Κοινωνία

Πρόληψη και τοπική κοινωνία

   Οι προσπάθειες που γίνονται συντονισμένα, και σε διεθνές επίπεδο, για την νομιμοποίηση στη συνείδηση των ανθρώπων της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, υποθηκεύουν το μέλλον των νέων παιδιών, των λαών, της ανθρωπότητας. Όσο πιο εύκολη είναι η χειραγώγηση, τόσο μεγαλύτερο είναι και το βάθος άσκησης εξουσίας από τις κυρίαρχες τάξεις. Απέναντι λοιπόν σε αυτό το προβαλλόμενο ως   «κίνημα» – κίνημα καρικατούρα θα λέγαμε εμείς – για την νομιμοποίηση των ναρκωτικών, εμείς πρέπει να ορθώσουμε το ανάστημα του κοινωνικού ανθρώπου.

   Ο άνθρωπος είναι ον κοινωνικό. Η ουσία του ανθρώπου είναι το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων. Η προσωπικότητα του όπως και η συνείδησή του δημιουργείται μέσα από τις κοινωνικές σχέσεις διαμέσου των οποίων διαφαίνεται και η δραστηριότητα του (Leontief). To κοινωνικό «Είναι» του ανθρώπου λοιπόν, είναι αυτό που καθορίζει και την συνείδησή του. Μπορούμε, δηλαδή, να πούμε ότι η προσωπικότητα όπως και η συνείδηση του ανθρώπου γεννιέται μέσα από τη δραστηριότητα του σε ιδιαίτερες κοινωνικές συνθήκες.

    Λαμβάνοντας υπόψη το παραπάνω σκεπτικό, σήμερα τι γίνεται; Ποιες είναι οι σημερινές κοινωνικές συνθήκες, ποια είναι η γενικότερη εικόνα της κοινωνίας στην οποία ζούμε; Τι προτείνεται σήμερα σε όλους μας και ιδιαίτερα στους νέους ανθρώπους; μοναξιά, αλλοτρίωση, αποξένωση, «όλα για το κέρδος» και μάλιστα το εύκολο κέρδος, ανταγωνισμός, ταχύτητα, επιφάνεια, παιχνίδι εντυπώσεων… Τα παραδείγματα είναι δυστυχώς πολλά και καθημερινά: δεν είναι τυχαία η δημιουργία τόσων τηλεπαιχνιδιών τύπου survivor, ή Big Brother στο παρελθόν, όπου «παίζουμε ότι είμαστε μία παρέα», «υποκρινόμαστε σχέσεις και συναισθήματα» με σκοπό ο ένας να «βγάλει από την μέση» τον άλλο για να κερδίσει χρήματα και εντυπώσεις, τα «βγάζω όλα στην φόρα» μέχρι και την ίδια μου την αξιοπρέπεια για το εύκολο κέρδος. Ακόμα και η εξωτερική εμφάνιση που γίνεται μόδα, δημιουργεί πρότυπα που υπονοούν στοιχεία εξαρτήσεις.

    Τέτοια είναι τα μηνύματα και οι εικόνες που κυριαρχούν σήμερα και που έχουν  πάρα πολύ σοβαρές προεκτάσεις. Μέσα σε αυτό το κλίμα γιατί όχι στα ναρκωτικά και στην εξάρτηση, την στιγμή που η εξάρτηση είναι ουσιαστικά ακραία μορφή αλλοτρίωσης και  αποξένωσης που συνοδεύεται από πλήρη απουσία οράματος και προοπτικής. Σε τελική ανάλυση, είναι μια παθολογική στρατηγική επιβίωσης.

    Τι να πρωτοκάνει λοιπόν κανείς στην πρόληψη;  Mπορεί να υπάρχει πρόληψη στις εξαρτήσεις αν δεν υπάρχει πρόληψη στην βία, στην σχολική διαρροή, στην ανεργία, στην φτώχεια στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο…;

    Aς δούμε όμως καταρχήν τι σημαίνει πρόληψη: είναι το σύνολο των μέσων που έχουν στόχο την εμπόδιση εμφάνισης μιας διαταραχής/προβλήματος, μιας παθολογίας, ενός συμπτώματος ή ενός δείκτη κοινωνικής δυσλειτουργίας, δηλαδή, με άλλα λόγια, τη δημιουργία των απαραίτητων όρων και προϋποθέσεων για την ανάπτυξη μιας ολοκληρωμένης προσωπικότητας.  

    Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, θα πρέπει να αναπτυχθεί ένα ευρύ κοινωνικό κίνημα που θα παλεύει για την ανατροπή των αιτιών που δημιουργούν και συντηρούν το πρόβλημα των ναρκωτικών. Κίνημα που δεν θα αφορά μόνο τους ειδικούς, αλλά που θα προκαλεί τον διάλογο μεταξύ των τελευταίων και όλων των κοινωνικών ομάδων.

    Συγκεκριμένα, τα επίπεδα με τα οποία θα πρέπει να ασχολείται η πρόληψη είναι:

  1. Το ατομικό και ενδοψυχολογικό (ανάπτυξη λόγου και διαλόγου, δημιουργικότητας και οράματος)
  2. Το ομαδικό και συλλογικό επίπεδο (ανάλυση ιδεών και κοινωνικών προσδοκιών, θεσμοθέτηση μεταβατικού χώρου, δυνατότητα έκφρασης της ομάδας προς τα έξω, προώθηση και εξάσκηση δυνατοτήτων, ανάπτυξη σχέσεων αλληλεγγύης, κατάκτηση κοινωνικών δυνατοτήτων για καλύτερη ένταξη)
  3. Το επίπεδο δομών, θεσμών και οργανωμένων κοινωνικών δυνάμεων.

    Όλα τα παραπάνω επίπεδα, είναι αναγκαίο να ληφθούν υπόψη και οι προληπτικές παρεμβάσεις οφείλουν να αφορούν και τα τρία αυτά  επίπεδα και όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής γενικότερα…

    Αν αφήσουμε κάποιο  επίπεδο εκτός, τότε η παρέμβασή μας δεν θα είναι αρκετά αποτελεσματική.

    Αυτό είναι ένα από τα λάθη, που γίνονται συνήθως και έτσι έχουμε αποσπασματικές παρεμβάσεις χωρίς κεντρικό σχεδιασμό, χωρίς κεντρική φιλοσοφία, χωρίς συνέχεια, χωρίς ουσιαστικά μια γενική θεωρεία και μια αντίστοιχη μεθοδολογία.

    Πέρα από όλα αυτά, η πρόληψη πρέπει να είναι και διαθεσμική, να εμπεριέχει ανάλυση των πολιτικών αντιστάσεων και των οικονομικών κερδών, αφού ας μην ξεχνάμε ότι τα ναρκωτικά είναι το δεύτερο πιο κερδοφόρο εμπόριο στον κόσμο  μετά από αυτό των όπλων. Σε αυτό το σημείο, σαφώς μπαίνει το θέμα της πολιτικής βούλησης που όπως φαίνεται καθορίζεται από πολιτικές, οικονομικές σκοπιμότητες και συμφέροντα.

    Για να επιτύχει η πρόληψη, απαιτούνται επίσης ξεκάθαρα μηνύματα ώστε να αποφεύγεται η σύγχυση και τα διπλά μηνύματα προς τους νέους. Πώς λοιπόν θα πείσουμε ένα νέο άνθρωπο όταν από παντού (και από τους ίδιους τους ειδικούς) διαφαίνεται μια γενικότερη,  εσκεμμένη πολλές φορές  σύγχυση;

    Χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ είναι ο διαχωρισμός των ναρκωτικών σε σκληρά και «μαλακά» και όλη αυτή τη φιλολογία γύρω από την «αθώα» και «αβλαβή» κάνναβη, της «θεραπευτικές» της ιδιότητες, την «ελευθερία» του ατόμου  στη  χρήση  κλπ. Χωρίς βέβαια να αναφέρονται τα ψυχολογικά, νευρολογικά, σωματικά, κοινωνικά… προβλήματα που η χρήση κάνναβης δημιουργεί. Πώς ανάλογα, να πείσεις για την χρήση αλκοόλ, το lifestyle, την ναρκωκουλτούρα…;

    Χρειάζεται λοιπόν ενίσχυση και διεύρυνση των ήδη υπαρχόντων προγραμμάτων – ειδικά των στεγνών – αλλά κυρίως περισσότερη δουλειά στην Κοινότητα που αυτή τη στιγμή περιορίζεται σε κάποια κέντρα πρόληψης του Ο.ΚΑ.ΝΑ. που συνήθως υπολειτουργούν. Η πρόληψη,  θα πρέπει να μπει στην καθημερινότητα της ζωής της κοινότητας με δημιουργία στεκιών για νέους, που όμως να είναι προσιτά και ελκυστικά για αυτούς, ομάδες για τους γονείς και όλους τους εμπλεκόμενους φορείς και θεσμούς, ομάδες ενεργητικής ακρόασης στα σχολεία για τους μαθητές, τους γονείς, τους καθηγητές, χώρους που να μπορούν οι πολίτες της κοινότητας να εκφράζονται και να δρουν συλλογικά. 

