1920-1950: Οι χαμένες ευκαιρίες για το «κόμμα της Εκκλησίας» (2)

Ο Εμφύλιος Πόλεμος και η οργάνωση «Ζωή», το ελληνικό Opus Dei: «Εθνικισμός- Χριστιανισμός-  Αντικομμουνισμός»- Ο Παύλος η Φρειδερίκη και οι «καλοί στρατιώτες του Χριστού»

Στα χρόνια του Εμφυλίου Πολέμου,  η Εκκλησία της Ελλάδος και οι παραεκκλησιαστικές οργανώσεις,  αποτέλεσαν τον ισχυρό βραχίονα του  «ιερού αντικομμουνιστικού αγώνος». Ήταν ένας πανίσχυρος ιδεολογικός (και όχι μόνο) μηχανισμός,  ποδηγετούμενος από το επίσημο κράτος. Σ’ αυτόν τον  ιδεολογικό και πολιτικό αγώνα κατά της Αριστεράς, ιδιαίτερα σημαντικός ήταν ο ρόλος που έπαιξε η οργάνωση θεολόγων «Ζωή». Ένα σωματείο λαϊκών και κληρικών θεολόγων, που ιδρύθηκε το 1907 από μια μικρή ομάδα γύρω από τον αρχιμανδρίτη Ευσέβιο Ματθόπουλο. Μια αδελφότητα που θύμιζε σε πολλά την οργάνωση  Opus Dei (Έργο Θεού),  η οποία  έδρασε στους κόλπους της καθολικής Εκκλησίας και έπαιξε σημαντικό (και πολλές φορές βρώμικο ρόλο) στην Ισπανία του Φράνκο,  αλλά και σε πολλές άλλες χώρες του κόσμου.

Μέσα σε λίγα χρόνια ο Ευσέβιος Ματθόπουλος πέτυχε, με τη βοήθεια των συνεργατών του, να μετατρέψει τη «Ζωή» σε μια μαζική οργάνωση δικτυωμένη σε όλη τη χώρα. Και σαράντα χρόνια μετά, η μικρή ομάδα είχε μετεξελιχθεί σε ένα μαζικό θρησκευτικό κίνημα, με δεκάδες χιλιάδες οπαδούς, που έφτασε να επηρεάζει όχι μόνο τη ζωή της Εκκλησίας, αλλά  και τις πολιτικές εξελίξεις.

Τα προτεσταντικά πρότυπα

Στην αρχή, αποκλειστικός σκοπός των μελών της αδελφότητας ήταν το ιεραποστολικό έργο, στο πρότυπο των Ταγμάτων των Εκκλησιών της Δύσης. Τα μέλη της «Ζωής» έπρεπε «δια ζωής κοινοβιακής και ειδικής ασκήσεως (…) να μορφωθούν χριστιανικώς δια να φροντίσουν και δια την μόρφωσιν του λαού, να μεταδίδουν μεν τα διδάγματα της χριστιανικής ζωής, να παρέχουν δε σ’ αυτά παραδείγματα της τοιαύτης ζωής».

Ο αρχιμανδρίτης Ευσέβιος Ματθόπουλος

Tο 1911 εκδόθηκε το περιοδικό «Ζωή» και τέσσερα χρόνια μετά το μοναδικό βιβλίο του Ευσέβιου Ματθόπουλου «Ο προορισμός του Ανθρώπου», που αποτέλεσε και τη Βίβλο της «Ζωής». Κεντρικές ιδέες του ήταν η «πειθαρχία», η «υποχρέωση», η «οφειλή» με μια «καθαρά νομικίστικη κωδική δεοντολογία» και ένα «στυγνό πιετισμό (σ.σ. «ευσεβισμό») των χειρότερων στιγμών του προτεσταντισμού», όπως σημειώνει ο καθηγητής Χρήστος Γιανναράς, που έζησε για χρόνια «από τα μέσα» τη «Ζωή».Ο Ματθόπουλος προόριζε για διάδοχό του τον αρχιμανδρίτη Διονύσιο Φαραζουλή. Όμως ο Φαραζουλής πέθανε νέος και τελικά διάδοχος του Ματθόπουλου ορίστηκε ο αρχιμανδρίτης Σεραφείμ Παπακώστας, ιεροκήρυκας του μητροπολιτικού ναού της Αθήνας.

To χειμώνα του 1926-1927 η «Ζωή» ίδρυσε τα πρώτα κατηχητικά της σχολεία για παιδιά, που μέσα σε δέκα χρόνια έγιναν 300 με 35.000 μαθητές. Το 1933 ιδρύθηκε ο «Ακαδημαϊκός Κοινωνικός Σύνδεσμος», το πρώτο καλά οργανωμένο φοιτητικό χριστιανικό σωματείο, που μετονομάστηκε μετά τον πόλεμο σε «Χριστιανική Φοιτητική Ένωση».

Το 1935 ιδρύθηκε η «Πανελλήνιος Ένωσις Γονέων η Χριστιανική Αγωγή»  (ΓΕΧΑ), που δημιούργησε τους «Φιλικούς Κύκλους» μελέτης της Αγίας Γραφής και του περιοδικού «Ζωή». Οι κύκλοι λειτουργούσαν σε κάθε συνοικία της Αθήνας και σε κάθε επαρχιακή πόλη, αποτελώντας, θα μπορούσαμε να πούμε χρησιμοποιώντας ορολογία της Αριστεράς, τις «οργανώσεις  βάσης» της «Ζωής» και έδωσαν μαζικό χαρακτήρα στο χριστιανικό κίνημα, με σαφέστατους εθνικιστικούς και «αντιϋλιστικούς»  (αντικομμουνιστικούς) στόχους.

Το μανιφέστο του αντικομμουνισμού

Το 1938 είναι μια καθοριστική χρονιά για την πορεία της «Ζωής». Στους κόλπους των συνεργατών της, δίπλα στην κλειστή σέχτα, στον πυρήνα λαϊκών και κληρικών που ζούσαν κλεισμένοι στο οικοτροφείο της, εντάσσεται μια δυναμική ομάδα διανοουμένων με επικεφαλής το νεαρό καθηγητή του Εμπορικού και Ναυτικού Δικαίου, Αλέξανδρο Τσιριντάνη, που αρχίζει να εκδίδει το περιοδικό «Ακτίνες», το οποίο κυκλοφορεί μέχρι σήμερα.

Αλέξανδρος Τσιριντάνης

Με πυρήνα αυτή την ομάδα, ιδρύεται το 1946 το σωματείο « Χριστιανική Ένωσις Επιστημόνων». Στα τέλη εκείνης της χρονιάς, κι ενώ στα βουνά έχει ανάψει για τα καλά ο Εμφύλιος Πόλεμος,  δημοσιεύεται στις «Ακτίνες» η «Δήλωσις Ελλήνων Επιστημόνων, Λογοτεχνών και Καλλιτεχνών», με 220 υπογραφές, που αποτελεί ουσιαστικά το ιδεολογικό μανιφέστο του αντικομμουνισμού ( Το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, με ποιμαντορική εγκύκλιό της, κήρυσσε ουσιαστικά την έναρξη μιας σταυροφορίας κατά των «φορέων των υλιστικών θεωριών», που χαρακτηρίζονται «ασυμβίβαστοι προς την πίστην», και προειδοποιούσε για «απροβλέπτως βαρείας κυρώσεις» στους «λιποτακτούντες» από τον «αγώνα επιβιώσεως του χειμαζομένου γένους»).

Tη «Δήλωση» υπέγραφαν γνωστές προσωπικότητες της εποχής, όπως ο αρχιτέκτονας Δ. Πικιώνης, ο ζωγράφος Σπ. Παπαλουκάς, οι λογοτέχνες Π. Χάρης και Αγγ. Τερζάκης, ο καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής Σπ. Μαρινάτος, ο ακαδημαϊκός Α. Ορλάνδος, ο καθηγητής της Ιατρικής Σχολής Ν. Λούρος κ.α.  Αντίθετα, δεν υπέγραφαν πρόσωπα όπως ο Φώτης Κόντογλου, ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης και ο Γιώργος Θεοτοκάς που φαίνεται πως ήταν «υποψιασμένοι» για τους στόχους των θρησκευτικών οργανώσεων.

Για τους διανοούμενους η υπογραφή της «Δηλώσεως» σήμαινε απάντηση στο καθοριστικό δίλημμα ανοιχτής πολιτικής τοποθέτησης. Δεν ήταν όλοι οι υπογράφοντες πιστοί χριστιανοί, αλλά υπέγραψαν λόγω των συνθηκών της εποχής και καθαρού οπορτουνισμού.

Με τη «Δήλωση» προβαλλόταν ως μόνη λύση στο ελληνικό πρόβλημα και την «πνευματικήν και υλικήν δημιουργίαν του έθνους», ο «σεβασμός των  χριστιανικών αξιών»:

Το περιοδικό «Ακτίνες», τεύχος του 1947. Στο περιοδικό θα βρούμε συχνά ποιήματα και κείμενα του συγγραφέα Αντώνη Σαμαράκη.

«Η σειρά αποτυχιών και απογοητεύσεων, που χαρακτηρίζει τους νεότερους χρόνους- τονιζόταν σ’ αυτήν- κατέστησε φανερόν ότι η εκπλήρωσις του επιτακτικού αιτήματος δια μιαν πλήρη ανασυγκρότησιν, κοινωνικήν, και οικονομικήν, δια την επικράτησιν του δικαίου, της ηθικής, των αρχών της κοινωνικής δικαιοσύνης, τότε μόνο είναι δυνατή, όταν η ζωή των ατόμων και η ζωή της κοινωνίας διαποτισθή από την Πίστιν επί της οποίας οικοδομείται ο Χριστιανισμός…».

Η «Δήλωση» δημοσιεύθηκε ξανά ως παράρτημα της «Διακηρύξεως της Χριστιανικής Ενώσεως Επιστημόνων», που αποτελεί μια αναλυτική αλλά και περισσότερο εκλαϊκευμένη παρουσίαση των θέσεων της Χ.Ε.Ε. με περισσότερες από 1000 υπογραφές.

Η αντίδραση του ΚΚΕ  

Το ΚΚΕ διαβλέποντας τον ρόλο που θα έπαιζε η «Δήλωση» στην ιδεολογική αντιπαράθεση, την «χτύπησε» με αλλεπάλληλα δημοσιεύματα των εφημερίδων και των περιοδικών του. Στη «μάχη» αυτή επιστρατεύθηκε το «βαρύ πυροβολικό» των διανοουμένων του Κομμουνιστικού Κόμματος.

