Ο ΕΛΑΣίτης μαχητής, ποιητής και πεζογράφος Γιώργος Σιδέρης, έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 79 ετών, στις 18 Γενάρη 1998. Γεννήθηκε στη Σμύρνη στις 19 Αυγούστου 1919. Το ’22, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και τον ξεριζωμό, η οικογένειά του έφτασε στον Πειραιά τσακισμένη. Μαζί με άλλες 20 οικογένειες προσφύγων στοιβάχτηκαν σε παράπηγμα στο Πασαλιμάνι, και στη συνέχεια στα προσφυγικά σπίτια της «αποκατάστασης», στα ανατολικά προάστια, στο Βύρωνα.
Εχοντας γνωρίσει από παιδί την αδικία και τις διώξεις εντάχθηκε πολύ νωρίς στο προοδευτικό κίνημα, αγωνίστηκε στην Εθνική Αντίσταση και «βραβεύτηκε» από τις τότε κυβερνήσεις με εξορίες και φυλακές για δεκαπέντε χρόνια.
Στα χρόνια της Κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, το 1942 οργανώθηκε στις τάξεις του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ και δραστηριοποιήθηκε στην ανταρτομάνα Καισαριανή.

Στα μέσα του Νοέμβρη του 1940, ιταλικά αεροπλάνα βομβαρδίζουν τον Πειραιά. Ο Γιώργος Σιδέρης εκείνη την εποχή υπηρετούσε σαν υπάλληλος σε ένα Ιδρυμα του τότε Υπουργείου Πρόνοιας στον Πειραιά. Μια ιταλική βόμβα, στη διάρκεια του βομβαρδισμού, πέφτει κοντά του και ένα θραύσμα οβίδας τον χτυπάει και τραυματίζει άσχημα τον Γιώργο στο δεξί του πόδι. Οι γιατροί υποχρεώθηκαν να του κόψουν, σε χαμηλό σημείο, το πόδι.
Στη συνέχεια η κατάσταση του τραυματισμένου ποδιού του επιδεινώθηκε. Δυο χρόνια μετά η γάγγραινα έχει εξελιχτεί επικίνδυνα και απειλεί την ζωή του. Ο Γιώργος, ο οποίοος έχει ήδη ενταχτεί στις δυνάμεις του ΕΛΑΣ της Καισαριανής, μεταφέρεται από τους συντρόφους του στο Ζωγράφειο Θεραπευτήριο του Μιχάλη Καμπυλαυκά, στου Ζωγράφου, ο οποίος συχνά περιέθαλπε μυστικά τους αντάρτες του ΕΛΑΣ. Ο Καμπυλαυκάς έσωσε τη ζωή του αντάρτη, με το συνθηματικό όνομα «Καλλιόγλου Βαγγέλης», προχώρησε όμως σε αναγκαστικό ακρωτηριασμό ολόκληρου του δεξιού ποδιού, στις 17 του Οκτώβρη του 1942. Ο Γιώργος Σιδέρης, ανάπηρος πλέον, συνεχίζει ασταμάτητα τον αγώνα για τη λευτεριά, τον αγώνα για μια κοινωνία αντάξια του ανθρώπου.
Το Μάρτη του 1944, με αφορμή δυο δραπετεύσεις του, επειδή συμμετείχε στον παράνομο μηχανισμό Τύπου, τον επικήρυξαν οι Γερμανοί και τοιχοκόλλησαν την σχετική ανακοίνωση. Για να τον αναγκάσουν μάλιστα να παραδοθεί, συνέλαβαν τον πατέρα του, Χαράλαμπο Σιδέρη, και τον έκλεισαν στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, απ’ όπου αποφυλακίστηκε λίγο πριν την «Απελευθέρωση».
Την άνοιξη του 1944, μετά από προδοσία κάποιου νοσοκόμου χαφιέ, οι γερμανοτσολιάδες συνέλαβαν τέσσερα στελέχη κι έναν ακόμη αγωνιστή του κομματικού γραφείου των οργανώσεων του νοσοκομείου Συγγρού. Δυο άλλα μέλη του κομματικού γραφείου, ο Γιώργος Σιδέρης και ο Θανάσης Νικολαΐδης, κατάφεραν να ξεφύγουν από το μπλόκο των ταγματασφαλιτών στο νοσοκομείο.

Λίγο καιρό μετά, σε αντίποινα για την εκτέλεση του Χίτη Κωνσταντίνου Μανωλάκου, λοχαγού των γερμανοτσολιάδων, τομεάρχη της Χ Αμπελοκήπων (25.3.1944), στις 5 Απρίλη 1944, οι ταγματασφαλίτες κρεμούν στα Ιλίσια, στην διασταύρωση της οδού Παπαδιαμαντοπούλου με την οδό Ξενίας και την οδό Μικράς Ασίας, στο ΑΛΕΞ, πέντε αγωνιστές – στελέχη του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ. Σε δυο δέντρα πιο κει, στην ίδια πλατεία, είχαν κρεμάσει, όπως συνήθιζαν να κάνουν στις περιπτώσεις που δεν είχαν στα χέρια τους, τους καταζητούμενους και καταδικασμένους αγωνιστές, δυο άδειες αγχόνες με πινακίδες πάνω στις οποίες έγραφαν:
«Γεώργιος Σιδέρης – τον περιμένει η κρεμάλα»
«Θανάσης Νικολαΐδης – τον περιμένει η κρεμάλα»
Αυτές οι κρεμάλες ήταν η αφορμή για την πρώτη μάχη του ΕΛΑΣ της Αθήνας – η Μάχη για τους πέντε κρεμασμένους.

Ο καταξιωμένος πεζογράφος και ποιητής συνέχισε τη δράση του στην Αντίσταση της Καισαριανής. Τον Απρίλη του 1946 συνελήφθη και καταδικάστηκε στις σκηνοθετημένες δίκες για τους Αντιστασιακούς.
Από φυλακή σε φυλακή έκανε τον γύρο της Ελλάδας για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια, μέχρι την αποφυλάκισή του τον Δεκέμβρη του 1960. Από τις φυλακές Χατζηκώστα πέρασε στις φυλακές «Αβέρωφ» κι από κει Ζάκυνθο, Αίγινα, Γιούρα, Κέρκυρα, Αμφισσα, Βούρλα, και πάλι Αβέρωφ και Αίγινα.

Τον Ιούνη του 1953 μεταφέρθηκε στην Κεφαλονιά όπου έζησε τους καταστροφικούς σεισμούς που έφτασαν τους 7,3 βαθμούς ρίχτερ, του Αυγούστου του 1953, και κατέστρεψαν τα Ιόνια νησιά και ιδιαίτερα την Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά.
Από την Κεφαλονιά συνεχίστηκε αδιάκοπα το ταξίδι στις φυλακές: Αλικαρνασσός, Αμφισσα, Αβέρωφ και ξανά Αμφισσα και ξανά Αβέρωφ μέχρι τον Σεπτέμβρη του 1959 που μεταφέρθηκε για τελευταία φορά στην Αίγινα μέχρι την αποφυλάκισή του τον Δεκέμβρη του 1960.
Προς το τέλος της 15ετούς φυλάκισής του, στις φυλακές της Αίγινας, γνωρίστηκε με την συντρόφισσά του, την εμβληματική επονίτισσα Μαρία Δεμσερή Σιδέρη, με την οποία απέκτησε δυο παιδιά, τον Λάμπη και τον Νίκο.

Πριν τη φυλάκισή του, πρωτοέγραψε και δημοσίευσε χρονογραφήματά του στις εφημερίδες «Η Κοκκινιά μας» και «Δημοκρατικός Φρουρός», διηγήματά του στα περιοδικά «Πορεία», «Μαχητής» και «Ελεύθερη Σκέψη».
Εξακολούθησε να γράφει και στα χρόνια της φυλάκισής του. Τρεις μήνες όμως πριν την αποφυλάκισή του μετά από έρευνα στους θαλάμους βρέθηκαν τα γραφτά του και κατασχέθηκαν και παραδόθηκαν στη φωτιά από τον τότε διευθυντή της φυλακής Μπουζάκη. Λίγο αργότερα κατασχέθηκαν και αντίγραφα των γραφτών του που είχαν σταλεί στους δικούς του. Τυχαία σώθηκαν το ποίημά του με τίτλο «Ορκος», το διήγημά του «Γιούρα» και η μελέτη του «Φώτης Αγγουλές».

Μετά την έκδοση της μελέτης του για τον φίλο του, τον αγωνιστή ποιητή Φώτη Αγγουλέ, που το θεωρούσε χρέος του, σταματά να γράφει για δέκα χρόνια. Δεν του ήταν εύκολο να συνέλθει από την καταστροφή της δουλειάς του.
Στα μέσα του 1972, αντιδρώντας στην καινούρια σκλαβιά, αρχίζει πάλι να γράφει. Μέσα σ’ ένα χρόνο, ετοιμάζει την ποιητική συλλογή «Ασφόδελοι», ένα βιβλίο με αντιστασιακά διηγήματα με τίτλο «Πέρα από το ζόφο», τη νουβέλα «Η Γιωργαλού» και έναν τόμο με παλιά και νέα χρονογραφήματα με τίτλο «Σπίθες», αρκετά από τα οποία δημοσιεύτηκαν σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά, όπως ο «Ριζοσπάστης», «Χριστιανική», «Εκλογή», «Η Κοκκινιά μας» κ.ά.

