Στην Ελλάδα επαναλαμβάνεται με υπερηφάνεια ότι η ελληνόκτητη ναυτιλία αποτελεί την πρώτη ναυτική δύναμη στον κόσμο. Η διαπίστωση συνοδεύει υπουργικές ομιλίες, συνέδρια, εκθέσεις και πανηγυρικές εκδηλώσεις. Ασχολείται, όμως, κανείς από όσους ομιλούν στις λαμπερές εκδηλώσεις με τους ανθρώπους που κινούν τα πλοία; Νοιάζεται κανείς για τη δημόσια ναυτική εκπαίδευση, τις σχολές που εκπαιδεύουν τους αξιωματικούς που αύριο θα στελεχώσουν τον εμπορικό στόλο;
(*) Δρ. Νικόλαος Κατσουλάκος, Αναπληρωτής Καθηγητής ΑΕΝ Ασπροπύργου – Διευθυντής Σχολής Μηχανικών
Πίσω από τις διακηρύξεις περί «ναυτιλιακού θαύματος» βρίσκεται μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να κρυφτεί. Η Δημόσια Ναυτική Εκπαίδευση παραμένει το αποπαίδι της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Λειτουργεί με σοβαρές ελλείψεις προσωπικού, γερασμένες κτιριακές και εργαστηριακές υποδομές, ανεπαρκή διοικητική υποστήριξη και, κυρίως, οι απόφοιτοί της λαμβάνουν πτυχία χωρίς σαφή ακαδημαϊκή διαβάθμιση, απλά «διαβατήρια» για μία συγκεκριμένη επαγγελματική οδό.
Η αντίφαση είναι εξόφθαλμη. Ζητούμε από νέους ανθρώπους, λίγους μήνες μετά την αποφοίτησή τους, να αναλάβουν καθήκοντα αυξημένης τεχνικής και επιχειρησιακής ευθύνης σε πλοία τεράστιας οικονομικής αξίας, μέσα σε ένα σύνθετο διεθνές περιβάλλον. Τους εκπαιδεύουμε στη ναυσιπλοΐα, στις μηχανές, στην ενεργειακή αποδοτικότητα, στα νέα καύσιμα, στην ασφάλεια, στην αντιμετώπιση εκτάκτων περιστατικών και στη διοίκηση πληρώματος. Την ίδια στιγμή, το ελληνικό κράτος αρνείται να αναγνωρίσει ακαδημαϊκά το επίπεδο αυτών των σπουδών.
Ο παραλογισμός δεν σταματά στις Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού, τις ΑΕΝ. Συνεχίζεται και κορυφώνεται στα Κέντρα Επιμόρφωσης Στελεχών Εμπορικού Ναυτικού, τα ΚΕΣΕΝ, χωρίς τα οποία κανένας αξιωματικός δεν μπορεί να ανελιχθεί στην ιεραρχία. ΑΕΝ και ΚΕΣΕΝ αποτελούν διαδοχικά τμήματα της ίδιας εκπαιδευτικής και επαγγελματικής διαδρομής. Κι όμως, το κράτος τα αντιμετωπίζει ως δύο ιδιόμορφους, ακαδημαϊκά αόρατους κόσμους.
Ο παραλογισμός της ακαδημαϊκής αναγνώρισης μέσω της επαγγελματικής εξέλιξης
Σήμερα, ο απόφοιτος της ΑΕΝ λαμβάνει, ύστερα από τέσσερα έτη σπουδών (που περιλαμβάνουν 12 μήνες κατευθυνόμενης εκπαίδευσης επί πλοίου και έως 55 εξαμηνιαία θεωρητικά και εργαστηριακά μαθήματα), ένα πτυχίο ακαδημαϊκά αδιαβάθμητο. Για να εξελιχθεί επαγγελματικά πρέπει, αφού συμπληρώσει την προβλεπόμενη θαλάσσια υπηρεσία, να επιστρέψει στη δημόσια ναυτική εκπαίδευση και να φοιτήσει στα ΚΕΣΕΝ.
Τι είναι, αλήθεια, ακαδημαϊκά ένα ΚΕΣΕΝ; Πανεπιστημιακή σχολή; Μεταπτυχιακό πρόγραμμα; Τεχνική σχολή; Ινστιτούτο επαγγελματικής κατάρτισης; Ένα ιδιόμορφο κρατικό φροντιστήριο προετοιμασίας για την απόκτηση ανώτερου επαγγελματικού διπλώματος; Η απάντηση είναι ότι δεν εντάσσεται καθαρά σε καμία από αυτές τις κατηγορίες. Πρόκειται για μια απολύτως ειδική μορφή μετεκπαίδευσης, θεμελιώδη για τη λειτουργία της εμπορικής ναυτιλίας, αλλά ακαδημαϊκά ανύπαρκτη τόσο για τους εκπαιδευομένους όσο και για τους εκπαιδευτικούς της.
Χωρίς τη φοίτηση στα ΚΕΣΕΝ δεν μπορεί να υπάρξει επαγγελματική ανέλιξη προς τα διπλώματα Β΄ και Α΄ τάξης. Οι αξιωματικοί παρακολουθούν απαιτητικούς κύκλους μαθημάτων, εξετάζονται και εμβαθύνουν σε σύνθετα τεχνικά, επιχειρησιακά και διοικητικά αντικείμενα. Κι όμως, αυτή η διαδικασία δεν οδηγεί σε αναγνωρισμένο ακαδημαϊκό τίτλο, δεν συγκροτεί μεταπτυχιακό κύκλο σπουδών και δεν εντάσσεται σε μια σαφή κλίμακα ακαδημαϊκών προσόντων.
Το αποκορύφωμα έρχεται με την απόκτηση του διπλώματος αξιωματικού Α΄ τάξης. Όταν κάποιος ολοκληρώσει τη θαλάσσια υπηρεσία, παρακολουθήσει επιτυχώς τον κύκλο του ΚΕΣΕΝ και αποκτήσει το επαγγελματικό δίπλωμα πλοιάρχου ή μηχανικού Α΄ τάξης, θεωρείται ισότιμος με πτυχιούχο ΤΕΙ. Που και αυτή η ακαδημαϊκή βαθμίδα πλέον δεν υπάρχει…
Δηλαδή, η Πολιτεία αρνείται να αναγνωρίσει ακαδημαϊκά τις τετραετείς σπουδές της ΑΕΝ. Δεν αναγνωρίζει ως αυτοτελή ακαδημαϊκή βαθμίδα τη μετεκπαίδευση στα ΚΕΣΕΝ. Στο τέλος, όμως, αποδίδει ακαδημαϊκή ισοτιμία μέσω του συνδυασμού θαλάσσιας προϋπηρεσίας, επαγγελματικής μετεκπαίδευσης και ενός διπλώματος ιεραρχικής εξέλιξης. Η επαγγελματική πορεία καλείται εκ των υστέρων να υποκαταστήσει αυτό που το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα αρνήθηκε εξαρχής να προσφέρει: έναν αναγνωρισμένο ακαδημαϊκό τίτλο.
Το όλο παράδοξο συμπληρώνεται από τις πιστωτικές μονάδες. Οι ΑΕΝ έχουν ενταχθεί νομοθετικά στο ευρωπαϊκό σύστημα μεταφοράς και συσσώρευσης πιστωτικών μονάδων (ECTS) και το πρόγραμμα σπουδών τους αντιστοιχεί σε 240 μονάδες (Άρθρο 14 του Ν. 4597/2019). Παρ’ όλα αυτά, το κράτος φρόντισε να διευκρινίσει ότι οι συγκεκριμένες μονάδες δεν συσχετίζονται με εκείνες των άλλων προγραμμάτων της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (ΚΥΑ 2231.2-2/50605/2019). Δηλαδή, μέσω μίας Υπουργικής Απόφασης αναιρείται ένας νόμος, με θύματα ποιους; Μα τους συνήθεις ύποπτους, τους σπουδαστές ΑΕΝ και μέλλοντες ναυτικούς.
Την ίδια περίοδο, ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί φορείς στην Ελλάδα συνεργάζονται με πανεπιστήμια του εξωτερικού και προσφέρουν προγράμματα ναυτικών σπουδών που οδηγούν σε Bachelor. Ένας απόφοιτος ιδιωτικής ναυτικής ακαδημίας μπορεί, μέσω τίτλου ξένου πανεπιστημίου και των αντίστοιχων διαδικασιών αναγνώρισης, να βρεθεί ακαδημαϊκά σε πλεονεκτικότερη θέση από έναν απόφοιτο δημόσιας ΑΕΝ. Αυτό δεν είναι απλώς μια τεχνική αστοχία. Είναι πολιτική επιλογή που δημιουργεί συνθήκες άνισου ανταγωνισμού εις βάρος της δημόσιας εκπαίδευσης. Το δημόσιο ίδρυμα κρατιέται χαμηλά, ώστε η ιδιωτική εκπαιδευτική αγορά να εμφανίζεται ως η σύγχρονη και ελκυστική εναλλακτική λύση.
Το επίπεδο 6 δεν είναι συντεχνιακή διεκδίκηση
Το αίτημα για ένταξη των ΑΕΝ στο επίπεδο 6 του Εθνικού Πλαισίου Προσόντων δεν αποτελεί μια στενή συντεχνιακή απαίτηση. Αποτελεί κοινό στρατηγικό αίτημα εκπαιδευτικών, συλλόγων σπουδαστών και ναυτεργατικών σωματείων. Απαντά, επίσης, σε μια διεθνή πραγματικότητα. Στις ΗΠΑ, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Αυστραλία, στην Πολωνία, στη Βουλγαρία, στην Κίνα, στην Ινδία, στις Φιλιππίνες, στη Νότια Αφρική, στο Βιετνάμ και σε πολλές άλλες χώρες, η εκπαίδευση των αξιωματικών του εμπορικού ναυτικού συνδέεται με πανεπιστημιακά πτυχία. Οι σπουδαστές μπορούν να αποκτούν ταυτόχρονα έναν ακαδημαϊκά αναγνωρισμένο τίτλο και τα επαγγελματικά προσόντα που απαιτούνται από τη διεθνή σύμβαση STCW (Standards of Training, Certification, and Watchkeeping, η διεθνής σύμβαση που περιγράφει τις ελάχιστες απαιτήσεις για την εκπαίδευση των ναυτικών).
Αυτή η διπλή υπόσταση δεν υποβαθμίζει την επαγγελματική εκπαίδευση. Αντίθετα, την ισχυροποιεί καθώς αναγνωρίζει ότι ο σύγχρονος αξιωματικός δεν είναι απλώς εφαρμοστής οδηγιών, αλλά επιστήμονας και επαγγελματίας που καλείται να λαμβάνει αποφάσεις, να διαχειρίζεται σύνθετα τεχνικά συστήματα, να διοικεί ανθρώπους και να ανταποκρίνεται σε καταστάσεις υψηλού κινδύνου.
Το αίτημα, συνεπώς, είναι σαφές: δημόσιες, ακαδημαϊκά αναβαθμισμένες ναυτικές σχολές, ενταγμένες στο επίπεδο 6, με πτυχίο που θα έχει αξία στη θάλασσα και στη στεριά, δυνατότητα πρόσβασης σε μεταπτυχιακές σπουδές, έρευνα, διεθνείς συνεργασίες και ακαδημαϊκή κινητικότητα. Παράλληλα, χρειάζεται θεσμικά κατοχυρωμένη και ακαδημαϊκά αναγνωρίσιμη μετεκπαίδευση στα ΚΕΣΕΝ, η οποία να ανταποκρίνεται στο πραγματικό επίπεδο γνώσης, εμπειρίας και ευθύνης των ανώτερων αξιωματικών.
Η χώρα που υπερηφανεύεται για τον μεγαλύτερο εμπορικό στόλο στον κόσμο οφείλει να αποκτήσει επιτέλους δημόσια ναυτικά πανεπιστήμια και ένα συνεκτικό σύστημα ανώτερης ναυτικής μετεκπαίδευσης.
Δεν προσελκύεις νέους στη θάλασσα μόνο προβάλλοντας ένα δυνητικά υψηλό μισθό
Η συζήτηση για την προσέλκυση νέων στο ναυτικό επάγγελμα διεξάγεται συχνά με τρόπο επιφανειακό. Η σχετική επικοινωνιακή στρατηγική του Υπουργείου Ναυτιλίας επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στις υψηλές αποδοχές που μπορεί να προσφέρει μια ναυτική σταδιοδρομία. Ασφαλώς οι αμοιβές έχουν σημασία. Κανείς δεν μπορεί να απαιτεί από έναν άνθρωπο να απουσιάζει επί μήνες από το σπίτι του, να εργάζεται σε δύσκολες και ενίοτε επικίνδυνες συνθήκες και να αναλαμβάνει τεράστιες ευθύνες χωρίς ανάλογη οικονομική ανταμοιβή. Όταν όμως η προσέλκυση των νέων περιορίζεται στην υπόσχεση ενός υψηλού μισθού, μετατρέπεται σε εκμαυλισμό.
Η θάλασσα δεν είναι εύκολο εισιτήριο γρήγορου πλουτισμού. Είναι απαιτητικό επάγγελμα, με μακρές απουσίες, κόπωση, εντατικοποίηση της εργασίας, προβλήματα στην πραγματική εφαρμογή των ωρών ανάπαυσης, περιορισμένη επικοινωνία με την οικογένεια και σημαντική ψυχολογική επιβάρυνση. Αυτά ακριβώς τα ζητήματα αναδεικνύονται συστηματικά στη διεθνή βιβλιογραφία ως βασικοί παράγοντες που αποτρέπουν την είσοδο ή οδηγούν στην πρόωρη εγκατάλειψη του ναυτικού επαγγέλματος.
Αντίθετα, δεν προκύπτει ότι οι νέοι αποφεύγουν να γίνουν ναυτικοί επειδή στις ΑΕΝ τα μαθήματα είναι «δύσκολα» (κάτι που είχε ευρέως κυκλοφορήσει προ καιρού ανάμεσα στους παροικούντες την ναυτική εκπαίδευση). Η αντίληψη ότι πρέπει να μειωθούν οι ακαδημαϊκές απαιτήσεις για να αυξηθεί η προσέλευση είναι όχι μόνο ατεκμηρίωτη, αλλά και επικίνδυνη. Σε έναν κλάδο όπου η ανεπαρκής γνώση μπορεί να έχει συνέπειες για ανθρώπινες ζωές, το περιβάλλον και την ασφάλεια του πλοίου, η απάντηση δεν μπορεί να είναι λιγότερη εκπαίδευση.
Η ίδια η πρόκληση του ναυτικού επαγγέλματος μπορεί να αποτελέσει στοιχείο προσέλκυσης: η τεχνολογία, η ευθύνη, η γνώση, η επαφή με τον κόσμο, η δυνατότητα εξέλιξης. Για να λειτουργήσουν όμως αυτά ως πραγματικά κίνητρα, χρειάζονται σχολές με κύρος, σύγχρονες υποδομές και ακαδημαϊκά αναγνωρισμένο πτυχίο. Ο νέος πρέπει να γνωρίζει ότι δεν εισέρχεται σε έναν κλειστό επαγγελματικό διάδρομο χωρίς εναλλακτικές, αλλά αποκτά γνώσεις και τίτλο που του ανοίγουν δρόμους στη θάλασσα, στην ξηρά, στην έρευνα και στην περαιτέρω εκπαίδευση.
Η πρόταση του Ευγενιδείου Ιδρύματος και η απάντηση των συλλογικών αγώνων
Η πιο χαρακτηριστική πρόσφατη απόπειρα θεσμοθέτησης της υποβάθμισης ήταν η μελέτη που εκπονήθηκε από το Ίδρυμα Ευγενίδου για ένα νέο πλαίσιο ναυτικής εκπαίδευσης, στα τέλη του 2023. Η πρόταση προέβλεπε την ένταξη του πτυχίου των ΑΕΝ στο επίπεδο 5 του Εθνικού Πλαισίου Προσόντων, στο επίπεδο δηλαδή των μεταδευτεροβάθμιων δομών κατάρτισης (όπως τα ΙΕΚ). Θεμελίωνε, μάλιστα, αυτή την επιλογή στην αντίληψη ότι ο αξιωματικός Γ΄ τάξης είναι κατά βάση εφαρμοστής γνώσεων, ενώ η αντιστοίχιση με το επίπεδο 6 θα ερχόταν αργότερα, μέσα από την επαγγελματική εξέλιξη προς το δίπλωμα Α΄ τάξης. Έτσι θα παγιωνόταν ο ήδη υπάρχων παραλογισμός: όχι ακαδημαϊκό πτυχίο μετά τις σπουδές, αλλά ακαδημαϊκή αντιστοίχιση έπειτα από χρόνια επαγγελματικής υπηρεσίας και υποχρεωτικής μετεκπαίδευσης.