«Ριζοσπάστης», 16 Ιανουαρίου 1947, το άρθρο του Μάρκου Αυγέρη με τίτλο «Χριστιανική μαρτυρία».

Ο Μάρκος Αυγέρης, σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε στο «Ριζοσπάστη» της 16ης Ιανουαρίου 1947 με τίτλο «Χριστιανική Ρητορεία» σημείωνε:

«Και η δική μας Χριστιανική Ένωσις Επιστημόνων με τη «Δήλωσή» της, που κυκλοφόρησε τελευταία σε χιλιάδες αντίτυπα δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να παίζει το παιχνίδι της αντίδρασης. Κάτω από τη μάσκα του Χριστιανισμού κάνει μια αντιχριστιανική πράξη και μια πράξη  καθαρής ιδιοτέλειας. Για να προστατέψει τα συμφέροντα της κυρίαρχης φατρίας, που κινδυνεύουν από τη δυσαρέσκεια και την αναταραχή των λαϊκών μαζών, επιχειρεί να πείσει πως η σημερινή εξαθλίωση του ελληνικού λαού πρέπει κύρια να αναζητηθεί στην έλλειψη χριστιανικής ευλάβειας…».

Ακόμη εγκαλούσε τους υπογράφοντες για σιωπή μπροστά στην τρομοκρατία του κράτους και των οργανώσεων της Δεξιάς:

« Εσείς που καλλιεργηθήκατε μέσα σε είκοσι αιώνων χριστιανική ηθική, πέστε μας σε ποια μακρινή Θηβαϊδα ταξιδεύει η χριστιανική σας συνείδηση, ώστε μέσα στη χριστιανική σας «Δήλωση» να μη βρίσκεται ούτε η παραμικρή  διαμαρτυρία γι’ αυτό το αιματηρό όργιο που συντηρεί στη χώρα μας η σημερινή χριστιανική ελληνική πολιτεία».

Και αφού τους χαρακτήριζε «γραμματείς και φαρισαίους», ο Αυγέρης κατέληγε:

«Αλλά εδώ και είκοσι αιώνες οι ηγετικές αυτές τάξεις των «Γραμματέων και Φαρισαίων» έχουν οριστικά κριθεί. Και ο Χριστιανισμός που θεμελιώνει όλες τις ηθικές αξίες στην αγάπη, μας δίνει  μέτρο αλάθευτο για να εκτιμήσουμε την αξία ή την αναξιοπιστία των λειτουργών του».

Οι σχέσεις με το Παλάτι

Η «χρυσή εποχή» για τη «Ζωή» άρχισε με την άνοδο στο θρόνο του Παύλου και της Φρειδερίκης. Τέσσερα πρόσωπα έπαιξαν τον κύριο ρόλο στο δέσιμο της «Ζωής» με το Παλάτι. Ο πρώην αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος, ο οποίος την είχε «υπό την σκέπην του», κατά την έκφραση του Σπύρου Μαρκεζίνη, ο καθηγητής Αλέξανδρος Τσιριντάνης, το στέλεχος της αρχιμανδρίτης και καθηγητής της Θεολογικής Σχολής, Ιερώνυμος Κοτσώνης, που έγινε και πρωθιερέας των Ανακτόρων το 1949 και ο γραμματέας του Παύλου Γ. Κανελλάκης.

Αυτοί οι τέσσερις έφεραν σε επαφή τον Παύλο και την Φρειδερίκη με τον προϊστάμενο της «Ζωής», Σεραφείμ Παπακώστα, και η οργάνωση αναλαμβάνει το «πνευματικόν μέρος του αντικομμουνιστικού αγώνος» στην υπηρεσία του οποίου θέτει ένα πλατύ δίκτυο οργανώσεων.

Παράλληλα, το βασιλικό ζεύγος αναπτύσσει με τη «Ζωή» και προσωπικούς δεσμούς. Κάθε παραμονή Πρωτοχρονιάς, στη μικρή εκκλησία της αδελφότητας, στο κτήμα της, στην Αγία Παρασκευή, εκκλησιάζονται  ο Παύλος και η οικογένεια του. Ακόμη, ο Γ. Κανελλάκης, με εντολή του Παύλου, περιοδεύει τακτικά στα κατηχητικά σχολεία της Αθήνας και μεταφέρει στους μαθητές το αμέριστο ενδιαφέρον του βασιλέως για το έργο που επιτελείται εκεί.

Ακόμη και η χορωδία των Χριστιανικών Μαθητικών Ομάδων ( Χ.Μ.Ο.) ονομάζεται « Παιδική Χορωδία των Βασιλικών Ανακτόρων» και συμμετέχει στις λειτουργίες που γίνονται κάθε Τεσσαρακοστή στα Ανάκτορα. Την ατμόσφαιρα των λειτουργιών αυτών περιέγραψε ο καθηγητής Χρ. Γιανναράς, μέλος τότε της χορωδίας:

«Στη μεγάλη αίθουσα των δεξιώσεων, στο ισόγειο του παλατιού, πρόσθεταν ένα στρογγυλό ξυλόγλυπτο ιερό βήμα, και αντικαθιστούσαν μερικούς ζωγραφικούς πίνακες στους τοίχους με θρησκευτική ζωγραφική (…) Λειτουργός ήταν πάντοτε ο π. Ιερώνυμος (…) Εμείς ψέλναμε ρώσικη εκκλησιαστική μουσική, τετράφωνη. Η βασιλική οικογένεια ακολουθούσε σε πολλά το ρωσικό τυπικό- συχνά γονατίσματα, ασπασμός του ποτηριού και αμέσως « κατακλαστόν»  (σ.σ. κομμάτι από το πρόσφορο) μετά τη Θεία Κοινωνία, ομαδική απαγγελία των ευχών της μετανοίας- κληρονομιά, όπως έλεγαν, από τη γιαγιά του Παύλου, τη Ρωσίδα βασίλισσα Όλγα (…) Συχνά μετά το τέλος της ακολουθίας, η Φρειδερίκη ξεμονάχιαζε τον π. Ιερώνυμο για να του εκθέσει τις θεολογικές της απορίες στη μητρική της γλώσσα» (σ.σ. ο Ιερώνυμος ήταν γερμανοσπουδαγμένος).

Η Φρειδερίκη, η Ορθοδοξία και οι γκουρού

Στα ανάκτορα έγινε στις 19 Φεβρουαρίου 1946 και η βάπτιση της Φρειδερίκης. «Επρόκειτο για μια καθαρά πολιτική πράξη, αφού η Φρειδερίκη εις ουδένα Θεόν πίστευε , μόνο στον εαυτό της», έλεγε μετά από χρόνια ένας κατ’ εξοχήν «βασιλικός ανήρ», ο Σπύρος Μαρκεζίνης. Τα της τελετής στην  οποία δεν παρέστη ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, επιμελήθηκε ο πρώην αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος. Ο μητροπολίτης Ιωαννίνων ( και μετέπειτα αρχιεπίσκοπος) Σπυρίδων, που είχε διακόψει τις σχέσεις του με το Χρύσανθο, λόγω της συμμετοχής του πρώτου στην ταπεινωτική  συνθηκολόγηση των στρατηγών του μετώπου ( Τσολάκογλου, Μπάκου κ.α.) με τους Γερμανούς, σχολίαζε συχνά τη συμμετοχή του πρώην αρχιεπισκόπου σ’ αυτή την καθαρά πολιτική πράξη, που εμφανίστηκε ως μυστήριο: « Έκανε τη Φρειδερίκη ορθόδοξη, αλλά αυτή θα γίνει και γκουρού» ( σ.σ. και βγήκε αληθινός: μετά την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου, στα τελευταία της η Φρειδερίκη μαζί με την κόρης της, την Ειρήνη, το είχαν ρίξει στις ανατολικές φιλοσοφίες και στις συναναστροφές με διάφορους γκουρού).

Η ηγετική ομάδα

Με πυρήνα τη «Ζωή», που διέθετε ένα από τα αποτελεσματικότερα οργανωτικά σχήματα που υπήρξαν ποτέ στην Ελλάδα, και που μόνο με την οργάνωση των κομμουνιστών θα μπορούσε να συγκριθεί, στήθηκε ένας γιγαντιαίος μηχανισμός, ο οποίος σήκωσε το κύριο βάρος της αντικομμουνιστικής διαφώτισης του  λαού. Ένας μηχανισμός που υπερτερούσε σε αποτελεσματικότητα και ζωντάνια σε σχέση με τα κλασσικά πελατειακά δίκτυα των αστικών κομμάτων της εποχής.

Ο καθηγητής της Νομικής Σχολής, Γεώργιος Ράμμος

Την ηγετική ομάδα, το «επιτελείο» που συντόνιζε όλη αυτή την τεράστια προπαγανδιστική δουλειά, αποτελούσαν οι πανεπιστημιακοί Αλέξανδρος Τσιριντάνης και Γεώργιος Ράμμος, ο οικονομολόγος Θεόδωρος Μερτικόπουλος, ο ψυχίατρος Αρίστος Ασπιώτης και ο Ιερώνυμος Κοτσώνης. Από  τους υπεύθυνους για την οργάνωση της «Ζωή» και των θυγατρικών της οργανώσεων, ξεχώριζαν  οι αρχιμανδρίτες Νικόλαος Ξένος και Λεωνίδας Παρασκευόπουλος και οι νεαροί θεολόγοι Γεώργιος Παυλίδης και Κωνσταντίνος Μουρατίδης. Οι περισσότεροι θα παίξουν σημαντικό ρόλο στις δεκαετίες του 1950 και του 1960 και κατά τη διάρκεια της απριλιανής δικτατορίας. Ο Τσιριντάνης, που όπως θα δούμε στη συνέχεια ήταν υποψήφιος και για την πρωθυπουργία και για την ηγεσία ενός Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος, αν προχωρούσε η ίδρυσή του, ήταν υπουργός Δικαιοσύνης στην υπηρεσιακή κυβέρνηση του στρατηγού Δόβα, που έκανε τις γνωστές «εκλογές της βίας και της νοθείας» του 1961. Μέλη υπηρεσιακών κυβερνήσεων διετέλεσαν και οι Ράμμος και Μερτικόπουλος. Οι Παρασκευόπουλος, Ξένος και Παυλίδης θα γίνουν μητροπολίτες επιλεγμένοι από τον Ιερώνυμο Κοτσώνη και τους χουντικούς. Ο πρώτος θα μείνει γνωστός για την προσφώνηση του προς την Δέσποινα Παπαδοπούλου που την παρομοίασε με την Παναγία. Ο δεύτερος θα γίνει μητροπολίτης Ενόπλων Δυνάμεων. Ο τρίτος θα γίνει ένας από τους ισχυρότερους άνδρες της Ιεραρχίας  και όταν ο Ιερώνυμος «άρχισε να κάνει νερά» απειλώντας τους χουντικούς με παραίτηση, οι πραξικοπηματίες τον ετοίμαζαν για τον αρχιεπισκοπικό θρόνο. Τον Μουρατίδη θα τον συναντήσουμε ως καθηγητή της Θεολογικής Σχολής το 1972 να παίζει το ρόλο του «ιδεολογικού καθοδηγητή» στην προσπάθεια των τριών γριβικών κυπρίων μητροπολιτών να εκθρονίσουν τον αρχιεπίσκοπο και πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, Μακάριο.

«Ποιοι είναι οι εχθροί μας;»

Αυτό το επιτελείο καθοδηγούσε ένα πολυπλόκαμο μηχανισμό σε κάθε γωνιά της ελληνικής γης.

Σε κάθε συνοικία δίπλα στα παραρτήματα της «Πανελληνίου Ενώσεως Γονέων η Χριστιανική Αγωγή» που στήριζαν τους «Κύκλους μελέτης» του περιοδικού «Ζωή» και της Αγίας Γραφής, λειτουργούσαν τα κατηχητικά σχολεία που γνώρισαν τα χρόνια αυτά μια μεγάλη ανάπτυξη. Το 1948 ο αριθμός των σχολείων αυτών που λειτουργούσαν σε όλη τη χώρα έφτασε τα χίλια και των μαθητών τις 120.000.

Τα μαθήματα στα κατηχητικά της «Ζωής» είχαν σκοπό, εκτός από την θρησκευτική κατάρτιση των παιδιών, να τα εντάξουν στην προσπάθεια για «εκχριστιανισμό της Ελλάδος». Έτσι, μια συνηθισμένη ερώτηση  που έθεταν στα παιδιά οι κατηχητές ήταν: «Ποιοι είναι οι εχθροί μας σήμερα; Ποιοι πολεμάνε το Χριστό και το έργο του;». Και η σωστή και τυποποιημένη απάντηση έπρεπε να περιλαμβάνει και τους «δήθεν επιστήμονες που επιστρατεύουν ξεπερασμένες θεωρίες υλιστικές θεωρίες».

Ακόμη, από τις σημαντικότερες δραστηριότητες των μαθητών των κατηχητικών σχολείων ήταν η αλληλογραφία με τους στρατιώτες του κυβερνητικού Στρατού, με χιλιάδες γράμματα που εστάλησαν στο μέτωπο από κάθε σημείο της Ελλάδας, ο «κουμπαράς του στρατιώτη», το «Γραφείο Τύπου δια τους στρατιώτας», για την αποστολή βιβλίων στις μάχιμες μονάδες, τα «Μάλλινα δια τον στρατιώτην», οι επισκέψεις σε νοσοκομεία και μονάδες και η «Εθνική Διαφώτισις».

«Οι καλοί στρατιώτες του Χριστού»

Σε όλα τα σχολεία της χώρας υπήρχαν «Χριστιανικές Μαθητικές Ομάδες», που αποτελούσαν τη δύναμη κρούσης της οργάνωσης στη νέα γενιά. Χιλιάδες νέοι προετοιμάζονταν να γίνουν «καλοί στρατιώτες του Χριστού». Πρώτο καθήκον των μελών των Χ.Μ.Ο. ήταν να μάθουν τον ύμνο τους, ένα εμβατήριο που θύμιζε περισσότερο βαυαρικό «μαρς» και βεβαίως καμία σχέση δεν είχε με την ορθόδοξη παράδοση:

«Όλοι με χαρά το λέμε /με το θάρρος του πιστού/μια καινούργια Ελλάδα θέμε/μιαν Ελλάδα του Χριστού!…».

Οι νέοι έτσι μάθαιναν πως αποτελούν τμήμα ενός «Στρατού» όπως τους ήθελε και το ποίημα που δημοσιεύθηκε στις «Ακτίνες»τον Ιανουάριο του 1949:

«Ψηλά οι καρδιές. Ψηλά ο Χριστός. Ψηλά η σημαία/Περνάει στρατός: Τα νιάτα τα Χριστιανικά…».

Κάθε χρόνο δινόταν στις Χ.Μ.Ο. και ένα κεντρικό σύνθημα, γύρω από το οποίο επικεντρώνονταν όλη η δραστηριότητα των μελών τους. Το 1948 ήταν «Δουλειά δια την Χριστιανικήν Ελλάδα» και το 1949 «Βοήθεια στην αγωνιζόμενη Ελλάδα μας».

Η «Ζωή του Παιδιού» του Δεκεμβρίου 1949 με τίτλο «Γλυτώστε μας», στρατευμένη στην κυβερνητική προπαγάνδα για το «παιδομάζωμα»

Τα καλοκαίρια τα μέλη των Χ.Μ.Ο. ζούσαν σε σκηνές, στις κατασκηνώσεις της «Ζωής», σε ομάδες των 10 παιδιών. Κάθε ομάδα είχε και ξεχωριστό όνομα: «Μαχηταί», «Ίκαροι», «Δημιουργοί», «Ισχυροί», «Άγρυπνοι» κ.λπ.

Κάθε βράδυ μετά την υποστολή της σημαίας, ο αρχηγός διάβαζε το πολεμικό ανακοινωθέν της ημέρας και ανέλυε στους νέους το νόημα του «αγώνα της χριστιανικής Ελλάδος κατά του αθέου  κομουνισμού». Ακολουθούσαν πολεμικά εμβατήρια και η βραδινή προσευχή για τη νίκη των «εθνικών δυνάμεων».

Από τις Χ.Μ.Ο. και τις κατασκηνώσεις τους εκείνης της εποχής πέρασαν οι αρχιεπίσκοποι Αλβανίας Αναστάσιος και Αμερικής Δημήτριος, οι πανεπιστημιακοί Μάριος Νικολινάκος , Αλέξανδρος Καρακατσάνης, Δημήτρης Κώνστας,ο υπουργός της ΝΔ, Ευρωπαίος επίτροπος και διαχειριστής της εκκλησιαστικής περιουσίας στα χρόνια της Χούντας Γιάννης Παλαιοκρασσάς , οι γνωστοί αγιορείτες ηγούμενοι Βασίλειος Γοντικάκης και Αιμιλιανός Βαφείδης κ.α.

Ο Παύλος και το «Ελληνικόν Φως»

Δίπλα στα «Συνεργαζόμενα Χριστιανικά Σωματεία Απόστολος Παύλος», με πρόεδρο τον Ιερώνυμο Κοτσώνη, δημιουργήθηκε το «Ελληνικόν Φως», στο οποίο προήδρευε τιμητικά ο ίδιος ο βασιλιάς Παύλος. Οι εκδόσεις του «Ελληνικού Φωτός» κυκλοφορούσαν σε απίστευτα μεγάλους για την εποχή αριθμούς αντιτύπων: «Για μια καινούργια Ελλάδα» 200.000, «Εις τον αγώνα του Έθνους» 50.000, «Διατί αγωνιζόμεθα» 155.000, «Ελευθερώστε τα παιδιά μας από το παιδομάζωμα» 155.000, «Προς τα αδέλφια μας τα Ελληνόπουλα του χωριού» 100.000.

Σύμφωνα με επίσημους απολογισμούς στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου τα μέλη των  οργανώσεων έκαναν 33.600 ομιλίες «Εθνικού πνευματικού αγώνος», 16.000 ομιλίες στην ύπαιθρο, 1.930.000 επισκέψεις σε «οικογένειες μαχομένων» και 5.000 μαθήματα στις «Παιδουπόλεις» της Φρειδερίκης.

Ιδιαίτερο βάρος είχε δοθεί στην προπαγανδιστική δουλειά στο Στρατό. Πεντακόσιες ειδικές συγκεντρώσεις έγιναν μόνο για αξιωματικούς, ενώ πολλά ήταν τα εκατομμύρια που δαπανήθηκαν για την αποστολή βιβλίων σε στρατιωτικές μονάδες. Στους κύκλους «πνευματικής επιμόρφωσης»  της «Ζωής» συμμετείχαν εκατοντάδες κατώτεροι αξιωματικοί , που θα συναντήσουμε αργότερα ως στελέχη της Χούντας του ’67.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’30, ο νεαρός τότε ανθυπίλαρχος Στυλιανός Παττακός ήταν ενεργό μέλος στους «Φιλικούς Κύκλους» μελέτης της Αγίας Γραφής και του περιοδικού «Ζωή». «Κυκλάρχης» ήταν ο τότε αρχιμανδρίτης Λεωνίδας Παρασκευόπουλος που η Χούντα τον έκανε μητροπολίτη Θεσσαλονίκης. Στη φωτογραφία, από τα χρόνια της χουντικής επταετίας, ο Παττακός και ο Λεωνίδας Παρασκευόπουλος ο οποίος άφησε εποχή με τη γνωστή προσφώνησή του στην Δέσποινα Παπαδοπούλου που την παρομοίαζε με την… Παναγία.

Στα μέλη των οργανώσεων είχαν μοιραστεί διευθύνσεις αξιωματικών και οπλιτών με την κατεύθυνση να αλληλογραφούν μαζί τους και να στηρίζουν τις προσπάθειές τους. Και οι απαντήσεις δημοσιεύονταν τακτικά στα περιοδικά της «Ζωής». Παράλληλα τονιζόταν η σημασία του «Χρέους» για τους «Στρατιώτες του Χριστού» και εξήρετο ο θάνατος  «για τον Χριστό και την Πατρίδα» μελών των οργανώσεων που έχασαν τη ζωή τους στα μέτωπα των μαχών.

Οι οργανώσεις στους φοιτητές και στους εργάτες

Σημαντική ήταν η δράση της «Χριστιανικής  Φοιτητικής Ενώσεως», που αποτέλεσε την κύρια δύναμη στις αναμετρήσεις  των εθνικοφρόνων με τους αριστερούς στα Πανεπιστήμια. Ακόμη τα μέλη της  Χ.Φ.Ε. γύριζαν σε όλα τα σχολεία μεταφέροντας το «μήνυμα της αγωνιζόμενης Ελλάδος»: Μέχρι και τα ανήλικα παιδιά έπρεπε να εγκαταλείψουν τις απλές χαρές της ζωής και να συστρατευθούν στον αγώνα: « Σήμερα είναι εποχή έργου , αγώνων και προσπαθειών. Αν έχουμε την ελευθερία μας, την χρωστάμε σ’ εκείνους που αγωνίζονται και μάχονται, στους τραυματίες και τους νεκρούς μας. Η ζωή των ανέσεων και του γλεντιού σήμερα είναι λιποταξία. Τα πραγματικά ελληνόπουλα γνωρίζουν ότι πρόκειται κυρίως για αγώνα πνευματικό και ότι έχουν και οι μαθηταί την θέσι τους δίπλα στους κόπους και τη θυσία των άλλων» ( από τις «Ακτίνες» του Ιανουαρίου 1949).

Στο χώρο των εργαζομένων έδρασε η οργάνωση «Χριστιανική Ένωσις Εργαζόμενης Νεολαίας», που ιδρύθηκε το 1946, στα πρότυπα των καθολικών οργανώσεων εργαζομένων J.O.C  (Jeunesses Ouvrieres Catholiques).

Η οργάνωση απέρριπτε τόσο  το σοσιαλιστικό- κομμουνιστικό πρότυπο οργάνωσης της εργασίας  όσο και το καπιταλιστικό ( το δεύτερο στα λόγια βεβαίως). Το θεωρητικό βάθρο πάνω στο οποίο στήθηκε η οργάνωση περιέγραψε αργότερα το 1949, ο Τσιριντάνης με άρθρο του στις «Ακτίνες»: «Ο αγών για την πνευματική τόνωσι του Έλληνος εργάτου και ιδιαίτερα της εργατικής νεολαίας, είναι από τους κρισιμότερους για το μέλλον μας. Για να κερδηθή οριστικά η μάχη της Ελλάδος, για να γίνη αλήθεια η «άπτερη νίκη» που μας δίδει ο Έλλην αγωνιστής του μετώπου, για να έχουμε μια Ελλάδα άξια του αίματος που χύνεται σήμερα, πρέπει να κερδίσωμε τη μάχη για να ανέβη ο Έλλην εργάτης στη θέση που του αξίζει».

Οργανώσεις της Χ.Ε.Ε.Ν. υπήρχαν σε όλες τις πόλεις όπου ήταν συγκεντρωμένος εργατικός πληθυσμός. Ένας ενδεικτικός πίνακας των μελών και συμμετεχόντων στις εκδηλώσεις της Χ.Ε.Ε.Ν. δινόταν στο άρθρο του Τσιριντάνη: « Στη Θεσσαλονίκη παρακολουθούν τις συγκεντρώσεις της Χ.Ε.Ε.Ν. 1.400 νέοι και νέες. Στη Δράμα 950. Στο Αγρίνιο 600. Στα Τρίκαλα 400.Στην Καρδίτσα 300. Βόλος 500. Λαμία 350. Πάτραι 700. Καλάμαι 300. Όσο για το κέντρον , μπορούμε να δώσωμε τους ακόλουθους αριθμούς: Στας Αθήνας 1.400, στον Πειραιά 300, στα περίχωρα 450 περίπου».

Το πλέγμα των οργανώσεων της «Ζωής» συμπλήρωσαν το 1948 η «Χριστιανική Ένωσις  Εκπαιδευτικών Λειτουργών» και το 1949 η «Αδελφότης Γυναικών Νοσοκόμων Ευνίκη», που μαζί με την ήδη δρώσα «Αδελφότητα Ευσέβεια» κάλυψε το χώρο των γυναικών με χιλιάδες μέλη σε όλη τη χώρα.

Οι κρατικές διευκολύνσεις

Το κράτος, σε αντάλλαγμα όλων των υπηρεσιών της «Ζωής», παρείχε κάθε διευκόλυνση στην οργάνωση. Σε μια εποχή δύσκολη και οικονομικά, μόνο τρεις οργανισμοί είχαν απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής χαρτοσήμου: Τα ανάκτορα , η πρεσβεία των Ηνωμένων Πολιτειών και η «Ζωή».

Αρχές καλοκαιριού 1967.Ο Ιερώνυμος Κοτσώνης αρχιεπίσκοπος πλέον με τα μέλη της διορισμένης από τη Χούντα Αριστίνδην Συνόδου που τον επέλεξε, στα ανάκτορα του Τατοίου με τον Κωνσταντίνο.

Ένας υπερσύγχρονος τεχνικός και εκδοτικός μηχανισμός και η αφθονία οικονομικών μέσων επέτρεπε στα «Συνεργαζόμενα Χριστιανικά ο Απόστολος Παύλος» και το «Ελληνικόν Φως» να δαπανούν φανταστικά υψηλά για την εποχή ποσά. Είναι ενδεικτικός ο απολογισμός της οικονομικής προσφοράς των οργανώσεων, που παρουσιάστηκε σε μεγάλη έκθεση στο Ζάππειο: Αποστολή περιοδικών 300.000.000 δρχ., διανομή βιβλίων 1.000.000.000 δρχ., Ιματισμός, τρόφιμα, φάρμακα 1.800.000.000 δρχ., συσσίτια 9.000.000.000 δρχ., δαπάνες εθελοντικής εργασίας 65.000.000.000 δρχ.

Η σύγκριση με τις οικονομικές δυνατότητες σε ρευστό χρήμα της επίσημης Εκκλησίας είναι καταλυτική. Είναι χαρακτηριστική η είδηση που δημοσιεύθηκε στις περισσότερες  εφημερίδες στα μέσα Ιουλίου 1948: « Ο χαιρετισμός της Ιεραρχίας προς το μαχόμενο στρατό θα εκτυπωθεί εις 200.000 αντίτυπα εις το Εθνικόν Τυπογραφείον, καθ’ όσον τα οικονομικά της Εκκλησίας δεν ευρίσκονται εις ευχάριστον  κατάστασιν».

Η καχυποψία της επίσημης Εκκλησίας

Η πλειοψηφία των μελών της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος αντιμετώπιζε με καχυποψία τις «προτεσταντικές» θέσεις. Είναι γνωστή άλλωστε η εχθρική στάση του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού  (σε αντίθεση με τον προκάτοχό του Χρύσανθο) απέναντι σε όλες αυτές τις κινήσεις, που είχαν οργανωτικά τη μορφή της κλειστής σέχτας και το έργο τους θύμιζε περισσότερο αυτό των δυτικών μισιοναρίων, παρά την ορθόδοξη πρακτική και παράδοση. Σπάνιες είναι οι αναφορές των επίσημων εντύπων της Εκκλησίας στις δραστηριότητες των οργανώσεων της «Ζωής». Ακόμη και τα επετειακά σχόλια για τη «Δήλωση» της Χ.Ε.Ε. δεν ξεπερνούν  σε αριθμό τα δάχτυλα του ενός χεριού.

Αλλά και τα στελέχη της «Ζωής» δεν έκρυβαν πως θεωρούσαν την επίσημη Εκκλησία ένα χρεοκοπημένο οργανισμό, που ουδεμία σχέση είχε με το «ζωντανό χριστιανισμό» τους. Για χρόνια οι της «Ζωής» χαρακτήριζαν «αποτυχημένα» τα στελέχη της Εκκλησίας, όποια κι’ αν ήταν αυτά, από το γεγονός και μόνο ότι ήταν έμμισθοι υπάλληλοι. Οι «μισθωτοί» ήταν η φράση που χρησιμοποιούσαν, κάνοντας σύγκριση με την εθελοντική δράση των οργανωσιακών.  Άνθρωποι με σοβαρό πνευματικό έργο ( πάντα με τους όρους της εποχής) που  υπηρετούσαν τότε στην Αποστολική Διακονία  ήταν «ύποπτοι» για τους οργανωσιακούς από το γεγονός και μόνο ότι ήταν υπάλληλοι της Εκκλησίας. Και το πνεύμα αυτό τα στελέχη της «Ζωής» φρόντιζαν να το περάσουν  και στα μέλη των οργανώσεών τους…

Βασική βιβλιογραφία

— Χρήστου Γιανναρά «Καταφύγιο Ιδεών», εκδόσεις «Δόμος» 1987, εκδόσεις Ίκαρος 2000 και «Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα», εκδόσεις Δόμος.
— Τα τεύχη των περιοδικών «Εκκλησία» και «Ακτίνες» της περιόδου 1946-1949.
— Γιώργου Μουστάκη «Η γέννηση του Χριστιανοφασισμού – Ζωή, ο Σωτήρ», εκδόσεις Κάκτος.
— Ανδρέα Χ.Αργυρόπουλου «Χριστιανοί και πολιτική δράση κατά την περίοδο της δικτατορίας (1967-1974)», εκδόσεις Ψηφίδα.
— Σπύρου Μαρκεζίνη «Σύγχρονη Πολιτική Ιστορία της Ελλάδας 1936-1975», τ. Β΄, εκδόσεις Πάπυρος.
— Γιώργου Καραγιάννη «Η Εκκλησία από την Κατοχή στον Εμφύλιο», εκδόσεις Προσκήνιο-Άγγελος Σιδεράτος.
— Θεοδόση Τσιρώνη «Εκκλησία πολιτευομένη», εκδόσεις Επίκεντρο, Αθήνα 2010.
— Αλέξανδρου Σακελλαρίου «Δικτατορίες και Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα στον 20ο αιώνα: Πολιτικές, οικονομικές και ιδεολογικές – νοηματικές σχέσεις υπό καθεστώτα εκτάκτου ανάγκης», διδακτορική διατριβή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

 

Στο επόμενο: Τα σχέδια για τη δημιουργία Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος – Ο «Χριστιανικός Κοινωνισμός» – Η «σαπίλα» του παραδοσιακού πολιτικού κόσμου – Ο Τσιριντάνης επίδοξος «κηδεμόνας» του Παπάγου αλλά και πρωθυπουργός σε κυβέρνηση εκτάκτου ανάγκης- Το φλερτ με τον Τίτο ματαιώνει τα σχέδια για το νέο κόμμα.

To πρώτο μέρος εδώ και το τρίτο και τελευταίο εδώ

Ετικέττες: , , , ,

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email