Ο Αρειος Πάγος αρνείται να ανασύρει από το αρχείο την υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών, καθώς ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνος Τζαβέλλας, έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την επανεξέτασή της.
Συγκεκριμένα, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνος Τζαβέλλας, επικαλούμενος την απουσία «νέων στοιχείων» και το «οιονεί δεδικασμένο» των προηγούμενων πορισμάτων του αντεισαγγελέα Αχιλλέα Ζήση, δεν ανασύρει το φάκελο των υποκλοπών, αγνοώντας τις ενδείξεις που εντόπισε το δικαστήριο και εξ’ αιτίας των οποίων έκρινε ότι χρειάζεται περαιτέρων ερεύνα. Ωστόσο, η εισαγγελική αρχή έχει άλλη απόψη…
Η ουσία του σκεπτικού είναι πως ό,τι έχει ήδη ερευνηθεί από τον Αχ. Ζήση δεν μπορεί να ξανανοίξει, εκτός αν εμφανιστούν «ουσιώδη νέα στοιχεία». Και τα στοιχεία που προέκυψαν στο δικαστήριο υποβαθμίζονται σε «υποθέσεις», «ενδείξεις» ή «γνωστά δεδομένα».
Τον Ιούλιο του 2024 το θέμα είχε «θαφτεί» για πρώτη φορά από το ανώτατο δικαστήριο της χώρας. Η πρώτη έρευνα για το σκάνδαλο των υποκλοπών ολοκληρώθηκε από τον αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Αχιλλέα Ζήση, χωρίς να εξεταστούν ως μάρτυρες τα δεκάδες πρόσωπα τα οποία ήταν υπό παρακολούθηση τόσο από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ) όσο και από το Predator.
Ετσι, τα συμπεράσματα του αρχικού πορίσματος παραμένουν σε ισχύ, χωρίς να ανατρέπονται παρά τα όσα διέταξε το δικαστήριο.
Υπενθυμίζεται πως το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών καταδίκασε τους βασικούς εμπλεκόμενους σε βαριές ποινές για το παράνομο δίκτυο παρακολουθήσεων μέσω του Predator ενώ την ίδια ώρα, διέταξε τη διαβίβαση της δικογραφίας για νέα αδικήματα και νέα πρόσωπα, από πιθανή κατασκοπεία μέχρι ψευδείς καταθέσεις.
H πράξη για τις τηλεφωνικές υποκλοπές
Ειδικότερα, σύμφωνα με την από 27.04.2026 πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κων. Τζαβέλλα, “δεν συντρέχει περίπτωση ανάσυρσης, από το Αρχείο της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, και επανεξέτασης της σχετικής υπόθεσης της δικογραφίας προκαταρκτικής εξέτασης, επί της οποίας εκδόθηκαν τα, από 25-07-2024 και 07-01-2025, πορίσματα προκαταρκτικής εξέτασης του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, Αχιλλέα ΖΗΣΗ, διότι τα στοιχεία, που εν προκειμένω εισφέρονται και των οποίων γίνεται επίκληση, δεν συνιστούν νέα στοιχεία, κατ’ άρθρο 43 § 6 ΚΠΔ, ικανά, κατά την κρίση μας, να δικαιολογήσουν την επανεξέταση της υπόθεσης, ενόψει του ότι η σχετική υπόθεση διερευνήθηκε πλήρως, όπως προκύπτει από το σύνολο των εξετασθέντων αποδεικτικών μέσων”.
Στην πράξη αναφέρονται αναλυτικά όλα τα ζητήματα που τέθηκαν από το Μονομελές Πρωτοδικείο της Αθήνας, λέγοντας:
Α) Επί της άσκησης ποινικής ευθύνης των Rotem Farkash, Merom Harpaz, Einat Semama, Δημητρίου ΞΥΠΤΕΡΑ, Ιωάννη ΖΟΥΜΠΗ, Ιωάννη ΜΠΟΛΙΑΡΗ, Σωτηρίου ΝΤΑΛΑ, Αιμιλίου ΚΟΣΜΙΔΗ, Κωνσταντίνου ΠΕΤΡΙΣΗ και τυχόν άλλων προσώπων, ως συμμετόχων, στην τέλεση των – εκ των καταγγελθεισών – αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες, κατά τα ανωτέρω, κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάσθηκαν οι τέσσερις κατηγορούμενοι Φέλιξ ΜΠΙΤΖΙΟΣ, Sara Aleksandra HAMOU, Tal Jonathan DILIAN και Ιωάννης ΛΑΒΡΑΝΟΣ:
“Ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι η παραδοχή τους δεν καταδεικνύει, την κατάφαση της ερευνώμενης συμμετοχικής δράσης των ανωτέρω προσώπων, στη διάπραξη των προαναφερθέντων εγκλημάτων, αυτά, ως επί το πλείστον, ήταν στοιχεία, γνωστά, στον διενεργήσαντα την έρευνα, Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για νεότερα,ουσιώδη ή άγνωστα, στον κρίναντα εισαγγελικό λειτουργό, στοιχεία, από τα οποία, κατά την κρίση μας, να δικαιολογείται η ανάσυρση της δικογραφίας,από το αρχείο, κατά τα οριζόμενα στην διάταξη της παραγράφου 6 του άρθρου 43 του ΚΠΔ” αναφέρει ο Άρειος Πάγος υποστηρίζοντας πως “κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, δεν προέκυψαν νεότερα ουσιώδη στοιχεία, ανατρεπτικά του συμπεράσματος του εκδοθέντος εισαγγελικού πορίσματος” λαθ’ως και ότι μία νέα έρευνα θα οδηγούσε “σε έναν ατέρμονα κύκλο πανομοιότυπων ερευνών, χωρίς ουσιαστικό λόγο” η οποία μάλιστα θα παρακώλυε και θα καθυστερούσε την απονομή της Δικαιοσύνης.
Ακόμα δε και τα στοιχεία της Εθνικής Τράπεζας για την προπληρωμένη κάρτα του Αιμίλιου Κοσμίδη, υπαλλήλου σούπερ μάρκετ, με την οποία είχαν πληρωθεί μολυσμένα μηνύματα, ο Άρειος Πάγος δεν θα δέχεται να τα ερευνήσει, αναφέροντας ότι “είναι μεν νεότερα πραγματικά περιστατικά, πλην όμως, από τη συνεκτίμηση και συναξιολόγηση αυτών, εξακολουθεί να παραμένει, αδύνατη, η ταυτοποίηση του προσώπου του παραμένοντος αγνώστου, κατόχου και χρήστη της ανωτέρω προπληρωμένης κάρτας, ενώ, στην εν λόγω ταυτοποίηση, ουδεμία θετική συμβολή δύναται να έχει η επίκληση της φιλικής σχέσης του Αιμίλιου ΚΟΣΜΙΔΗ, με τον Κωνσταντίνο ΠΕΤΡΙΤΣΗ, εργαζόμενο στο κατάστημα “COSMOTE” Αλίμου, απ’ όπου ο ίδιος είχε παραλάβει την ανωτέρω προπληρωμένη κάρτα, ο οποίος, κατά σχετική αναφορά του ίδιου, προς τον Κωνσταντίνο ΠΕΤΡΙΤΣΗ, φέρεται – χωρίς τούτο να έχει διαπιστωθεί, αποδεικτικώς – ότι «έκανε έναντι αμοιβής εξυπηρετήσεις για την Ε.Υ.Π» και ως εκ τούτου, κατά την κρίση μας, τα ανωτέρω δεν δικαιολογούν την επανεξέταση της υπόθεσης, κατ’ άρθρο 43 § 6 ΚΠΔ”.
Β) Επί του αδικήματος της κατασκοπείας: Σύμφωνα με τον ανώτατο εισαγγελέα, το σκεπτικό της απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών πιθανολογεί, ανεπιβεβαίωτα, ότι, λόγω της ιδιότητας ορισμένων, εκ των στόχων του κατασκοπευτικού λογισμικού “PREDATOR”, όπως του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη, κ. Μιχαήλ ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗ, του Υπουργού Εξωτερικών, κ. Νικολάου ΔΕΝΔΙΑ, του Αρχηγού Γ.Ε.ΕΘ.Α., Κωνσταντίνου ΦΛΩΡΟΥ, του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, κ. Μιχαήλ ΚΑΡΑΜΑΛΑΚΗ και άλλων Υπουργών, που χειρίζονταν καίρια χαρτοφυλάκια, με κρατικά απόρρητα και μυστικές πληροφορίες (κατά την έννοια του άρθρου 149 ΠΚ), οι καταδικασθένετς και τυχόν τρίτοι συμμετέχοντες είχαν πρόσβαση σε κρατικά απόρρητα, οαφού οι συσκευές κινητών τηλεφώνων των ανωτέρω προσώπων, χδεν ανιχνεύθηκαν ή εξετάστηκαν, ώστε να διαπιστωθεί, αν πράγματι επρόκειτο για κρατικά απόρρητα.
Όσο δε για την αναφορά ότι στη συσκευή κινητού τηλεφώνου του πρώην υπουργού Χρήστου ΣΠΙΡΤΖΗ, υπήρχαν email με απόρρητα έγγραφα, ο Άρειος Πάγος καταλήγει: “δεν επιβεβαιώθηκε, στο πλαίσιο κατάλληλης σχετικής έρευνας (σ.σ. του αντεισαγγελέα Ζήση), στην εν λόγω τηλεφωνική συσκευή, διενεργηθείσας, αμέσως μετά την απόπειρα υποκλοπής στοιχείων και εγγράφων, από αυτήν (την ανωτέρω συσκευή), με τη χρήση του κατασκοπευτικού λογισμικού “PREDATOR”, ώστε να είναι εξακριβωμένη και βέβαιη, η απόπειρα περιέλευσης στην κατοχή ή στη γνώση του δράστη, των σχετικών κρατικών απορρήτων, που φέρονται, ότι περιέχονταν στην ανωτέρω συσκευή, αλλά, απλώς, προς απόδειξη του σχετικού ισχυρισμού του, ο Χρήστος ΣΠΙΡΤΖΗΣ, εκτύπωσε και παρέδωσε, επ’ ακροατηρίω, την 26-01-2026, τα ανωτέρω μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (emails), χωρίς ποτέ, προηγουμένως, να έχει επιβεβαιωθεί η ύπαρξή τους”.