Απόψεις Διεθνή

Η εργασία συνεχίζει να απελευθερώνει…

Με το ξεκίνημα του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου η γερμανική πολεμική μηχανή προελαύνει σε ολόκληρη την Ευρώπη εφαρμόζοντας ένα καινοτόμο στρατιωτικό δόγμα πιάνοντας εν μέρει τους αντιπάλους της στον ύπνο καθώς η λειτουργία των στρατών τους βρισκόταν ακόμα σε όρους του προηγούμενου πολέμου, με λιγότερο ευέλικτες δυνάμεις, και δυσκολία να αντιδράσουν αρχικά στη γερμανική επίθεση.

Αυτό που οι σύμμαχοι αποκαλούσαν Αιφνίδιο Πόλεμο (Blitzkrieg), όρος που δεν χρησιμοποιήθηκε τότε από τη Γερμανία καθώς χρησιμοποιούσαν το Schwerpunkt δηλαδή Σημείο Επικέντρωσης, έδωσε στο γερμανικό στρατό σαφές πλεονέκτημα στην αρχή του πολέμου. Η Γερμανία όμως είχε και ένα άλλο μεγάλο πλεονέκτημα σε όλη τη διάρκειά του. Την τεχνολογική ισχύ της που ήταν κατά ένα μεγάλο μέρος στηριγμένη στην φτηνή εργασία. Και η φτηνή εργασία δεν ήταν αποτέλεσμα επιτυχημένης διαπραγμάτευσης των εργοδοτών με τα σωματεία των εργαζομένων, ούτε αποτέλεσμα του εθνικού φρονήματος των Γερμανών. Ήταν δώρο της ναζιστικής κυβέρνησης στη βιομηχανία της χώρας, με την παροχή αιχμαλώτων πολέμου, κομμουνιστών, Εβραίων, ομοφυλόφιλων και αναρχικών στα εργοστάσια, ως εργαζόμενους κάτω από άθλιες συνθήκες δίχως ίχνος πρόνοιας για ασφάλεια.

Η Γερμανία είναι γεμάτη από κολαστήρια όπως το Νταχάου έξω από το Μόναχο, αλλά και στρατοπέδων εργασίας όπου πριν από την εξολόθρευση χιλιάδων αιχμαλώτων, τους χρησιμοποιούσαν ως καύσιμο για την παραγωγική μηχανή της χώρας, ως δωρεάν εργατική δύναμη. Δημιουργήσαν μία εργατική δύναμη που αμειβόταν – όπως θα έλεγε κανείς επικαλούμενος τον Μαρξ – με αμοιβή μικρότερη από εκείνη που απαιτείτο για την αναπαραγωγή της.

Είναι επίσης γνωστό ότι οι εταιρείες που επωφελήθηκαν από αυτή την τακτική ήταν πολλές και βεβαίως οι περισσότερες υπάρχουν και δραστηριοποιούνται ως τις μέρες μας, ενδεχομένως έχοντας αλλάξει ονομασία. Ήδη στη Γερμανία έχει ξεκινήσει από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 μία συζήτηση αναφορικά με τον ρόλο των εταιρειών αυτών στη διάρκεια του πολέμου. Και φυσικά όλες όσες έχουν εμπλακεί μετέπειτα στη συζήτηση ζήτησαν δημόσια συγνώμη. Αφού βεβαίως φρόντισαν να κρατήσουν παγωμένη κάθε αναφορά στα πεπραγμένα τους μέχρι να διασφαλίσουν ότι το κόστος από την ανάληψη της ευθύνης δεν θα είναι οικονομικό ή νομικό.

Ο πόλεμος δημιούργησε παγκόσμια κρίση και κάθε κρίση γεννά ευκαιρίες, όπως λέει το γνωστό μότο του καπιταλισμού. Για άλλους ο πόλεμος σημαίνει θάνατος στα πεδία των μαχών, πείνα, εξαθλίωση και πόνο, ενώ για κάποιους σημαίνει αύξηση της κερδοφορίας. Αυτοί είναι που βρίσκουν αυτές τις ευκαιρίες και τις εκμεταλλεύονται στο έπακρο. Και είναι ενδιαφέρον ότι στη δίκη της Νυρεμβέργης, όπου δικάστηκε ο πυρήνας των στελεχών του ναζιστικού κόμματος, συμμετείχαν ως κατηγορούμενοι, μόνο ένας τραπεζίτης ο οποίος αθωώθηκε και ο Γκούσταφ Κρούπ, του ομώνυμου Ομίλου, που δικάστηκε στη θέση του γιου του που ήταν επικεφαλής κατά τη διάρκεια του πολέμου, αφού το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αντικατάστασης του κατηγορουμένου, χωρίς να εκτίσει καμία ποινή λόγω μόνιμης αναπηρίας.

Ένα παράδειγμα για το πώς λειτούργησε η ελίτ που πλούτισε κατά τη διάρκεια του πολέμου για να αποφύγει οποιαδήποτε ανάληψη ευθύνης, φαίνεται στην περίπτωση της οικογένειας Quandt. Οι ιδιοκτήτες της εταιρείας μπαταριών Afa, που μετέπειτα ονομάστηκε Varta, πέρα από ενεργά μέλη του ναζιστικού κόμματος, ήταν προμηθευτές μπαταριών για τον γερμανικό στρατό. Τα εργοστάσια της Afa ήταν στελεχωμένα από έγκλειστους των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Μεταπολεμικά αρκούσε ο ισχυρισμός πως δεν γνώριζαν τις συνθήκες εργασίας στα εργοστάσιά τους, ούτε και τα εγκλήματα που διέπραξε ο χιτλερικός στρατός για να αποφύγουν τη δίκη. Η οικογένεια έγινε γνωστή όταν τη δεκαετία του ’50, έχοντας συγκεντρώσει τεράστια κεφάλαια κατά τη διάρκεια του πολέμου, διέσωσαν την BMW από τη χρεοκοπία. Ο ρόλος των Quandt κατά τη ναζιστική περίοδο αποκαλύφθηκε το 2007 έπειτα από ένα ντοκιμαντέρ που προβλήθηκε στη γερμανική τηλεόραση αναφορικά με τη δράση τους. Μέλη της οικογένειας ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να χρηματοδοτήσουν την ιστορική έρευνα για τα πεπραγμένα της οικογένειας την δεκαετία 1935-45, σε μια προσπάθεια να μετριαστούν οι αντιδράσεις.

Όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν; Το τραγικό είναι πως όχι, καθώς πέρα από τις συνθήκες εργασίας που επιβάλλονται και βασίζονται όχι μόνο σε ελλιπείς κανόνες υγιεινής και ασφάλειας αλλά και μόνιμης εργασιακής επισφάλειας, ο αγώνας του κεφαλαίου για μεγιστοποίηση του κέρδους και αύξηση της ανταγωνιστικότητας, σε αναπόληση του “ένδοξου” παρελθόντος εκμεταλλεύεται ολοένα και περισσότερο τους εργαζόμενους. Η στάση που κράτησαν οι Quandt μετά την αποκάλυψη της δικής τους ιστορίας αποτελεί πυξίδα και για τους σημερινούς συνεργάτες των σύγχρονων δουλεμπόρων.

Στο Τέξας και τη Λουϊζιάνα δραστηριοποιείται το κέντρο επανένταξης εξαρτημένων ατόμων, γνωστό ως Ίδρυμα Cenikor. Η βασική ιδέα για την αποτελεσματικότητα του προγράμματος απεξάρτησης είναι πως η εργασία βοηθάει ένα εξαρτημένο άτομο να επανενταχθεί στην κοινωνία. Έτσι οι συμμετέχοντες στο πρόγραμμα δουλεύουν για μεγάλες εταιρείες που έχουν συμφωνήσει με το Ίδρυμα Cenikor, καλύπτοντας με το μισθό τους τα έξοδα του προγράμματος, για δύο χρόνια. Οι συμμετέχοντες στο πρόγραμμα μιλούν για εξαντλητικές συνθήκες εργασίας, ξεπερνώντας τις δέκα ώρες ημερησίως, με πολλές καταγγελίες για εργατικά ατυχήματα που πολλές φορές οδήγησαν σε σοβαρούς τραυματισμούς, που όμως δεν δηλώνονται από το Ίδρυμα στις Αρχές ακόμα και όταν είναι υποχρεωμένο από το Νόμο. Οι εταιρείες-πελάτες του Ιδρύματος είναι κολοσσοί που δραστηριοποιούνται επιχειρηματικά σε ολόκληρο τον κόσμο όπως η Exxon Mobile, η Walmart, η Shell κ.α.

Το Ίδρυμα Cenikor βρίσκεται στην κορυφή του παγόβουνου, καθώς οι καταγγελίες για εργασιακή εκμετάλλευση ατόμων που συμμετέχουν σε προγράμματα απεξάρτησης στις ΗΠΑ είναι πολλές. Τα συμβόλαια του σύγχρονου δουλεμπόρου Cenikor έφτασαν πέρυσι τα 7 δισεκατομμύρια δολάρια, με τον Διευθύνων Σύμβουλο να αμείβεται το 2017 με 400.000$. Διόλου ευκαταφρόνητος κύκλος εργασιών για έναν μη κερδοσκοπικό οργανισμό που ισχυρίζεται πως με τις μεθόδους που ακολουθεί, χτίζει την εργασιακή εμπειρία για τα άτομα που συμμετέχουν στο πρόγραμμα, διασφαλίζοντάς τους την μελλοντική ένταξή τους στην αγορά εργασίας. Βέβαια, σύμφωνα με τα στατιστικά που δημοσιεύει το ίδρυμα, μόνο το 8% καταφέρνει να ολοκληρώσει το πρόγραμμα ενώ ο αριθμός εκείνων που επιστρέφουν σε μία “κανονική” ζωή είναι μικρότερος.

Οι σύγχρονοί Quandt που αυξάνουν τα κέρδη τους μέσω των συμβάσεων με το Cenikor κάνουν ακριβώς αυτό που έχουν διδαχθεί από την ιστορία. Επικαλούνται τον Νόμο που προστατεύει τελικά τους ίδιους αποποιούμενοι των ευθυνών τους: “Κάθε εταιρεία με την οποία συνάπτουμε συμφωνία, οφείλει να τηρεί τους νόμους και τους κανονισμούς”. Σε αυτό το πνεύμα κινούνται οι επίσημες απαντήσεις των εταιρειών αυτών στις καταγγελίες. Το νομικό τους οπλοστάσιο είναι ανεξάντλητο προστατεύοντας τα συμφέροντά τους δίχως παρόλα αυτά να θίγονται εκείνα του Cenikor. Είναι χαρακτηριστικό πως όσοι πρώην τρόφιμοι έχουν καταφύγει σε δικαστική διαμάχη με το Ίδρυμα ζητώντας τα δεδουλευμένα τους περιμένουν ακόμα να δικαστούν, ενώ οι επίσημες κατηγορίες για εκμετάλλευση μπαίνουν στο Αρχείο και τη λήθη. Και φυσικά η κάλυψη των γεγονότων είναι ανύπαρκτη.

 

(Επισκέψεις: 954 φορές, όπου 1 ημερήσιες)
Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend