Just in

Όλα τα νέα
Imerodromos logo
 

Τεόφιλο Στίβενσον: Ο θρυλικός Κουβανός πυγμάχος που «προτίμησε να είναι κόκκινος παρά πλούσιος»

Ο θρυλικός Κουβανός πυγμάχος, που «προτίμησε να είναι κόκκινος παρά πλούσιος», έφυγε από τη ζωή, σαν σήμερα, στις 11 Ιουνίου 2012

Ο Τεόφιλο Στίβενσον Λόρενς (29 Μαρτίου 1952 – 11 Ιουνίου 2012), ήταν Κουβανός πυγμάχος στην κατηγορία των βαρέων βαρών και προπονητής. Έμεινε στην ιστορία για τις απίστευτες πυγμαχικές του ικανότητες που έκαναν πολλούς να τον χαρακτηρίσουν ως τον σπουδαιότερο πυγμάχο όλων των εποχών, αλλά και για την αγάπη του για το λαό της Κούβας που τον θεωρούσε «εθνικό ήρωα», την πίστη του στα ιδανικά της επανάστασης, που υπηρέτησε έως το τέλος της ζωής του.

Πηγή: odigitis.gr

 

Η κουβανική “σχολή” της πυγμαχίας επικέντρωνε όλη τη διδασκαλία στην τεχνική και στην τακτική, σε ίσια και μακρά χτυπήματα, όχι στη δύναμη και το σκοπό της βλάβης του αντιπάλου. Γέννημα – θρέμμα μιας τέτοιας φιλοσοφίας ήταν και ο Τεόφιλο με αξιοσημείωτη κίνηση μέσα στο ρινγκ αν και στην κατηγορία των βαρέων βαρών θύμιζε παίχτη που έπαιζε στα ελαφρά κιλά με την ταχύτητα και την κίνηση του στο χώρο, καθώς διέθετε και ένα «φονικό δεξί χέρι».

Κέρδισε τρία συνεχόμενα χρυσά ολυμπιακά μετάλλια, από το 1972 στο Μόναχο μέχρι το 1980 στη Μόσχα. Είχε επίσης αξιοσημείωτη επιτυχία με τρία χρυσά μετάλλια στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα, από το 1974 ως το 1986 που αποσύρθηκε από την ενεργό δράση. Του ξέφυγε μόνο το πρωτάθλημα του 1982, όταν γνώρισε μία από τις λιγοστές ήττες στην καριέρα του και την πρώτη έπειτα από 11 χρόνια. Είχε ρεκόρ μόλις 22 ήττες σε 324 επίσημους αγώνες.

Ο Τεόφιλο δεν ήρθε ως “κεραυνός εν αιθρία” στον κόσμο της πυγμαχίας. Ήταν κι αυτός ένα ζωντανό παράδειγμα που απέδειξε ότι μπορεί να υπάρξει αθλητισμός μακριά από την εμπορευματοποίηση και το πρότυπο που λέει “ο πρώτος είναι πρώτος, ο δεύτερος δεν είναι τίποτα”. Στην Κούβα της σοσιαλιστικής επανάστασης η ερασιτεχνική πυγμαχία γνώρισε μεγάλη άνθηση, αποτέλεσε το πιο δημοφιλές άθλημα στη χώρα φέρνοντας στο προσκήνιο σπουδαίους πυγμάχους. Η αθλητική δραστηριότητα στην Κούβα ήταν εγγυημένη για όλους και ήταν ελεύθερη, δωρεάν, όπως η εκπαίδευση και η υγεία, υπήρχε γυμναστήριο σε κάθε γειτονιά όπου ο καθένας είχε το δικαίωμα να αθληθεί.

Στο επίκεντρο υπήρξε η έννοια της προστασίας του αθλητή που εκφράστηκε στην πυγμαχία με την επιλογή της ερασιτεχνικής δραστηριότητας, και όχι της επαγγελματικής που κυριαρχούσε σε πολλές χώρες και ιδιαίτερα στην Αμερική. Η τελευταία στην πραγματικότητα θέτει σε κίνδυνο την υγεία των πυγμάχων σε αγώνες με εξαντλητικούς γύρους και χωρίς προστασία του κεφαλιού, και αποτελεί μορφή έκφρασης της αστικής αντίληψης για τον αθλητισμό και την πυγμαχία, “κομμένη και ραμμένη” στα κέρδη, τα στοιχήματα και τη διαφθορά με κίνδυνο ακόμα και τη ζωή των ίδιων των αθλητών. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι η πυγμαχία αποτελεί μέχρι και σήμερα το πεδίο εκείνο όπου παίζονται τεράστια ποσά στοιχημάτων στην Αμερική, με επαγγελματικούς αγώνες να θυμίζουν σε πολλές περιπτώσεις παραστάσεις θεάτρου, “αθλητές” που επιδεικνύουν περισσότερο τα αμάξια, τη πλούσια ζωή και τα χρήματα τους, παρά τις αθλητικές τους δεξιότητες.

 Ο πατέρας του Στίβενσον ήταν προπονητής και τον προέτρεψε ν’ ασχοληθεί με την πυγμαχία. Στα 9 του τον βρίσκουμε να κάνει “σπάρινγκ” (αντίπαλος στην προπόνηση) στο αυτοσχέδιο ανοικτό γυμναστήριο, στο οποίο σύχναζε ο πατέρας του. Υπό την επίβλεψη του παλαιού πρωταθλητή της Κούβας στα βαρέα βάρη, Τζον Ερέρα, ο Τεόφιλο άρχισε την πυγμαχική του σταδιοδρομία, αντιμετωπίζοντας έμπειρους αντιπάλους. Σύμφωνα με τον Ερέρα, “το είχε μέσα του”. Παρότι είχε εμπλακεί για τα καλά στο άθλημα, δεν το είχε πει στη μητέρα του. Όταν ο πατέρας του Τεόφιλο της το αποκάλυψε, εκείνη έγινε έξαλλη, όμως τελικά δέχθηκε να δώσει τη συγκατάθεσή της υπό την προϋπόθεση ότι θα τον συνόδευε ο πατέρας.

Η πρόοδος του μικρού ήταν συνεχής και στα μέσα της δεκαετίας του ’60, στα 13 του, κέρδισε έναν εθνικό τίτλο στην κατηγορία της ηλικίας του και μια πρόσκληση στην πρωτεύουσα, την Αβάνα, για να προπονηθεί. Οι νίκες του είχαν τραβήξει την προσοχή του Σοβιετικού Αντρέι Τσερβονιένκο, ενός από τους επικεφαλής προπονητές της Κούβας. Σημαντικό ρόλο στην πρόοδο του Στίβενσον και στην εντυπωσιακή άνοδο της πυγμαχίας της Κούβας που είχε αρχίσει να εφαρμόζει ένα νέο αθλητικό σύστημα, έπαιξαν προπονητές από την ΕΣΣΔ. Ο Αντρέι Τσερβονιένκο, πρώην πυγμάχος από τη Μόσχα, ίδρυσε την κουβανική Σχολή Πυγμαχίας στην Αβάνα.

Η σταδιοδρομία του Στίβενσον στην κατηγορία των ανδρών άρχισε στα 17 του με ήττα στο εθνικό πρωτάθλημα, από τον έμπειρο, Γκαμπριέλ Γκαρσία. Οι νίκες του, όμως, επί των Νάνσιο Καρίγιο και Χουάν Πέρες, δύο από τους καλύτερους Κουβανούς των βαρέων, του εξασφάλισαν θέση στην εθνική ομάδα για το πρωτάθλημα Κεντρικής Αμερικής. Η ήττα στον τελικό, έπειτα από τρεις νίκες, δεν θεωρήθηκε κάτι αρνητικό και ο Στίβενσον καθιερώθηκε ως ο καλύτερος πυγμάχος της Κούβας στην κατηγορία. Ο Τσερβονιένκο και ο κορυφαίος Κουβανός προπονητής, Αλσίδες Σαγκάρα “δούλεψαν” τα κτυπήματά του και αυτό απέδωσε καρπούς λίγο αργότερα, στο Ανατολικό Βερολίνο. Μπροστά στο έκπληκτο κοινό, ο Στίβενσον νίκησε τον Μπέρντ Άντερν. Αυτή η νίκη έκανε όλο τον κόσμο της πυγμαχίας να θεωρεί πλέον, τον Τεόφιλο, ως σοβαρό “μνηστήρα” του τίτλου των βαρέων.

 Αμερικανοί promoters παρακολουθούσαν την εκπληκτική πορεία του Στίβενσον στο χώρο της ερασιτεχνικής πυγμαχίας που έσπαγε την κυριαρχία των Αμερικάνων στην κατηγορία των βαρέων βαρών, κάτι φυσικά που δεν τους άφηνε αδιάφορους. Η αρχή είχε γίνει στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1972. Το τουρνουά των +81 κιλών είχε μετατραπεί σε μια μάχη μελλοντικών πρωταθλητών. Το 1964 “χρυσός” ήταν ο Φρέιζερ, τέσσερα χρόνια μετά ο Φόρμαν.

Στο Μόναχο έμοιαζε να έχει έρθει η σειρά του Ντουέιν Μπόμπικ (του Great White Hope) να χρησιμοποιήσει το κορυφαίο σκαλί του βάθρου ως διαβατήριο για τον κόσμο της επαγγελματικής πυγμαχίας. Στα προημιτελικά αντιλήφθηκε με σκληρό τρόπο πως αυτό δεν θα συνέβαινε στην περίπτωσή του. Ήταν η μέρα που ο Τεόφιλο Στίβενσον τον νικούσε με νοκ άουτ και χάριζε στην Κούβα το πρώτο χρυσό μετά από 68 χρόνια. Και κάπως έτσι ο 20χρονος πυγμάχος συστήθηκε στο ευρύ κοινό που τα επόμενα χρόνια θα τον θαύμαζε πάνω στα ρινγκ. Ανάμεσα στους “θαυμαστές” του βρίσκονταν ατζέντηδες και προπονητές, που στο πρόσωπο του Κουβανού είδαν έναν μελλοντικό πρωταθλητή. Τότε ήταν και η πρώτη φορά που τον προσέγγισαν, με δέλεαρ ένα επαγγελματικό συμβόλαιο, ένα εκατομμύριο δολάρια και μια ευκαιρία να διεκδικήσει τον τίτλο.

Δύο χρόνια αργότερα το πράγμα σοβάρεψε. Δύο μάνατζερ που έκαναν κουμάντο στην επαγγελματική πυγμαχία, προσπάθησαν να κάνουν τον Στίβενσον να αφήσει την Αβάνα για τον “λαμπερό” κόσμο του Λας Βέγκας. Και πάλι τα νούμερα ήταν επταψήφια. 5.000.000$ του πρότειναν για να πυγμαχήσει με τον περίφημο Μοχάμεντ Αλί με τρόπαιο τον τίτλο της κατηγορίας των βαρέων βαρών του επαγγελματικού μποξ. “Δεν θα αφήσω ποτέ τη χώρα μου για ένα εκατομμύριο δολάρια ή περισσότερα. Τι είναι εξάλλου ένα εκατομμύριο δολάρια απέναντι στην αγάπη οκτώ εκατομμυρίων Κουβανών;”.

Αυτή του η απάντηση έμεινε στην ιστορία, με μια απλή φράση έβγαζε “νοκ άουτ” όσους πίστεψαν ότι τα πάντα “πουλιούνται και αγοράζονται”, ακόμη και η αξιοπρέπεια ενός αθλητή πιστού στα ιδανικά του σοσιαλισμού και στην αγάπη του λαού του. Τότε το περιοδικό Sports Illustrated κυκλοφόρησε με τον πολύ γλαφυρό τίτλο “προτιμά να είναι κόκκινος, παρά πλούσιος”, κάτι που προφανώς δεν μπορούσαν να αντιληφθούν, με τη δική τους ηθική, με τις “αξίες” του καπιταλισμού. Ο ίδιος μετέπειτα σε συνέντευξη του είπε: “Η επαγγελματική πυγμαχία μεταχειρίζεται τον πυγμάχο σαν εμπόρευμα για να πυγμαχεί και να πουλάει και τον πετάει όταν πια δεν είναι χρήσιμος”.

 

 

Σχετικά θέματα

Απόψεις