οι μεγάλοι παίκτες της αγοράς κάνουν προβλέψεις για το επόμενο διάστημα. Το μήνυμα που στέλνουν, σύμφωνα με αστούς αναλυτές, είναι εντυπωσιακά ενιαίο, και δείχνει πως δεν προεξοφλούν επιστροφή στην προηγούμενη «κανονικότητα» ούτε το 2027.
Από τις θαλάσσιες μεταφορές μέχρι το ντίζελ, το φυσικό αέριο και την ηλεκτρική ενέργεια, οι τιμές παραμένουν σε επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από τους μέσους όρους των τελευταίων ετών. Οι ναύλοι για τη μεταφορά πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή προς την Ασία έχουν εκτιναχθεί. Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται στα καύσιμα. Τα προθεσμιακά συμβόλαια για το ντίζελ σε Ευρώπη και ΗΠΑ παραμένουν αισθητά υψηλότερα από τους μέσους όρους του 2024 και του 2025, ενώ τα περιθώρια διύλισης για ντίζελ και αεροπορικά καύσιμα κινούνται επίσης σε πολύ υψηλά επίπεδα.
Το ίδιο ισχύει για την Ευρώπη. Τα προθεσμιακά συμβόλαια φυσικού αερίου στο TTF και οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στη Γερμανία παραμένουν πολύ πάνω από τους μέσους όρους της περιόδου πριν από τη σημερινή κρίση.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται ήδη και στην ελληνική αγορά. Η μέση τιμή στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας έφτασε στις 26 Αυγούστου τα 184,47 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ενώ ο μέσος όρος του Αυγούστου κινείται σημαντικά υψηλότερα από τον Ιούλιο. Ακόμη πιο χαρακτηριστικά είναι τα προθεσμιακά συμβόλαια: Οι τιμές για τους επόμενους μήνες παραμένουν σε επίπεδα περίπου 140 έως 180 ευρώ ανά μεγαβατώρα, φτάνοντας μέχρι τις αρχές του 2027.
«Το βάζο έσπασε»
Ακόμη όμως και στο ενδεχόμενο αποκλιμάκωσης και αποκατάστασης των βασικών ενεργειακών ροών, τίποτα δεν δείχνει ότι η αγορά θα επέστρεφε απλώς στην κατάσταση που βρισκόταν πριν από τη νέα κλιμάκωση. Χαρακτηριστική είναι η διατύπωση του επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, Φατίχ Μπιρόλ, για τα Στενά του Ορμούζ: «Το βάζο έσπασε. Δεν μπορείς να το ξαναφέρεις στην ίδια κατάσταση».
Η εικόνα αυτή αποτυπώνει μια βαθύτερη μεταβολή. Η διακοπή ή ο περιορισμός των ροών από το Ορμούζ, σε συνδυασμό με την απώλεια των ρωσικών αγωγών προς την Ευρώπη από το 2022, έχει θέσει εκτός της προηγούμενης λειτουργίας δύο από τις βασικότερες ενεργειακές «αρτηρίες» του πλανήτη.
Αυτές οι αλλαγές δεν αποτελούν προσωρινές κινήσεις αντιμετώπισης μιας κρίσης. Διαμορφώνουν νέους όρους λειτουργίας της ενεργειακής αγοράς. Το ίδιο το ενεργειακό σύστημα, με άλλα λόγια, προσαρμόζεται στην παραδοχή ότι οι κρίσεις δεν αποτελούν πλέον μια προσωρινή παρένθεση πριν από την επιστροφή στην προηγούμενη κατάσταση.
Η προηγούμενη «κανονικότητα» έχει ήδη αρχίσει να αντικαθίσταται από μια νέα, στην οποία η αστάθεια, οι ακριβότερες διαδρομές και ο διαρκής ανταγωνισμός για τις διαθέσιμες προμήθειες αποτελούν μόνιμο στοιχείο του σχεδιασμού των αστικών επιτελείων, με τον «λογαριασμό» να καταλήγει με όλους τους τρόπους στους λαούς, που πρέπει να περάσουν στην αντεπίθεση με το δικό τους σχέδιο για να μην πληρώσουν και αυτήν την κρίση.
Αναδημοσίευση από τον Ριζοσπάστη