«Θα πρέπει να φέρουμε ένα M16 για να τον σταματήσουμε» δήλωσε ο προπονητής της ομάδας μπάσκετ του Ισραήλ, Αριέλ Μπέιτ Χαλάμι, αναφερόμενος στον Γιάννη Αντετοκούμπο, σε μια προσπάθεια να «αστειευτεί», πριν το παιχνίδι. Το πολεμικό «χιούμορ» του προπονητή του Ισραήλ δεν υπάρχει πουθενά. Τέτοια «αστεία» από τον προπονητή της εθνικής μπάσκετ του Ισραήλ, την ώρα που το κράτος- δολοφόνος διαπράττει γενοκτονία στη Γάζα, δείχνουν τις «αξίες» που εκπροσωπεί – και με την ιδιότητα του – ο συγκεκριμένος κύριος.
Από την άλλη μεριά ο προπονητής της Εθνικής μας στο μπάσκετ, Βασίλης Σπανούλης, όταν κλήθηκε να σχολιάσει, πριν τον αγώνα, αυτό που συμβαίνει στη Γάζα απάντησε το εξής: «Δεν θέλω να μιλήσω για αυτό. Θα μιλήσω μόνο για μπάσκετ. Το μυαλό μας είναι στο μπάσκετ και το πώς θα κερδίσουμε αύριο το παιχνίδι. Από εκεί και πέρα όλα τα άλλα, όλοι ξέρουμε τι γίνεται. Όλοι αναγνωρίζουν την κατάσταση. Οπότε εγώ αυτή τη στιγμή θα μιλήσω μόνο για μπάσκετ και είμαι εδώ για να μιλήσω μόνο για μπάσκετ».
Προφανώς, ο Β. Σπανούλης επέλεξε να απαντήσει με αυτόν τον τρόπο. Εμείς, βέβαια, από την πλευρά μας δεν θα αποφύγουμε να σημειώσουμε ότι υπάρχουν παίκτες, αθλητές, άνθρωποι του αθλητισμού, που δεν μιλάνε μόνο για το άθλημά τους. Ο πρώην αρχηγός της Εθνικής μπάσκετ, Μιχάλης Κακιούζης, δήλωσε πριν τον αγώνα: «Πάμε στο επόμενο παιχνίδι με το Ισραήλ, που είναι ιδιαίτερα σημαντικό και δεν είναι μόνο αθλητικό. Μας δίνει μια ευκαιρία να απαντήσουμε σε πάρα πολλά πράγματα».
Να προσθέσουμε, επίσης, αυτό που γράφαμε όταν η Εθνική μπάσκετ (η Ομοσπονδία, δηλαδή), πριν λίγο διάστημα, επέλεξε να παίξει φιλικό με το Ισραήλ: Ο αθλητισμός δεν βρίσκεται ούτε εκτός των κοινωνιών, ούτε υπάρχει σε μια «γυάλα», ειδικά μέσα σε έναν κόσμο που φλέγεται. Λέγεται πως ο «αθλητισμός ενώνει τους λαούς». Πράγματι. Τους λαούς, ναι. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνεται όχημα για να «ενώνει» τους λαούς με ένα κράτος – δολοφόνο. Ούτε για να ξεπλένει δολοφόνους.
Αξίζει, επίσης, να θυμηθούμε μεγάλους αθλητές που με δηλώσεις και πράξεις τους, πήραν θέση σε πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα της εποχής τους, αναλαμβάνοντας και την ευθύνη και το κόστος.