Η πρόταση δεν αποσύρθηκε από μόνη της. Αντιμετώπισε έντονες αντιδράσεις, αποχές και κινητοποιήσεις σπουδαστών, παρεμβάσεις των εκπαιδευτικών και καταγγελίες ναυτεργατικών σωματείων. Η σύγκλιση αυτή είχε αποτέλεσμα. Η έκθεση αποσύρθηκε από τη συζήτηση και η άμεση θεσμοθέτηση του επιπέδου 5 αποτράπηκε. Πρόκειται για ένα σημαντικό δίδαγμα, μία παρακαταθήκη συλλογικής κινητοποίησης. Όταν οι εκπαιδευτικοί, οι σπουδαστές και οι ναυτικοί συντονίζονται, μπορούν να ανακόψουν σχεδιασμούς που εμφανίζονται ως ήδη αποφασισμένοι. Κανένα υπουργείο, κανένα ίδρυμα και κανένας εργοδοτικός φορέας δεν δικαιούται να αποφασίζει μόνος του για το μέλλον της δημόσιας ναυτικής εκπαίδευσης.
Ένα ιδιωτικό ίδρυμα με θεσμικό μονοπώλιο στα βιβλία των δημόσιων ναυτικών σχολών
Η περίπτωση του Ιδρύματος Ευγενίδου αναδεικνύει και ένα ευρύτερο ζήτημα. Με νομοθετική ρύθμιση του 2020 (Άρθρο 48 του Ν. 4676/2020), η αρμοδιότητα για την έκδοση των διδακτικών βιβλίων των ΑΕΝ και η ευθύνη για τη συγγραφή και έκδοσή τους ανατέθηκαν στην Επιτροπή Εκδόσεων του Ιδρύματος. Έχουμε, επομένως, μια μάλλον μοναδική περίπτωση: ένα ιδιωτικό ίδρυμα διαθέτει εκ του νόμου κεντρική αρμοδιότητα για τα συγγράμματα ενός ολόκληρου τομέα της δημόσιας εκπαίδευσης.
Το Ίδρυμα Ευγενίδου έχει σημαντική ιστορική παρουσία και προσφορά στην τεχνική εκπαίδευση. Άλλο όμως η συνεισφορά και άλλο αυτό το ιδιότυπο καθεστώς. Τα βιβλία, τα αναλυτικά προγράμματα και η συνολική κατεύθυνση των σπουδών δεν μπορεί να διαμορφώνονται ερήμην των ανθρώπων που διδάσκουν καθημερινά στις ΑΕΝ και στα ΚΕΣΕΝ, των συλλογικών οργάνων τους και των ίδιων των σπουδαστών. Η δημόσια εκπαίδευση δεν μπορεί να λειτουργεί με αναθέσεις κρίσιμων αρμοδιοτήτων σε ιδιωτικούς φορείς, όσο προβεβλημένοι και αν είναι. Χρειάζεται ένα υπό δημόσιο έλεγχο σύστημα συγγραφής, αξιολόγησης και επικαιροποίησης των συγγραμμάτων, με ουσιαστική συμμετοχή των εκπαιδευτικών και επιστημονική λογοδοσία.
Η ναυτική εκπαίδευση ως «λαγός» για όλη την τριτοβάθμια εκπαίδευση
Ο υποβαθμισμένος χαρακτήρας των ΑΕΝ και το ασαφές πλαίσιο των ΚΕΣΕΝ δεν αφορούν μόνο τον χώρο της ναυτικής εκπαίδευσης. Μπορούν να ιδωθούν ως μια εικόνα από το μέλλον, αν η παιδεία αφεθεί στους νόμους της αγοράς: πτυχία αποσυνδεδεμένα από επαγγελματικά δικαιώματα, κατακερματισμός των προσόντων, διαρκείς πιστοποιήσεις, ατομική ευθύνη του εργαζομένου για συνεχή επανακατάρτιση και αναζήτηση πρόσθετων τίτλων για να διατηρεί το δικαίωμα στην εργασία. Ο απόφοιτος της ΑΕΝ λαμβάνει ένα αδιαβάθμητο πτυχίο. Χρειάζεται θαλάσσια υπηρεσία και μετεκπαίδευση στα ΚΕΣΕΝ για να εξελιχθεί επαγγελματικά και υποχρεώνεται σε διαρκή ανανέωση πιστοποιητικών στις σχολές σωστικών και πυροσβεστικών μέσων. Η γνώση κατακερματίζεται σε τίτλους, πιστοποιήσεις, άδειες και προϋπηρεσία.
Τα ΚΕΣΕΝ αποτελούν ίσως την καθαρότερη έκφραση αυτού του μοντέλου. Είναι απολύτως αναγκαία για την επαγγελματική εξέλιξη, αλλά ακαδημαϊκά αόρατα. Παρέχουν γνώσεις υψηλού επιπέδου χωρίς να χορηγούν ακαδημαϊκό τίτλο, οργανώνουν απαιτητικούς κύκλους μετεκπαίδευσης χωρίς αυτοί να αναγνωρίζονται ως μεταπτυχιακές σπουδές και απασχολούν εκπαιδευτικούς με μεγάλη επιστημονική και επαγγελματική ευθύνη, χωρίς το ίδρυμα στο οποίο υπηρετούν να διαθέτει αντίστοιχη ακαδημαϊκή υπόσταση.
Και μόνο όταν ολοκληρωθεί όλη αυτή η διαδρομή και αποκτηθεί το επαγγελματικό δίπλωμα Α΄ τάξης εμφανίζεται, σχεδόν ως διοικητικό τέχνασμα, η ισοτιμία με τους πτυχιούχους ΤΕΙ. Πρόκειται για το μοντέλο στο οποίο η εκπαίδευση δεν οδηγεί σε ένα ενιαίο και ισχυρό πτυχίο, αλλά τεμαχίζεται σε στάδια, επαγγελματική υπηρεσία, πιστοποιήσεις, εξετάσεις και επαγγελματικές άδειες. Αυτό είναι το εκπαιδευτικό πρότυπο της αγοράς: το πτυχίο χάνει τον ολοκληρωμένο επιστημονικό και επαγγελματικό χαρακτήρα του και ο εργαζόμενος καλείται διαρκώς να αποδεικνύει, συχνά με δικό του κόστος, ότι εξακολουθεί να είναι κατάλληλος για τη δουλειά που ήδη ασκεί.
Γι’ αυτό η υπεράσπιση της δημόσιας ναυτικής εκπαίδευσης είναι μέρος της ευρύτερης μάχης για δημόσια, δωρεάν και ολοκληρωμένη ανώτατη εκπαίδευση, με πτυχία που έχουν πραγματικό ακαδημαϊκό και επαγγελματικό αντίκρισμα.
Δεν αρκεί μία τυπική αλλαγή «ταμπέλας»
Η ακαδημαϊκή αναβάθμιση δεν μπορεί να είναι απλώς μια τυπική αλλαγή. Πρέπει να συνοδευτεί από πραγματική ενίσχυση των ΑΕΝ και των ΚΕΣΕΝ. Σήμερα, στη δημόσια ναυτική εκπαίδευση δεν καλύπτονται ούτε οι μισές οργανικές θέσεις εκπαιδευτικού προσωπικού. Μεγάλο μέρος των αναγκών καλύπτεται από έκτακτους εκπαιδευτικούς με ωριαία αντιμισθία, οι οποίοι εργάζονται σε καθεστώς ανασφάλειας και με περιορισμένα εργασιακά δικαιώματα. Αντίστοιχα σοβαρές είναι οι ελλείψεις σε τεχνικό και πολιτικό διοικητικό προσωπικό.
Οι κτιριακές υποδομές πολλών σχολών είναι παλιές και προβληματικές. Εργαστηριακός εξοπλισμός παραμένει σε λειτουργία χάρη, κυρίως, στο φιλότιμο εκπαιδευτικών και τεχνικών, ενώ προσομοιωτές και συστήματα κρίσιμα για την εφαρμογή της STCW έχουν ξεπεράσει προ πολλού τον εύλογο χρόνο ζωής τους.
Παράλληλα, οι ΑΕΝ παραμένουν ουσιαστικά αποκλεισμένες από την έρευνα και τις διεθνείς ακαδημαϊκές συνεργασίες. Η δημιουργία κατάλληλου μηχανισμού διαχείρισης ερευνητικών πόρων παραπέμπεται εδώ και χρόνια στις καλένδες. Τα ΚΕΣΕΝ, παρότι θα μπορούσαν να αποτελούν εργαστήρια εφαρμοσμένης γνώσης και διασύνδεσης με τις τεχνολογικές εξελίξεις της ναυτιλίας, παραμένουν εγκλωβισμένα σε μια στενή και, σε μεγάλο βαθμό, θεσμικά αδιευκρίνιστη αποστολή.
Η αναβάθμιση, επομένως, πρέπει να περιλαμβάνει μόνιμο προσωπικό, σύγχρονα εργαστήρια, αξιοπρεπείς κτιριακές εγκαταστάσεις, φοιτητική μέριμνα, ερευνητικές δυνατότητες, ακαδημαϊκές συνεργασίες, αυτοδιοίκηση και ουσιαστική συμμετοχή εκπαιδευτικών και σπουδαστών στη λήψη αποφάσεων.
Η συνέχεια θα κριθεί στους αγώνες
Οι πολιτικές ηγεσίες έχουν ανακηρύξει «έτη ναυτικής εκπαίδευσης», έχουν υποσχεθεί μεταρρυθμίσεις και έχουν μιλήσει επανειλημμένα για τις σχολές που «ονειρευόμαστε». Στην καθημερινότητα, όμως, οι ελλείψεις παραμένουν και οι βασικές διεκδικήσεις μετατίθενται από επιτροπή σε επιτροπή και από υπουργό σε υπουργό.
Η εμπειρία δείχνει ότι οι αλλαγές δεν θα δοθούν ως παραχώρηση από τα πάνω. Θα κατακτηθούν μέσα από ανοιχτές συλλογικές διαδικασίες, ενημέρωση, δημοκρατική λειτουργία των σωματείων και κοινή δράση εκπαιδευτικών, σπουδαστών και ναυτικών. Οι τρεις αυτές πλευρές συγκλίνουν πλέον στο βασικό: επίπεδο 6 για τις ΑΕΝ, πανεπιστημιακό πτυχίο με επαγγελματικό αντίκρισμα στη θάλασσα και στη στεριά, αναβάθμιση και ακαδημαϊκή αναγνώριση της μετεκπαίδευσης στα ΚΕΣΕΝ, μόνιμο προσωπικό, σύγχρονες υποδομές και δημόσια εκπαίδευση απαλλαγμένη από ιδιωτικά μονοπώλια και εργοδοτικές παρεμβάσεις.
Η σύγκλιση αυτή δεν πρέπει να μείνει στα χαρτιά. Πρέπει να πάρει τη μορφή σταθερού συντονισμού και, όταν απαιτείται, μαζικών και δυναμικών κινητοποιήσεων. Η απόσυρση της πρότασης του Ευγενιδείου Ιδρύματος που χρησιμοποιήθηκε ως βάση «διαλόγου» από το Υπουργείο Ναυτιλίας, το 2023, απέδειξε ότι οι αγώνες μπορούν να έχουν αποτέλεσμα.
Η ναυτική εκπαίδευση δεν χρειάζεται άλλες επικοινωνιακές καμπάνιες. Χρειάζεται πολιτική βούληση, δημόσια χρηματοδότηση και ένα οργανωμένο κίνημα που δεν θα επιτρέψει να διαιωνίζεται η σημερινή κατάσταση. Τα αιτήματα είναι ώριμα, τεκμηριωμένα, η διεθνής εμπειρία είναι σαφής και οι άνθρωποι της ναυτικής εκπαίδευσης γνωρίζουν τι πρέπει να αλλάξει.
Δεν τίθεται προς συζήτηση το αν η Ελλάδα μπορεί να αποκτήσει δημόσια, πανεπιστημιακού επιπέδου ναυτική εκπαίδευση και ένα σοβαρό σύστημα μετεκπαίδευσης των στελεχών της.
Το ερώτημα είναι: αν όχι τώρα, πότε;