    Επιπλέον, χρειάζονται δυναμικές παρεμβάσεις σε οικογένειες που διαφαίνεται ένα πρόβλημα, οποιασδήποτε μορφής, καθώς επίσης και στα παιδιά των οικογενειών αυτών. Και σε αυτή την περίπτωση, είναι δουλειά των ανθρώπων που υλοποιούν ένα προληπτικό πρόγραμμα να τους  βρουν και να βοηθήσουν και όχι το αντίθετο. Η θεσμοθέτηση του σχολικού ψυχολόγου από το δημοτικό είναι αναγκαία, γιατί όπως ξέρουμε, ο μέσος όρος της ηλικίας έναρξης της χρήσης έχει πέσει δραματικά και υπάρχουν όλο και περισσότερες περιπτώσεις παιδιών που ξεκινούν την χρήση από τις τελευταίες τάξεις του δημοτικού!

    Τη στιγμή που η χρήση κάποιων ψυχοτρόπων ουσιών είναι το σύμπτωμα και όχι η αιτία, το να βρεθεί κάποιος που θα μπορεί να προβλέψει ένα πρόβλημα στο παιδί και στην οικογένεια και να προτείνει διεξόδους και εναλλακτικές διαφορετικές από αυτή της χρήσης μπορεί να αποδειχθεί σωτήριο. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου, που όσο το ποσοστό της σχολικής διαρροής μεγαλώνει, αυξάνει και το ποσοστό χρήσης ναρκωτικών ουσιών. Σε αυτή την περίπτωση, οι κοινωνικές ανισότητες και η περιθωριοποίηση, που είναι δείκτες υψηλού κινδύνου, ξεκινούν από πολύ νωρίς. Έτσι, οι αποκλεισμένοι χρησιμοποιούν ουσίες για να αντέξουν τον αποκλεισμό τους  και ταυτόχρονα οι χρήστες περιθωριοποιούνται και αποκλείονται ακόμα περισσότερο λόγω της χρήσης.

    Πως όμως μπορούμε να μιλάμε για κοινωνική ένταξη όταν πάνω από το 15% του ευρωπαϊκού πληθυσμού ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας; Ένας από τους λόγους άλλωστε, που οι χρήστες επιλέγουν λιγότερο τα στεγνά θεραπευτικά προγράμματα σε σχέση με την υποκατάσταση  είναι και το γεγονός ότι δεν έχουν σε τίποτα να ελπίζουν. Να «καθαρίσουν» λοιπόν γιατί; Εάν δεν απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα, καθίστανται ευάλωτοι και έτσι υιοθετούν την ταυτότητα ενός θεσμοθετημένου περιθωρίου – που τους προτείνει μια υποκριτική πολιτεία – ως πάσχοντες από μια χρόνια υποτροπιάζουσα νόσο του εγκεφάλου, και που θα χορηγούνται δια βίου στα προγράμματα της υποκατάστασης.

    Αλλά και οι δάσκαλοι και οι καθηγητές θα έπρεπε πρώτα από όλα να εκπαιδεύονται ως σωστοί παιδαγωγοί και να επιμορφώνονται τακτικά σε σεμινάρια που να αφορούν την κινητοποίηση και την ευαισθητοποίηση τους σχετικά με το πρόβλημα, ώστε να μπορούν να δημιουργούν μια σχέση με τους μαθητές τους που θα είναι πολύ βοηθητική στην πρόληψη. Και φυσικά, να δουλεύουν σε συνεργασία μεταξύ τους και με τις υπόλοιπες δομές της κοινότητας, δημιουργώντας ένα προστατευτικό δίκτυο.

    Ολόκληρη η κοινότητα – ο καθένας από το ρόλο του – πρέπει να ευαισθητοποιηθεί και να κινητοποιηθεί, ώστε να δημιουργηθεί μια κοινή κουλτούρα που θα παλεύει την εξάρτηση και θα προωθεί την δημόσια υγεία. Η πρόληψη δηλαδή, θα πρέπει να κάνει την δουλειά του μυρμηγκιού και τότε μόνο θα έχει αποτελέσματα. Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος θα πρέπει να είναι ο άνθρωπος (και όχι το προϊόν) και για αυτό είναι σημαντικό τον άνθρωπο να τον αναζητήσουμε στο χώρο που βρίσκεται και που κινείται, δηλαδή, στην ίδια του την γειτονιά, την κοινότητα.

    Θέλουμε λοιπόν να καταλάβουμε, τι σχέση  έχει αυτό που περιγράφουμε, με την πρόταση που έκανε βουλευτής της κυβέρνησης, σε ημερίδα για την απελευθέρωση της ευφορικής και ψυχαγωγικής κάνναβης και που ούτε λίγο ούτε πολύ, πρότεινε την δημιουργία ιδιωτικών λεσχών, τα μέλη των οποίων θα φυτεύουν και θα καταναλώνουν βιολογικής  καλλιέργειας κάνναβη; Προφανώς, δεν υπάρχει απολύτως καμία σχέση.               

    Σε ένα ευρύτερο επίπεδο, είναι αναγκαία η συνεργασία των λειτουργών της υγείας, της εκπαίδευσης, της δικαιοσύνης, της κοινότητας και αυτών που χαράσσουν τις πολιτικές στο χώρο της υγείας και της πρόληψης. Μια στρατηγική στοχεύει στο να αξιοποιεί με τον καλύτερο τρόπο το ανθρώπινο, το πολιτικό, και οικονομικό δυναμικό προς την επιτυχία ενός στόχου. Κάποιοι πίστευαν και πιστεύουν, πως αυτό δεν γινόταν για λόγους ανεπαρκείας του πολιτικού συστήματος. Δυστυχώς, φαίνεται πως δεν γίνεται, λόγω  συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών.

    Όταν στόχος μιας στρατηγικής είναι η πρόληψη της εξάρτησης από εξαρτησιογόνες ουσίες, τότε θα πρέπει να χτυπηθούν οι αιτίες που οδηγούν στη χρήση, κατάχρηση και εξάρτηση (μείωση της προσφοράς, μείωση της ζήτησης, κλπ).

    Μια πολιτική πρόληψης πρέπει να εξετάζει την οικονομική και γεωπολιτική κατάσταση, την  ατομική και  συλλογική ιστορία και τον τρόπο που βλέπει τον κόσμο η κάθε κουλτούρα , ο κάθε πολιτισμός. Έτσι, απλές μεταφορές «πακέτων» πρόληψης από άλλες χώρες δεν είναι πάντα επιτυχημένες, ειδικά όταν δεν συνοδεύονται από ανάλυση, έρευνα και μελέτη των αναγκών, των ιδιαιτεροτήτων και της διαφορετικότητας της χώρας μας ή ακόμα και διαφορετικών περιοχών μέσα στην χώρα.

    Υπάρχει μια άμεση σχέση μεταξύ κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών παραγόντων. Αυτοί οι τρείς παράγοντες αλληλοδιαπλέκονται και το αποτέλεσμά τους θα έπρεπε να υπηρετεί τον άνθρωπο, την κοινωνική δικαιοσύνη, την ελευθερία ζωής και έκφρασης.

    Τελικά, αυτά τα οποία προτείνουν οι ειδικοί σχετικά με την ανάπτυξη της συλλογικότητας, θα έπρεπε πρώτα από όλα να εφαρμόζονται από αυτούς που σχεδιάζουν και υλοποιούν προγράμματα πρόληψης και θεραπείας.

    Αν δεν υπάρχει συνεργασία και διάλογος σε όλα τα επίπεδα τότε οι προσπάθειες θα είναι αποσπασματικές και ελλιπείς και αυτό θα οδηγεί σε χάσιμο χρόνου, χρήματος, δυναμικού και κυρίως της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας.

    Πριν από όλα όμως, πρέπει να απαντήσουμε στο εξής ερώτημα: θέλουμε κοινωνίες ελεύθερες από ναρκωτικά ή κοινωνίες με ελεύθερα τα ναρκωτικά; Κάποιοι δυστυχώς, έχουν επιλέξει το δεύτερο και προσπαθούν να μας πείσουν ότι πρόκειται για ανατρεπτική, προοδευτική, πράξη.

*Η Μαρία Τζωρτζοπούλου είναι ειδική θεραπεύτρια – ψυχοθεραπεύτρια, της Μονάδας Απεξάρτησης «ΔΙΑΠΛΟΥΣ» της Ψυχιατρικής Κλινικής του Γ.Ν.Κέρκυρας

(Επισκέψεις: 74 φορές, όπου 1 ημερήσιες)

Σχετικά Άρθρα

Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend