Πολιτισμός

Ο φλεγόμενος Άγγελος του πανσεξουαλισμού

  Μια δυστοπική κοινωνία όπου τα αρσενικά μωρά που διαγιγνώσκονται με το «επιθετικό γονίδιο» που χαρακτηρίζει μελλοντικούς εγκληματίες πωλούνται σε στρατόπεδα μεταβαλλόμενα σε φονικές στρατιωτικές μηχανές είναι ο μοχλός πίσω από τη δραματική δράση του πρόσφατου νεοελληνικού έργου που προτείνει το Εθνικό. Αυτή η παράμετρος, ωστόσο, δεν θα μας αποκαλυφθεί παρά μόνο προς το τέλος του έργου, συνδέοντας έτσι τις έως τότε χωρίς συνοχή σκηνές, αιτιολογώντας αναδρομικά τη δράση-αναζήτηση  του ήρωα.

Ένα αγόρι, γύρω στα 20, ο Λαβίνιος, αφού με τις πράξεις του έχει διακριθεί στους πολέμους, σφαγιάζοντας ανθρώπους ως τέλεια μηχανή πολέμου, εμφανίζει παράταιρα συμπτώματα «ερωτικής αγάπης» προς κάθε συστρατιώτη του αρχικά, προς κάθε πολίτη που θα συναντήσει στη συνέχεια, μετά την απόδρασή του σε αναζήτηση της οικογένειάς του. Μεταδίδει έναν νέο ερωτικό ιό που αποδιοργανώνει την πόλη, απειλεί το σύστημα, γι’ αυτό επικηρύσσεται και αναζητείται. Μέχρι τον τελικό του σπαραγμό από το πλήθος.

Αυτός είναι ο «στρατιώτης Λαβ» του διδάκτορα Φιλοσοφίας και Ψυχανάλυσης Δημήτρη Σδρόλια ο οποίος, με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Ιάσονας Σίγμα τιμήθηκε για το έργο του αυτό με το Α’ Κρατικό Βραβείο Θεάτρου 2016. Ένας νέος Διόνυσος που μεταδίδει την ερωτική του βακχεία με τη μορφή της εκλιπούσας από τη δυστοπική, στατοκρατούμενη κοινωνία του «αγάπη». Ή ένας νέος ερωτικός Ιησούς που κηρύσσει την ασύδοτη, για τα κυρίαρχα δεδομένα, αγάπη για τον άλλο, χωρίς διακρίσεις. Επιφέροντας το χάος. Καταλήγοντας ηττημένος, καθώς πέφτει από τη στέγη του σπιτιού του και κατασπαράσσεται από το πλήθος ενώ οι λιγοστοί του «ακόλουθοι» συστρατιώτες που μολύνθηκαν από τον «ιό της αγάπης» τουφεκίζονται.

                                    Οι διακειμενικές αναφορές

Η Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στο ΕΚΠΑ Καίτη Διαμαντάκου, στο πρόγραμμα της παράστασης, ορθώς επισημαίνει τα ποικίλα διακείμενα που υφέρπουν στο κείμενο όπως ο πανσεξουαλικός Διόνυσος, ο Οιδίπους σε αναζήτηση της καταγωγής του, ο Εμίλ του Ρουσσώ. Ακόμη περισσότερο, ο Βόυτσεκ του Μπύχνερ όχι μόνο ως δραματικό πρόσωπο αλλά και ως αποσπασματική δομή του ίδιου του έργου του οποίου οι εικόνες μπορούν να «αναγνωσθούν» και με διαφορετική σειρά.

Θα διέκρινα όμως πρώτιστα μια ίδια δομή σε εικόνες ενός αντεστραμμένου ως προς τη δράση Ρομπέρτο Τζούκκο του Μπερνάρ-Μαρί Κολτές: εκεί που ο Ρομπέρτο, με τη στρατιωτική φόρμα του ως νέο δέρμα επιδίδεται σε δολοφονίες, ο Λαβ, απογυμνωμένος, απαλλαγμένος από τον ενδυματολογικό δείκτη βίας, ήτοι  από τη στρατιωτική στολή, γυμνός, γίνεται φορέας έρωτα που μοιράζει αδιακρίτως σε άντρες και γυναίκες, νέους και ηλικιωμένους, πλούσιους και φτωχούς. Καθώς δεν γνωρίζει να διαχωρίζει την αγάπη από τον σαρκικό έρωτα.

Από την άλλη, η παράξενη Ρου, η μικρή αδελφή του που τον αναμένει πεισματικά να επιστρέψει κάποτε, παραπέμπει στην Παιδούλα που ερωτεύεται αλλά και προδίδει τον Ρομπέρτο ενώ η συνάντηση Λαβ-Ρου, πριν αποκαλυφθούν οι ταυτότητές τους,  έχει καθαρά ερωτική διάσταση. Στην αναγνώριση με τους γονείς του, τέλος, αυτοί του ζητούν να τους χτυπήσει βίαια για την πράξη τους να τον πουλήσουν στον στρατό αφού όμως τον προκαλέσουν να ισχυριστεί ότι δεν του έκαναν κακό, κατάσταση που παραπέμπει εξ αντιθέτου (φόνος – αγάπη) στη συνάντηση Ρομπέρτο και μητέρας του.

Τέλος, ο Λαβ έχει εμμονή με τον ήλιο στον οποίο αναφέρονται τα τραγούδια του και ειδικά το λατινικό τραγούδι – επίκληση στον ήλιο το οποίο επαναλαμβάνει στην τελευταία  εικόνα στη στέγη καθώς τα φώτα της σκηνής (σύμφωνα με τις σκηνικές οδηγίες που δεν υλοποιούνται στην παράσταση) γίνονται εκτυφλωτικά από έναν πορφυροκόκκινο τεχνητό δίσκο – ήλιο. «Ήλιε ορατέ εσύ, ρίξε όλες τις ακτίνες σου στην ύλη που πυρπολείται» θα ζητήσει ο Λαβ τείνοντας τον χαρταετό του προς αυτόν ο οποίος παίρνει φωτιά και τον ίδιο να πηδά στο κενό: το όνομα του Λαβ είναι Λαβίνιος, όνομα που παραπέμπει στην κατά Ευγένιο Ο’ Νιλ μετονομασία της Ηλέκτρας σε Λαβίνια («Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα»), όνομα που με τη σειρά του εγγράφεται στη ρωμαϊκή μυθολογία ως η σύζυγος του Αινεία η οποία αναφέρεται όταν τα μαλλιά της άρπαξαν φωτιά από τον βωμό λάμποντας και εκπέμποντας αντίστοιχους με αυτούς του ήλεκτρου (ερυθρο-κιτρινο-πορτοκαλόχρουν διαφανές υλικό που λάμπει) και από το οποίο, κατά μία εκδοχή, προέρχεται το όνομα της Ηλέκτρας. Ο Λαβίνιος, επομένως, θα πυρποληθεί από τον ήλιο, μέσα σε έναν φωτιστικό καταιγισμό λάμψεων πριν πέσει στο πλήθος.  

Όμως,  και ο Ρομπέρτο Τζούκκο, στην τελευταία σκηνή του έργου του Κολτές θα χαθεί μέσα στον ήλιο, πηδώντας και αυτός από τις στέγες της φυλακής, με το πλήθος κάτω μαζεμένο να φωνάζει (όπως και στον Λαβ) την ώρα που ένα κατεξοχήν ερωτικό σύμβολο  θολώνει το βλέμμα του: «ο φαλλός του ήλιου» που καίει τα πάντα, σε έναν επίσης καταιγισμό σκηνικού φωτός.