Στη διάρκεια μιας δεκαετίας, πέρα από την άλλη ποιητική δουλειά, έγραψε και το αντιστασιακό ποιητικό έργο «Δοξαστικό», έργο ποιητικό, κατεξοχήν αντιστασιακό, το οποίο ο ίδιος το θεωρούσε και το αποκαλούσε συχνά «έργο της ζωής του» και το οποίο εκδόθηκε το 1978. Από τα ποιητικά του κείμενα κυκλοφόρησαν δύο δίσκοι σε μουσική Γιώργου Γεωργιάδη, ο πρώτος με τίτλο «Καισαριανή» και ο δεύτερος «Εσπερινός Καισαριανής».

Το 1992, στον Γ. Σιδέρη απονέμεται τιμητική διάκριση σε διαγωνισμό του Πανεπιστημίου του Λέτσε (Ιταλία) για το βιβλίο του “Λυρικά και Ανθρώπινα”. Το 1994 εκδίδονται τα έργα του “Αλληλούια” και “Ο τελευταίος χαιρετισμός στην επανάσταση”. Το 1995 από τη “Σύγχρονη Εποχή” κυκλοφορούν τα βιβλία του “Τα Ποιητικά” (επιλογή ποιημάτων του), “Τα Πεζά” (επιλογή πεζών) και η 4η έκδοση της “Γιωργαλούς”. Ο θάνατος, όμως, τον εμπόδισε να δει εκδομένο το τελευταίο βιβλίο του “Διπλοσκοπιά με το ουράνιο τόξο”, με το οποίο, όπως ο ίδιος έλεγε, “δε μιλά ο λογοτέχνης, αλλά η ψυχή του επαναστάτη που δε λύγισε ποτέ”.
Ολη η εμπειρία του από τη ζωή έχει μεταφερθεί στο ποιητικό και πεζογραφικό έργο του. Κυρίαρχο παραμένει το πιο έντονο και σημαντικό κομμάτι της, που διαποτίζει τη συνολική προσφορά του στα γράμματα: Η Εθνική Αντίσταση.

«Εσπερινός Καισαριανής»
Το 1975 κυκλοφόρησε από τη μικρή εταιρεία Dora Records ένας μεγάλος δίσκος με τίτλο «Καισαριανή», αφιερωμένος στην Καισαριανή της Εθνικής Αντίστασης, με δέκα τραγούδια σε μουσική του συνθέτη Γιώργου Γεωργιάδη και στίχους του ποιητή Γιώργη Σιδέρη, μέσα από την ποιητική συλλογή «Ασφόδελοι» (εκδόσεις «Κέδρος», 1975). Η ενορχήστρωση, η διεύθυνση ορχήστρας και η ερμηνεία στα περισσότερα τραγούδια έγινε από τον Γιώργο Γεωργιάδη. Τραγούδησαν μαζί του η, αγνώστων λοιπών στοιχείων, Μαρούσα και ο Γιώργος Κακίτσης με τη χορωδία του. Το εξώφυλλο επιμελήθηκε ο ζωγράφος Τάκης Σιδέρης.
Τα τραγούδια του δίσκου
1) Καισαριανής Εσπερινός
2) Όμορφη που’ναι η ζωή
3) Προσφυγιά
4) Κόκκινο
5) Μια γειτονιά
6) Ηρώισσα
7) Μέρα Δεκέμβρη
8) Νεκρέ αδερφέ και συμπολεμιστή
9) Στου Κιορπέ τον καφενέ
10) Επίορκε

Ο Γιώργος Σιδέρης διετέλεσε Δημοτικός Σύμβουλος Καισαριανής για τρεις δεκαετίες κοντά στον Παναγιώτη Μακρή. Πέθανε σε ηλικία 79 ετών στις 18 Γενάρη 1998.
Σημαντικά στοιχεία και φωτογραφίες ευγενικά μας παραχώρησε ο Νίκος Σιδέρης, γιός της εμβληματικής επονίτισσας Μαρίας Δεμσερή Σιδέρη και του ποιητή της Αντίστασης Γιώργου Σιδέρη, από το προσωπικό του Αρχείο.