«Με το νομοσχέδιο που έφερε η κυβέρνηση στη βουλή για τον Νέο Κώδικα των ΟΤΑ επιταχύνεται η λειτουργία δήμων και περιφερειών ως φοροεισπρακτικοί μηχανισμοί και πεδία επιχειρηματικής δραστηριότητας πάνω στα διαλυμένα εργασιακά δικαιώματα», τονίζει η ΔΑΣ ΟΤΑ, σημειώνοντας ότι στόχος τους είναι «η εξυπηρέτηση των σχεδιασμών των επιχειρηματικών ομίλων σε συνθήκες επιτάχυνσης των διεθνών ανταγωνισμών και των μεγάλων απαιτήσεων που προκύπτουν από την πολεμική εμπλοκή της χώρας».
Έτσι, επισημαίνει η ΔΑΣ ΟΤΑ, «προβλέπονται παλιά και νέα τέλη στο όνομα της υποχρηματοδότησης που υπάρχει, υπολογίζοντας ότι κάτω από την πίεση της “καθημερινότητας” τα λαϊκά νοικοκυριά θα ανεχτούν τα τοπικά χαράτσια. Να ξαναπληρώσουν δηλαδή, με την προσδοκία ότι αυτή τη φορά τα λεφτά τους θα πιάσουν τόπο.
Ταυτόχρονα, επιδιώκεται η διευκόλυνση στην εφαρμογή της αντιλαϊκής πολιτικής μέσω της μετατροπής νομικών προσώπων σε αναπτυξιακούς οργανισμούς, δηλαδή σε Ανώνυμες Εταιρείες. Είναι χαρακτηριστική η πρόβλεψη ότι δεν θα είναι δυνατή πλέον η σύσταση νέου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου τοπικής αυτοδιοίκησης και από τις 1.1.2027 καταργούνται όλα τα ΝΠΙΔ και οι αρμοδιότητές τους μαζί με το προσωπικό θα πηγαίνουν στις δημοτικές Ανώνυμες Εταιρείες. Εταιρείες με Διοικητικά Συμβούλια που θα διαχειρίζονται αναπτυξιακά, επενδυτικά και ειδικά προγράμματα, μακριά όχι μόνο από τις ανάγκες του κόσμου, αλλά και από τα μάτια του».
«Σε αυτό το αντιδραστικό νομοσχέδιο, με τη σαφή κατεύθυνση στην εμπορευματοποίηση/ιδιωτικοποίηση δημοτικών δομών – υπηρεσιών και περιουσίας», συνεχίζει η ΔΑΣ ΟΤΑ, «η κυβέρνηση αναγκάζεται σε ελιγμό και καθιερώνει Ηλεκτρονικό Μητρώο – Επετηρίδα στην προοπτική μονιμοποίησης ενός μεγάλου τμήματος των χιλιάδων εργαζομένων στους δημοτικούς παιδικούς σταθμούς που δούλευαν μέσω προγράμματος ΕΣΠΑ για πολλά χρόνια και θα απολύονταν με τη λήξη του τον Αύγουστο του 2027. Ανοίγει εξαίρεση στον ν. Βορίδη για τους υπηρετούντες συγκεκριμένων υπηρεσιών και με 2ετή προϋπηρεσία, που σήμερα βρίσκονται σε καθεστώς ομηρίας και ανασφάλειας και θα συνεχίζουν να ζητούν το αυτονόητο ματώνοντας οικονομικά μέσα από δικαστικές προσφυγές».
Η αναδίπλωση αυτή, υπογραμμίζει η ΔΑΣ ΟΤΑ, «οφείλεται στην πίεση του αγώνα των εργαζομένων και τη μεγαλειώδη απεργιακή κινητοποίηση στις 24 Απρίλη, με την οποία έδωσαν αποστομωτική απάντηση στο απαράδεκτο προσχέδιο νόμου που είχε δοθεί στην ΚΕΔΕ, αλλά και σε όλους αυτούς που θεωρούν τις απεργίες αναχρονιστικές και ατελέσφορους τους αγώνες. Την κατάκτηση αυτή δεν μπορεί κανένας να την καπηλευτεί. Είναι όλων των εργαζομένων και ιδιαίτερα αυτών που εδώ και χρόνια μέσα από το οργανωμένο κίνημα, παλεύουν για μόνιμη και σταθερή εργασία με δικαιώματα για όλους».
«Ο αγώνας ούτε τελειώνει εδώ, ούτε αναστέλλεται όσο υπάρχουν ελαστικές σχέσεις εργασίας, όσο υπάρχουν συμβασιούχοι στους Δήμους, όσο η μισθοδοσία μας αντιμετωπίζεται ως κόστος και δικαιολογεί την τοπική φορολογία», προσδιορίζει η ΔΑΣ ΟΤΑ, γιατί, όπως σημειώνει, «παρά τις θετικές αλλαγές που αποσπάσαμε, ο απαράδεκτος νόμος Βορίδη δεν καταργείται, αντιθέτως γίνεται νόμος Λιβάνιου».
Σε κάθε περίπτωση, προσθέτει, «το εργασιακό μέλλον των νέων συναδέλφων θα είναι πολύ πιο βάρβαρο. Οι περικοπές προσωπικού από τη σκόπιμη οικονομική ασφυξία των δήμων θα συνεχίζει να γίνεται πρόσχημα για να “ταΐζονται” μεγαλοεργολάβοι και επιχειρήσεις».
«Δεν είναι τυχαίο ότι στο προσχέδιο που απέτρεψαν με τον αγώνα τους οι εργαζόμενοι, η στελέχωση των Παιδικών Σταθμών ήταν αδιάρρηκτα συνδεμένη με τα κουπόνια (voucher) και την επιχειρηματική δραστηριότητα (ιδιώτες)», αναφέρει η ΔΑΣ ΟΤΑ, που καταλήγοντας αναδεικνύει ότι:
«Το αίτημα για μόνιμη και σταθερή εργασία με δικαιώματα για όλους παραμένει ανοιχτό και επίκαιρο όσο υπάρχουν εργασιακές σχέσεις ομηρίας. Γι’ αυτό καλούμε τους εργαζόμενους και τα σωματεία του κλάδου να μην εφησυχάζουν και να μην επαναπαύονται, ούτε “μεσσίες” υπουργοί υπάρχουν, αλλά ούτε και “σωτήριες” κυβερνητικές εναλλαγές θα έρθουν για να μας «σώσουν».
Τον δρόμο που άνοιξε ο αγώνας μας, τον διευρύνουμε με περισσότερη αποφασιστικότητα και μαζικότητα, τον μεγαλώνουμε, μέχρι την μονιμοποίηση όλων των εργαζομένων χωρίς όρους και προϋποθέσεις, για ζωή και εργασία με αξιοπρέπεια».