                                        Ποιητικός ρυθμός και διασκευή

Το κείμενο του Σδρόλια/Σίγμα διαθέτει ποιητικότητα καθώς εφαρμόζει στον λόγο του έναν ρυθμό τον οποίο, όμως, δεν ακολουθεί πάντα ενώ υπεισέρχονται κάποιες εκφράσεις που του στερούν σκηνική αμεσότητα και ευκρίνεια ηχώντας ταυτόχρονα παράταιρες. Παράλληλα, υπάρχουν κάποια δραματουργικά προβλήματα που η σκηνοθεσία της Ελένης Μποζά προσπάθησε να απαλείψει αλλά καθιστώντας τελικά το όλο κείμενο λιγότερο ανατρεπτικό: η τελική σκηνή της πτώσης και του σπαραγμού του Λαβ από το πλήθος απουσιάζει όπως άλλωστε και ο τουφεκισμός των συστρατιωτών του ενώ καταργείται και η ολόφωτη σκηνή του εορτασμού του γενεθλίων του με στολισμούς όπως και ο χαρταετός-έμβλημα ελευθερίας του Λαβ καθώς ο στρατός τον πήρε όταν μικρός προσπαθούσε να πετάξει πάλι χαρταετό από την ταράτσα. Απουσιάζει τέλος η χαρακτηριστική σκηνή του ήλιου που εγκαλεί ο Λαβ και πυρπολεί τα πάντα, οδηγώντας στην πτώση και σπαραγμό του. Σκηνή θεαματική αλλά και σημαίνουσα για το έργο και τις διακειμενικές του σχέσεις.  

Στο γκριζογάλανο φωτιστικά και ενδυματολογικά, αργιλώδες σκηνικό που καθορίζει όλη την παράσταση, τέτοιες σκηνές φωτιστικής και χρωματικής έκρηξης  θα δημιουργούσαν την επιθυμητή αντιπαράθεση βιωμένης αργιλώδους πραγματικότητας και επιδιωκόμενης οικογενειακής ουτοπίας αλλά και τελικής εξ αντιστρόφου «ανάληψης» του Λαβ – αν και «αείρω» σημαίνει άνοδο (στη στέγη) πριν την πτώση.

Τελικά, πιστεύω πώς οι δραματουργικές επεμβάσεις θα έπρεπε να γίνουν στην τήρηση ενός ενιαίου ρυθμού του λόγου και στην απάλειψη κάποιων στοιχείων που ηχούν αφελή στη διατύπωση ώστε το κείμενο να γίνει λιγότερο βαρύγδουπο σε φιλοσοφικές εκφράσεις.

                                Σκηνικοί κώδικες  ως δείκτες δυστοπίας

Ωστόσο,  η Ελένη Μποζά μας εισάγει στη δυστοπία καθώς δημιουργεί ένα περισσότερο αφαιρετικό περιβάλλον με τη  βοήθεια των ορθογώνιων και τετράγωνων γκρίζων όγκων που καλύπτουν αρχικά το δάπεδο της σκηνής αλλά στη συνέχεια αναδιαμορφώνονται σε ποικίλες συνθέσεις και σχεδίασε ως σκηνικό της παράστασης ο Κωνσταντίνος Ζαμάνης. Ο ίδιος σχεδίασε και τα σε γκριζογάλανους τόνους κοστούμια που με τα πανωφόρια τους, τις περίτεχνες λεπτομέρειες και τα αξεσουάρ τους πάνω σε συχνά ημίγυμνα σώματα δόξαζαν τη θεατρικότητα παραπέμποντας σε απροσδιόριστους, ανθρακώδεις τόπους. Εξαιρετικό το κοστούμι της πόρνης «Μαντάμ Ζυστίν», κράμα παιδούλας-κούκλας εκείνο της «Ρου».

Στη ζοφερή ατμόσφαιρα συνέβαλαν και οι σχεδόν σταθεροί στις χρωματικές εναλλαγές τους φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα που κινήθηκαν στους ίδιους γκριζογάλανους τονισμούς, καθιστώντας αργιλώδη και τα βαμμένα πρόσωπα των ηθοποιών, καθιστώντας τα απόκοσμα.

Το στοιχείο που κυριαρχεί στην παράσταση είναι η εξαιρετική κινησιολογία που δίδαξε η Βάλια Παπαχρήστου και που συχνά καταλαμβάνει μόνη της μέρος της δράσης, ως μικρές εμβόλιμες χορευτικές περφόρμανς: εμπνευσμένη ομοιόμορφη στακάτη κινησιολογία των στρατιωτών κατά την οποία δίνεται η ευκαιρία διαφοροποίησης του Λαβ, στη συνέχεια δική του «ακροβατική» κινησιολογία καθώς αιωρείται στους όγκους του σκηνικού αλλά και διαρκής, γεωμετρημένη κίνηση όλων των υπολοίπων ηθοποιών. Η κινησιολογία της Παπαχρήστου λειτούργησε ως μια παράσταση από μόνη της.

Δεύτερο κυρίαρχο στοιχείο της παράστασης η μουσική του Χαράλαμπου Γωγιού, μια ολοκληρωμένη σύνθεση που θα συνοδέψει και τα τραγούδια των ηθοποιών ενώ θα παίζει καθοριστικό ρόλο σε όλες τις σκηνές λειτουργώντας συχνά ως ηχητικό τοπίο. Μουσική, εξάλλου, ελάχιστα μελωδική, μάλλον αιχμηρή, συμβάλλοντας αντίστοιχα στη δημιουργία της δυστοπικής ατμόσφαιρας.

Το άνοιγμα σε βάθος της όλης σκηνής είχε, ωστόσο, μια αρνητική συνέπεια ως προς την προκαλούμενη διάχυση του λόγου στον χώρο με αποτέλεσμα όταν οι ηθοποιοί δεν ήταν ευθέως στραμμένοι προς την πλατεία ο λόγος τους να μην ακούγεται καθαρά. Κάτι που η σκηνοθέτις μπορεί να διορθώσει αλλάζοντας κάποιες τοποθετήσεις σωμάτων στον σκηνικό χώρο. Επίσης, ενώ οι αρχικές σκηνές τόνισαν τη ρυθμικότητα του λόγου, στη συνέχεια αυτή χάθηκε χάριν μιας πεζοποιημένης εκφοράς του.

                                                     Ερμηνείες

Η Ελένη Μποζά εισήγαγε στη σκηνική της διασκευή έναν αφηγητή ο οποίος, με τις αφηρημένες θεωρίες του δεν νομίζω ότι βοήθησε στην καλύτερη κατανόηση του έργου αλλά αντίθετα του έδωσε μια φιλοσοφίζουσα διάσταση που αποπροσανατόλιζε τη στόχευσή του. Ωστόσο, ο Δημήτρης Δρόσσος που ανέλαβε τον ρόλο δημιούργησε μια ενδιαφέρουσα μορφή, διαθέτοντας καθαρότητα λόγου.

Στον ρόλο του Λαβ ο νεαρός Μάνος Πετράκης διαθέτει ωραία σκηνική παρουσία, μια εξαιρετική κινησιολογία, ωραία φωνή στο τραγούδι  και ευκρίνεια λόγου στους χαμηλούς τονισμούς. Όμως, το περισσότερο διάστημα τοποθετούσε τη φωνή του σε τέτοιο επίπεδο ώστε να ακούγονται επώδυνα γδαρσίματα λάρυγγα με αποτέλεσμα ο λόγος του να γίνεται ακατανόητος και, ανά στιγμές, αφόρητος ακουστικά. Μοιάζει έτσι να ανέλαβε αβοήθητος έναν πρωταγωνιστικό ρόλο, εκμεταλλευόμενος τις φυσικές του κινησιακές ικανότητες αλλά χωρίς σε βάθος φωνητική παιδεία.

Αντίθετα, ο επίσης νέος Μάριος Κρητικόπουλος, ως στρατιώτης Αιμίλιος διέθετε ανάλογη εξαίρετη κίνηση και ωραία σκηνική παρουσία ενώ γνώριζε να ελέγχει αποτελεσματικότερα, ως επί το πλείστον,  τη φωνή του σε έναν μικρότερο, είναι αλήθεια, ρόλο. Ανάλογα ερμήνευσε ως προς την κίνηση και τον λόγο και ο δεύτερος στρατιώτης – οπαδός του Λαβ, ο Γιώργος Πατεράκης ως Κουέντιν.

Η Σεραφίτα Γρηγοριάδου σχεδίασε μια εντυπωσιακή στους χειρισμούς λόγου και κίνησης Μαντάμ Ζυστίν, μορφή βγαλμένη από γκόθικ κόμικ, ενώ η νεαρή Θάλεια Σταματέλου δημιούργησε με ονειρικά υλικά την παιδούλα Ρου, μια οπτασία με ωραία φωνή στο τραγούδι. Λιτός και σαφής στην υποκριτική του στον ρόλο του Πατέρα του Λαβ ο Θανάσης Βλαβιανός, πληθωρικός και με ωραίους τονισμούς ο Νέστωρ Κοψιδάς ως «Λάλο, ο άστεγος».

Με εγκράτεια στα εκφραστικά της μέσα  και γι’ αυτό αποτελεσματική η Παρθενόπη Μπουζούρη στον ρόλο της Μητέρας του Λαβ, σωστοί στους πιο σύντομους ρόλους τους οι Νίκος Γιαλελής (Κύριος Βλάντο), Σπύρος Τσεκούρας (Κύριος Χήνυ) και ο Κώστας Κουτρουμπής που, σκηνοθετική αδεία, αποτελούσε συμφυρμό του Χορού των Στρατιωτών που προβλέπει το κείμενο και ο οποίος δεν απέφυγε, ούτε αυτός, κάποιες λαρυγγικές τοποθετήσεις της φωνής που έγδερναν τα αυτιά.

Νομίζω ότι ως προς την εκφορά του λόγου -ειδικά των νέων και άπειρων ηθοποιών της- η σκηνοθέτις θα έπρεπε να σταθεί και ως δασκάλα φωνητικής για να διασώσει την παράστασή της.

Επιπλέον, έχω την αίσθηση ότι δεν πίστεψαν όλοι οι ηθοποιοί αυτό που κλήθηκαν να υλοποιήσουν. Κάποια συμφυή δραματουργικά προβλήματα είναι σίγουρο ότι δεν λύθηκαν παραστασιακά, άλλα, τεχνικής φύσεως όπως η ακουστική και η εκφορά του λόγου, δεν βοήθησαν στη σωστή πρόσληψη ενώ η εικαστική και σκηνοθετική διευθέτηση δεν επέτρεψαν τη δημιουργία κορύφωσης, στερώντας από την παράσταση κάποια από τα νοήματά της τονίζοντας, μάλλον, έτσι  την απλοϊκότητα που θα μπορούσε να προσάψει κανείς στη δραματουργική μορφή του έργου.

Ωστόσο, αυτή ίδια  η εικαστικότητα της σκηνής αφ’ εαυτής, η διάχυτη μουσικότητα, η άψογη ως σύλληψη και εκτέλεση χορογραφία, γενικά η αίσθηση της όλης εμφανώς πολυδουλεμένης παράστασης δεν μπορούν να  αφήσουν αδιάφορο τον θεατή καθώς οι εικόνες που αποκομίζει φεύγοντας, έστω και αν ζητούν απάντηση, μένουν χαραγμένες στο μυαλό του.

Οι φωτογραφίες είναι της Ελίνας Γιουνανλή.

* Καθηγητής Σημειωτικής το Θεάτρου και Θεωρίας της Επιτέλεσης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών.

 

(Visited 21 times, 1 visits today)
Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend