«Οταν έχεις μεγάλες κρίσεις οφείλεις να τις εκμεταλλευτείς για να κάνεις μεγάλες αλλαγές. Και έχω πρόθεση να κάνουμε αυτές τις μεγάλες αλλαγές στην πατρίδα μας». Με την διαβεβαίωση αυτή, με την οποία έκλεισε ο πρωθυπουργός, Κυρ. Μητσοτάκης, τη συνέντευξή του στο «Σκάι», στέλνοντας ξανά σήμα στο κεφάλαιο ότι αξιοποιώντας την πανδημία ως «ευκαιρία», είναι αποφασισμένος να τρέξει όσες καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις και νέες αντιλαϊκές ανατροπές χρειάζεται, για να διασφαλίσει την κερδοφορία του στις νέες συνθήκες.
Μιλώντας, άλλωστε, για την Οικονομία, διαβεβαίωσε ότι η κυβέρνηση του θα αξιοποιήσει «στο έπακρο» το λεγόμενο «Ταμείο Ανάκαμψης» το οποίο όπως χαρακτηριστικά είπε δεν είναι «ένα θησαυροφυλάκιο από το οποίο βγάζουμε χρήματα και τα δίνουμε στους πολίτες», αλλά «είναι ένα μεγάλο αναπτυξιακό εργαλείο που χρηματοδοτεί επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις … μάς έδωσε πρόσθετους χρηματοδοτικούς πόρους για να μπορέσουμε να στηρίξουμε το όραμά μας το μεταρρυθμιστικό, το οποίο ούτως ή άλλως υπήρχε. Ενα σημαντικό σχέδιο ψηφιακού μετασχηματισμού, πράσινου μετασχηματισμού, στήριξης των επιχειρήσεων, των επενδύσεων, των δεξιοτήτων -τόσο σημαντικό θέμα μιας και έχουμε και το νομοσχέδιο για την Παιδεία το οποίο συζητάμε τώρα στη Βουλή», όπως περιέγραψε τις σαρωτικές αντιλαϊκές αναδιαρθρώσεις δηλαδή για το άνοιγμα νέων πεδίων «πράσινης» και «ψηφιακής» κερδοφορίας.
Αναφορικά με την διόγκωση των κρατικών χρεών – εξαιτίας των μέτρων στήριξης του κεφαλαίου – είπε πως «όλες οι οικονομίες θα πρέπει να είναι διατεθειμένες για τα επόμενα χρόνια να ζήσουν με αυξημένο επίπεδο χρέους σε σχέση με αυτό το οποίο είχαν», ενώ την ώρα που αρνούνταν πως τάχα ο «λογαριασμός» για το λαό έχει ήδη γραφτεί έλεγε ότι «Είναι προφανές ότι κάποια στιγμή θα επανέλθουμε σε κάποιες συνθήκες κανονικότητας. Δεν θα γίνει το ’21, αμφιβάλλω αν θα γίνει το ’22. Θα εξακολουθεί να υπάρχει δημοσιονομική χαλαρότητα τουλάχιστον, κατά την εκτίμησή μου, για δύο χρόνια ακόμα». Ενώ «ψαλιδίζοντας» παραπέρα τις προσδοκίες για την ανάκαμψη έλεγε πως «Αυτό το οποίο με προβληματίζει είναι πόσο γρήγορα θα ξαναπάρουν μπροστά οι μηχανές της οικονομίας από τη στιγμή που θα βγούμε από την πανδημία», δηλώνοντας πάντως… αισιόδοξος, επικαλούμενος μια προσωρινή αυξημένη ζήτηση μετά την πανδημία λόγω των αποταμιεύσεων και γιατί «η πανδημία άλλαξε πολλά πράγματα που έκαναν την Ελλάδα σήμερα πιο ελκυστική απ’ ότι ήταν πριν από ένα χρόνο», πάνω στα προνόμια που εξασφαλίζει στους «επενδυτές».
Παραπέρα, μιλώντας για τη διαχείριση της πανδημίας, ουσιαστικά παραδέχτηκε το όργιο της εργοδοσίας στους χώρους δουλειάς με τις πλάτες της κυβέρνησης, λέγοντας ότι «πρέπει να ελέγχουμε καλύτερα τι γίνεται στους χώρους εργασίας», βάζοντας κι εδώ όμως τον πήχη της «αυστηρότητας» της κυβέρνησης όχι στο αν τηρούνται τα μέτρα προστασίας αλλά στο αν τηρούνται τα ποσοστά τηλεργασίας με τα οποία η εργοδοσία γενικεύει παραπέρα την ευελιξία.
Χαρακτήρισε «μεγάλη επιτυχία» την τηλεκπαίδευση, ξορκίζοντας το ενδεχόμενο να επαναληφθεί ένα εξάμηνο ή ολόκληρη χρονιά για τα σχολεία. Βέβαια, υπό την πίεση της πραγματικότητας, ο ίδιος μίλησε για «προσαρμογές στο πρόγραμμα», όπως πανελλήνιες με μειωμένη ύλη, «ενδεχόμενη επέκταση του διδακτικού έτους» και «κάποιο περιορισμό των διακοπών του Πάσχα».
Υπερασπίστηκε και την τακτική της βεντάλιας, ως… τονωτική για το λιανεμπόριο, λέγοντας ότι «χρειαζόμαστε περιόδους αποσυμπίεσης» και πως «αυτό το οποίο κάναμε μετά τα Χριστούγεννα ήταν αυτό που μας επέτρεψε να ανοίξουμε το λιανεμπόριο και να κερδίσουμε τουλάχιστον ένα μεγάλο κομμάτι του τζίρου του Ιανουαρίου», ενώ χωρίς κουβέντα για μέτρα πραγματικής ανακούφισης ΕΒΕ και αυτοαπασχολούμενων μίλησε γενικά για κάποια ρύθμιση για τους λογαριασμούς που αδυνατούν έτσι κι αλλιώς να πληρώσουν.
Με το ίδιο θράσος υποστήριξε ότι «έχουμε προσθέσει πάρα πολλά κρεβάτια Εντατικής και στην Αττική», και στην παρατήρηση ότι δεν έχουν επανδρωθεί, απάντησε ωμά ότι «Δεν μπορούμε να ανακαλύψουμε ή να δημιουργήσουμε ή να “γεννήσουμε” πρόσθετους νοσηλευτές, γιατρούς, αναισθησιολόγους, εντατικολόγους πέραν αυτών που έχουμε». Τουλάχιστον εντόπισε «ένα ζήτημα στα περιφερειακά νοσοκομεία», λέγοντας «δεν σχεδιάστηκαν ποτέ για να αντιμετωπίσουν μια τέτοια απότομη αύξηση των κρουσμάτων», όπως και ότι το Πρωτοβάθμιο Σύστημα Υγείας που σήμερα η κυβέρνηση υπονομεύει παραπέρα «ήταν για πολλά χρόνια ο παραμελημένος “ασθενής” του ΕΣΥ».
Παράλληλα, παρουσίασε τον εμβολιασμό ως πανάκεια και άλλοθι για να μην πάρει κανένα μέτρο ενίσχυσης του συστήματος υγείας, με πρεμούρα του να ανοίξει τις πύλες τη χώρας στους τουρίστες, για τα κέρδη των ξενοδοχειακών ομίλων. Συγκεκριμένα, δήλωσε «αισιόδοξος» για την πορεία του εμβολιασμού, «καθώς θα μπαίνουμε πια στην άνοιξη και καθώς η οικονομία θα πρέπει να ανοίγει και λόγω τουρισμού». Επέμεινε ότι «όταν πια θα φτάνουμε στο Πάσχα, δηλαδή αρχές Μαΐου, τα πράγματα θα είναι πολύ διαφορετικά και πολύ πιο αισιόδοξα». Ερωτηθείς ωστόσο αν αυτό θα ισχύσει και παρά τις μεταλλάξεις, παρά τα πιθανά προβλήματα στα εμβόλια, απέφυγε να αναλάβει δεσμεύσεις: «Κοιτάξτε, προφήτης δεν είμαι», απάντησε, αλλά σε κάθε περίπτωση εμφανίστηκε βέβαιος ότι π.χ. από το Ισραήλ «μπορεί να έχουμε ήδη επισκέπτες από τα τέλη Μαρτίου αρχές Απριλίου», επίσης «πελάτες που θα έρθουν από το Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί να έρχονται από τον Απρίλιο, από τον Μάιο», την ώρα που η Βρετανία γονατίζει από τον ιό.
«Φωνάζει ο κλέφτης» ήταν η απάντηση του για την πρόσφατη επίσκεψη στην Ικαρία και το συνωστισμό στο γεύμα που παρακάθησε, αξιοποιώντας τον κουρνιαχτό που σηκώνει ο ΣΥΡΙΖΑ, για να επιτεθεί στις διαδηλώσεις που τάχα συνεπάγονται «κινδύνους δημόσιας υγείας».
Πηγή: 902