Η απόφαση του δήμαρχου Πάτρας να ξηλώσει από τα σχολεία του δήμου τις διαφημιστικές πινακίδες των τραπεζών… ενόχλησε την κυβέρνηση του Μητσοτάκη, δηλαδή την κυβέρνηση των πολιτικών υπηρετών του κεφαλαίου.
Ετσι ο Μαρινάκης, ο εκπρόσωπος του Μητσοτάκη, αντέδρασε και με ύφος πολιτικού… μαχαλόμαγκα αναρωτήθηκε: «Ρε παιδιά, είμαστε με τα καλά μας;»… «Αντί να πει μπράβο, που αρκετά σχολεία και στη δική του πόλη και σε όλη την Ελλάδα αλλάζουν όψη, αντί να διεκδικήσει περισσότερα χρήματα για να ανακαινιστούν ακόμη παραπάνω σχολεία, δεν του άρεσε η πινακίδα γιατί οι «κακές τράπεζες» έδωσαν λεφτά για την ανακαίνιση των σχολείων. Ξέρετε, το ξήλωμα δεν είναι πολιτική και σίγουρα δεν συνιστά πρόοδο. Αλλά, ας «εκμεταλλευτούμε» άλλη μία παράλογη εικόνα την οποία είδαμε από έναν δήμαρχο, λόγω των ιδεοληψιών εκείνου και του χώρου του, για να δούμε λίγο την ουσία. Τι είναι το πρόγραμμα «Μαριέττα Γιαννάκου»; Με το πρόγραμμα αυτό ανακαινίζονται και αναβαθμίζονται 431 σχολεία σε 245 δήμους της χώρας», ανέφερε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, ο οποίος δεν πάσχει από καμία… ιδεοληψία, πλην μιας: Των πολιτικών υποκύψεων στους τραπεζίτες, άλλως πως και… ολιγαρχίτιδα.
Απάντηση Πελετίδη: «Εμείς δεν θέλουμε καμία χορηγία»
Νωρίτερα, την απόφαση του Δήμου Πατρέων να αφαιρέσει τις πινακίδες των τραπεζών-χορηγών από τα σχολεία που ανακαινίστηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος «Μαριέττα Γιαννάκου» υπερασπίστηκε ο δήμαρχος Κώστας Πελετίδης, μιλώντας στo ΕΡΤnews και την εκπομπή «ΣΥΝΔΕΣΕΙΣ».
«Eίναι πρόκληση να μπαίνουν στα σχολεία πινακίδες τραπεζών που έχουν καταστρέψει τη χώρα και να καλούνται τα παιδιά να τους δοξάζουν», υπογράμμισε από την πλευρά του ο δήμαρχος Πατρέων, Κώστας Πελετίδης, για την απόφαση του δήμου να να αφαιρέσει τις πινακίδες των τραπεζών-χορηγών από τα σχολεία που ανακαινίστηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος «Μαριέττα Γιαννάκου».
«Οι τράπεζες έχουν πάρει 52 δισεκατομμύρια από τον ελληνικό λαό για να κρατηθούν οι ιδιοκτήτες τους. Και τώρα έρχονται να δώσουν ψίχουλα, θέλοντας να φανούν ευεργέτες», ανέφερε, μιλώντας στην ΕΡΤ, ο κ. Πελετίδης, προσθέτοντας ότι «δεν χρειάζεται να μνημονεύουμε στα σχολεία μας αυτούς που κερδοσκοπούν σε βάρος του λαού». Ερωτηθείς γιατί ο δήμος Πατρέων δεν αρνήθηκε τη χρηματοδότηση εξαρχής, ο κ. Πελετίδης υπογράμμισε ότι «το έργο έγινε από την κυβέρνηση και με συμφωνίες που έκανε η ίδια με τις τράπεζες», ενώ ο δήμος «δεν έχει καμία απολύτως συμφωνία» με χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ή ιδιώτες.
«Εμείς δεν θέλουμε καμία χορηγία. Θέλουμε η κυβέρνηση να αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις της απέναντι στην παιδεία. Αν δεν μπορεί, να φύγει», υπογράμμισε. Για το αν επιτρέπεται καμία ιδιωτική χορηγία, απάντησε πως «καμία απολύτως. Δεν μπορεί να υπάρχει δωρεά από επιχειρηματικούς ομίλους που συντρίβουν τη ζωή του λαού». Αναφερόμενος ειδικά σε περιπτώσεις όπως της Coca-Cola ή άλλων εταιρειών που συμμετέχουν σε δράσεις αποκατάστασης ζημιών, είπε πως «είναι ντροπή να έρχονται αυτοί που φορολογούνται ελάχιστα και να παρουσιάζονται ως ευεργέτες». Σύμφωνα με τον ίδιο, «παίρνουν επιδοτήσεις, αυξάνουν τα κέρδη τους, ανεβάζουν τις τιμές και μετά κάνουν χορηγίες με τα δικά μας λεφτά».
Σε ερώτηση αν μια πατρινή εταιρεία, όπως η Λουξ, μπορεί να κάνει χορηγία σε σχολείο, ο δήμαρχος απάντησε ότι το ζήτημα είναι «γιατί φτάσαμε στο σημείο να μην μπορούμε να φτιάξουμε μόνοι μας τα σχολεία μας. Αν η εταιρεία θέλει να δώσει 200 χιλιάδες και να βάλει το όνομά της μπροστά, για να κάνουμε υπόκλιση κάθε μέρα, εμείς λέμε όχι». Τέλος, επισήμανε πως «δεν έχουμε ανάγκη από χορηγούς, αλλά από δικαιοσύνη και επιστροφή των χρημάτων που μας πήραν, επιμένοντας ότι η στάση του Δήμου είναι συμβολική αντίδραση απέναντι σε ένα σύστημα που «δοξάζει τους υπεύθυνους για τη φτώχεια του λαού».
Τα παραπάνω τα είπε o δήμαρχος Πατρέων, προσπαθώντας να απαντήσει ανάμεσα σε σχόλια και ερωτήσεις του Κ. Παπαχλιμίντζου, οι οποίες όταν δεν ήταν εμμονικά επαναλαμβανόμενες (όπως “τα θέλετε τα λεφτά από τις τράπεζες;), ήταν προβοκατόρικες (“δηλαδή δεν θέλετε να φτιαχτούν τα σχολεία;”) έως προσβλητικές και αποκρουστικά αντικομμουνιστικές (“από το 1989 που έπεσε το τείχος του Βερολίνου έχετε μείνει 35 χρόνια πίσω” ή “θέλω σοβιέτ και κομισάριο και τον Χόνεκερ επικεφαλής του κράτους, τότε θα τρέχαμε στα λιβάδια ελεύθεροι”).