Just in

Όλα τα νέα
Imerodromos logo
 

«Μουσείο, εκπαίδευση και κοινωνία» του Στάθη Γκότση: Ένα βιβλίο «κατάθεση» και «οδηγός» για τον κοινωνικό ρόλο των μουσείων

Το μουσείο δεν είναι ή τουλάχιστον δεν πρέπει να είναι, ένας αποστειρωμένος χώρος, αφ’ υψηλού παρουσίασης των υλικών στοιχείων της..

Πρόσθεσε τον Ημεροδρόμο στην Google

Το μουσείο δεν είναι ή τουλάχιστον δεν πρέπει να είναι, ένας αποστειρωμένος χώρος, αφ’ υψηλού παρουσίασης των υλικών στοιχείων της πολιτιστικής κληρονομιάς, που απευθύνεται αποκλειστικά σε μυημένους.

Αντίθετα, ο προγραμματικός του ρόλος είναι να λειτουργεί ως  σημείο συνάντησης, κατανόησης, διαλόγου και συμμετοχής, σε τόπο όπου το παρελθόν επικοινωνεί µε το παρόν, δίνοντας νόημα στη ζωή µας, σε χώρο ενεργητικής μάθησης ανοιχτό σε μικρούς και μεγάλους, στα Άτομα µε Αναπηρία και στις ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες, στις «άλλες» κοινότητες που κινούνται στα όρια του κοινωνικού αποκλεισμού.

Το βιβλίο του ιστορικού, Στάθη Γκότση, «Μουσείο, Εκπαίδευση και Κοινωνία» (εκδόσεις Τόπος), το οποίο κυκλοφορεί σε λίγες ημέρες, είναι αποτέλεσμα πολυετούς πείρας, πρακτικής, μελέτης και έρευνας και έρχεται να τονίσει και να αναδείξει ακριβώς αυτή τη λειτουργία των Μουσείων ως καθημερινή πρακτική, αλλά και επιστημονικά σχεδιασμένη παιδαγωγική διαδικασία.

Η συμβολή του, δε, καθίσταται ακόμα πιο καίρια και ουσιαστική σε μια εποχή όπου η Πολιτιστική Κληρονομιά και τα Μουσεία δέχονται ολομέτωπη επίθεση και μετατρέπονται σε πεδίο εφαρμογής αγοραίων πολιτικών, εμπορευματικής και ιδιωτικο – οικονομικής λογικής, που επιχειρούν να μετατρέψουν τους χώρους βιωματικής μνήμης σε «καταστήματα» χορηγών.

Ο ίδιος, εξάλλου, αντλεί από τη μακρά και ουσιαστική του θητεία στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο της Αθήνας και στο Κέντρο Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων του ΥΠΠΟ, και τη συνεπή προσήλωσή του ώστε το μουσείο να γίνει ανοιχτό σε όλους: στα παιδιά, στα σχολεία, στους νέους, στους ηλικιωμένους, στα Άτομα με Αναπηρία, στις ευάλωτες ομάδες, στις «άλλες» κοινότητες που συχνά η κοινωνία αποκλείει. Γι’ αυτό και μεταφέρει μια ζωντανή εμπειρία για το πως το μουσείο μπορεί να λειτουργήσει ως τόπος ζωντανής και βιωματικής γνώσης, αλλά και κατανόησης, αποδοχής και ενσωμάτωσης.

Η πολύχρονη ενασχόλησή του και η εμπειρία που φέρει από εκατοντάδες εκπαιδευτικά προγράμματα που απευθύνονταν σε μαθητές της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, καταγράφει τόσο τη ανάγκη της ζωντανής σχέσης των μαθητών με την ιστορία και τη μνήμη, αλλά και το θεσμικό έλλειμα στην ελληνική πραγματικότητα.

Καθίσταται φανερό όπως αναφέρει ότι: Η συνεργασία μουσείου και σχολείου, στην κατεύθυνση υποστήριξης της ιστορικής σκέψης των μαθητών, αποκτά πρόσθετο, επικαιρικό χαρακτήρα σε μια περίοδο άνθησης των αντιεπιστημονικών και ανορθολογικών ερμηνειών για τον κόσμο και το παρελθόν του, σε μια ιστορική συγκυρία που το διαρκώς αυξανόμενο ενδιαφέρον για το παρελθόν, η έξαρση της μνήμης και των ταυτοτήτων, συμβαδίζει άλλο τε με την εργαλειοποίηση και άλλοτε με την υποτίμησή του, ενώ προκαλεί εντάσεις και αντιπαραθέσεις στο φόντο ενός διεσταλμένου παρόντος. Στην ελληνική περίπτωση, μάλιστα, που η σχέση του μουσείου (και ευρύτερα των μνημείων, των αρχαιολογικών χώρων, των ιστορικών τόπων) και του εκπαιδευτικού συστήματος δεν είναι επίσημα θεσμοθετημένη, η συνεργασία αυτή θα μπορούσε να αποβεί πολλαπλά χρήσιμη, καθώς η οργανική ένταξη των υλικών καταλοίπων του παρελθόντος στα αναλυτικά προγράμματα και η συστηματική αξιοποίησή τους στη διδασκαλία θα λειτουργούσε προωθητικά για την ιστορική εκπαίδευση, η οποία, ούσα άμεσα εξαρτημένη από το μοντέλο της παραδοσιακής ιστοριογραφίας, εξακολουθεί να εφαρμόζει παραδοσιακές μεθόδους διδασκαλίας.

Μέσα από πολυάριθμα παραδείγματα και μαρτυρίες ο συγγραφέας αναλύει, επίσης, με διεισδυτικό τρόπο τις δομές εξουσίας, τους κοινωνικούς αποκλεισμούς και τις δυνατότητες υπέρβασής τους.

Σημειώνει σχετικά: ο όρος «κοινωνικός αποκλεισμός», ο οποίος χρησιμοποιείται ευρύτατα στις μέρες μας για να αποδώσει το σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο της παρεμπόδισης απορρόφησης δημόσιων αγαθών (λ.χ. εκπαίδευση, υγειονομική περίθαλψη, κοινωνική ασφάλιση), κοινωνικού και δημόσιου πλούτου από ποικίλες και ετερόκλητες μεταξύ τους πληθυσμιακές ομάδες, δεν αποτελεί τόσο μια επιστημονική θεωρητική έννοια όσο έναν όρο που περιγράφει το αποτέλεσμα μιας πολύπλοκης διαδικασίας, η οποία οδηγεί στον αποκλεισμό ατόμων και ομάδων από την κοινωνία, αλληλένδετης με τη δομή της κοινωνικής οργάνωσης, της οικονομίας, της πολιτικής και της ταξικής διαστρωμάτωσης. Πρόκειται, επομένως, για μια έννοια με εγγενές κοινωνικοπολιτικό περιεχόμενο.

Τα κεφάλαια  καλύπτουν ένα εντυπωσιακό εύρος θεμάτων: από την εμβληματική διεθνή συνάντηση της UNESCO το 1954 στο Βυζαντινό Μουσείο, η οποία, όπως αποδεικνύει ο συγγραφέας, στάθηκε αφορμή για σημαντικές (αν και συχνά ανεκπλήρωτες) προσδοκίες για τον εκπαιδευτικό ρόλο των μουσείων στην Ελλάδα, έως τη σύγχρονη εμπειρία δράσεων με κοινωνικό και διαπολιτισμικό χαρακτήρα: εκπαιδευτικά προγράμματα για τα σχολεία, αλλά και δράσεις ενάντια στον αποκλεισμό ευάλωτων ομάδων και φυλακισμένων μέχρι την προσέγγιση κοινοτήτων Ρομά και την ανάπτυξη δράσεων για Άτομα με Αναπηρία.

Δηλαδή, ένα corpus κειμένων για τη μουσειακή εκπαίδευση ως μια εφαρμοσμένη και επιστημονικά σχεδιασμένη παιδαγωγική διαδικασία που επιδιώκει να εκπληρώσει τον εκπαιδευτικό και κοινωνικό ρόλο του μουσείου, διαμεσολαβώντας ανάμεσα σε έναν χώρο µη τυπικής μάθησης και στις ποικίλες και ετερόκλητες ομάδες κοινού, µε τα διαφορετικά (κοινωνικά, ηλικιακά, πολιτισμικά, μορφωτικά κ.λπ.) χαρακτηριστικά, τις διαφορετικές ανάγκες, αγωνίες και προσδοκίες.

Και όπως εμφατικά σημειώνει ο Στάθης Γκότσης:

Το μουσείο, αν συνιστά, πράγματι, έναν χώρο για τη γνωριμία των ανθρώπων με τον κόσμο, μέσα στην πολυπλοκότητα, στις αντιθέσεις και στις συγκρούσεις που τον διέπουν στην ιστορική του διαδρομή, δεν μπορεί παρά να εργαστεί συνειδητά για να χαράξει δρόμους συνάντησης, συνεργασίας και επικοινωνίας με τα πολλαπλά κοινωνικά υποκείμενα. Ειδικά στους ρευστούς και δύσκολους καιρούς που ζούμε, οπότε και η οικονομική κρίση διευρύνει τις κοινωνικές ανισότητες και γεννά νέα φτώχεια και ανεργία και αυτές, με τη σειρά τους, υποδαυλίζουν φαινόμενα κοινωνικού αποκλεισμού, ρατσισμού και μισαλλοδοξίας, τα μουσεία, οι εκπαιδευτικοί, επιστημονικοί και πολιτιστικοί φορείς, δεν έχουν πάρα μόνο έναν δρόμο να ακολουθήσουν: να επιμείνουν με σταθερότητα και προσήλωση στη διεύρυνση της γνώσης για όλους, στην επιστημονικά τεκμηριωμένη και νηφάλια προσέγγιση των ανθρώπινων δημιουργημάτων, των ιστορικών φαινομένων, περιόδων, λαών και πολιτισμών, στην ενδυνάμωση της κριτικής ικανότητας των ανθρώπων. Να επιμείνουν, με άλλα λόγια, στην ενίσχυση των εργαλείων που μπορούν να οδηγήσουν στην κοινωνική χειραφέτηση. Ακόμη και όταν αυτό μοιάζει δύσκολο ή και ουτοπικό.

Γι’ αυτό και αποκτά ιδιαίτερη αξία η συμπερίληψη στο βιβλίο μαρτυριών από μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου των Φυλακών Αυλώνα μετά από τη δράση Μια νοερή επίσκεψη στο Βυζαντινό Μουσείο, που πραγματοποιήθηκε το 2013.

Ο C., μαθητής της Α΄ Λυκείου, έγραψε:

Θέλω να ευχαριστήσω τους ανθρώπους του μουσείου που ήρθαν και μας έδειξαν τόσο σπουδαία πράγματα. Ήταν πολύ σημαντική για μας που είμαστε μέσα στη φυλακή αυτή τους η κίνηση […] θα ’θελα να ξανάρθουν και να μας δείξουν και άλλα πράγματα. Πάντως, εγώ σκέφτομαι σύντομα που θα βγω με άδεια να πάω και στο Βυζαντινό Μουσείο.

Ένας άλλος μαθητής, πάλι, ο Α., σημείωσε:

 Είμαι πολύ χαρούμενος που ήρθε το μουσείο κι έμαθα τόσα πράγματα που δεν ήξερα μέχρι τότε, πολύ ενδιαφέροντα […] μου έκανε εντύπωση πόσο δύσκολο ήταν εκείνη την εποχή να γράψουν πάνω σε δέρματα κι εμείς τώρα έχουμε όλες τις ευκολίες και δεν το καταλαβαίνουμε. […] Και όταν βγω με το καλό από τη φυλακή, θέλω να πάω στο Βυζαντινό Μουσείο και να δω από κοντά αυτά τα τόσο ενδιαφέροντα πράγματα.

Ο Στάθης Γκότσης σπούδασε Ιστορία στο Ιστορικό Αρχαιολογικό του ΑΠΘ. Υπηρέτησε για πάνω από τριάντα χρόνια στο Υπουργείο Πολιτισμού, αρχικά στο Κέντρο Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων και στη συνέχεια στο Βυζαντινό & Χριστιανικό Μουσείο, µε κύριο τομέα απασχόλησης τη μουσειακή εκπαίδευση. Έχει σχεδιάσει και υλοποιήσει πληθώρα μουσειακών ερμηνευτικών/εκπαιδευτικών προγραμμάτων για σχολικές αλλά και ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες (ΑμεΑ, μειονοτικές ομάδες, ψυχικά ασθενείς, ηλικιωμένους, φυλακισμένους, πρόσφυγες).

Post
Filter