Ένας απ’ αυτούς είναι ο πυγμάχος Μοχάμεντ Άλι: «Για ποιο λόγο μου ζητάνε να φορέσω μια στολή και να πάω δέκα χιλιάδες μίλια μακριά από το σπίτι μου, να πετάξω βόμβες και σφαίρες σε σκούρους ανθρώπους στο Βιετνάμ, την ώρα που οι αποκαλούμενοι νέγροι στην Λούισβιλ αντιμετωπίζονται σαν σκυλιά και τους στερούνται τα πιο απλά ανθρώπινα δικαιώματα; Η συνείδησή μου δεν με αφήνει να πάω να πυροβολήσω τον αδερφό μου ή κάποιον άλλον πιο σκούρο άνθρωπο ή κάποιους φτωχούς πεινασμένους ανθρώπους στη λάσπη, για χάρη της μεγάλης και δυνατής Αμερικής. Γιατί να τους πυροβολήσω; Κανένας Βιετκόνγκ δεν με είπε ποτέ αράπη, κανένας Βιετκόνγκ δεν με λιντσάρισε ποτέ, δεν έστειλε ποτέ σκυλιά στο κατόπι μου, δε με έκλεψε από το έθνος μου, δεν βίασε ή σκότωσε τη μάνα μου και τον πατέρα μου. Για ποιο πράγμα να τους πυροβολήσω; Πώς να πυροβολήσω αυτούς τους φτωχούς ανθρώπους; Δεν πρόκειται να πάω να το κάνω. Ας πάω φυλακή. Ήμασταν στη φυλακή εδώ και εκατοντάδες χρόνια.»
Ανάλογη η περίπτωση του σπουδαίου Πίτερ Νόρμαν που δίδαξε ανθρωπιά με τη συμβολική πράξη του στην απονομή μεταλλίων για τα 200 μέτρα, στους Ολυμπιακούς Αγώνες στο Μεξικό το 1968. Θυμίζουμε: Το χρυσό μετάλλιο στα 200 μέτρα το κερδίζει ο Αφροαμερικανός Τόμι Σμιθ. Δεύτερος ο Αυστραλός Πίτερ Νόρμαν και τρίτος ο Αφροαμερικανός Τζον Κάρλος.
Η φωτογραφία από την απονομή των μεταλλίων (16 Οκτωβρίου 1968) είναι γνωστή μέχρι σήμερα. Οι δύο Αφροαμερικανοί αθλητές σήκωσαν τις γροθιές τους φορώντας, μαύρα γάντια (κίνηση των «Μαύρων Πανθήρων»). Μια κίνηση συμβολική, για την καταδίκη του ρατσισμού και την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στις ΗΠΑ πριν λίγους μήνες είχε δολοφονηθεί ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ.
Οι δύο Αφροαμερικανοί αποβλήθηκαν από το Ολυμπιακό Χωριό και στη συνέχεια τους αφαιρέθηκαν τα μετάλλια, απαγορεύοντας τους τη συμμετοχή στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Η κίνηση τους έμεινε στην Ιστορία ως πράξη αντίστασης στον ρατσισμό. Λιγότερο γνωστό είναι πως στην πράξη αντίστασης συμμετείχε και ο Αυστραλός αθλητής, ο Πίτερ Νόρμαν. Γνώριζε τι θα κάνουν οι Αμερικανοί αθλητές και ήταν αποφασισμένος να δηλώσει την αλληλεγγύη του, φορώντας – όπως και οι άλλοι δύο –κονκάρδα για τα ανθρώπινα δικαιώματα, κατά τη διάρκεια της απονομής.
Ο Νόρμαν τιμωρήθηκε για την πράξη του. Όχι μόνο αποκλείστηκε από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου (1972), παρόλο που είχε κερδίσει την πρόκριση, αλλά περιθωριοποιήθηκε κοινωνικά από την επίσημη πολιτεία της Αυστραλίας, για πολλά χρόνια.
Στην ουσία τον καλούσαν να καταδικάσει την πράξη του, ακόμα και με εκβιασμούς. Θα μπορούσε, αν καταδίκαζε, να έχει μια δουλειά στην αυστραλιανή Ολυμπιακή Επιτροπή…
Δεν αρνήθηκε ποτέ την πράξη του και την υπερασπίστηκε μέχρι το τέλος της ζωής του.
Έξι χρόνια μετά το θάνατο του (πέθανε το 2006 και οι δύο Αφροαμερικάνοί συναθλητές του σήκωσαν το φέρετρο του) το αυστραλιανό κοινοβούλιο ζήτησε συγγνώμη από τον Νόρμαν…