Ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, στην ομιλία του για την απαράδεκτη τροπολογία για τον Άγνωστο Στρατιώτη και τον περιορισμό του δικαιώματος σε διαμαρτυρίες, διαδηλώσεις και εκδηλώσεις, μπροστά στη Βουλή, κατάφερε να δώσει μαθήματα πατριδοκαπηλίας, αυταρχισμού και προσβολής της μνήμης των θυμάτων του εγκλήματος στα Τέμπη.
Ναι, τα κατάφερε και τα τρία. Δεν ντράπηκε να μιλήσει για μια «απαραίτητη επιλογή», θέλοντας να καπηλευτεί τους (πραγματικούς) συμβολισμούς του Μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη. Προσπάθησε να πείσει ότι αυτή η «επιλογή» της κυβέρνησης ήρθε ξαφνικά και δεν είχε καμία σχέση με την απεργία πείνας του Πάνου Ρούτσι, ο οποίος διεκδικούσε το αυτονόητο δικαίωμα να μάθει για τον θάνατο του παιδιού στο έγκλημα στα Τέμπη.
Με ύφος «αποφασίζουμε και διατάζουμε» εμφανίστηκε σαν ιδιοκτήτης του Μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη, το οποίο – θέλει δεν θέλει – ανήκει στον λαό και στους αγώνες του, στους νεκρούς του στις μάχες που έχει δώσει. «Δεν θα επιτρέπονται συγκεντρώσεις ή διαδηλώσεις» στον Άγνωστο Στρατιώτη, είπε ο πρωθυπουργός και δεν εννοούσε βέβαια τον ίδιο τον χώρο του μνημείου αλλά τα 4.600 τ.μ μπροστά στη Βουλή.
Ο Μητσοτάκης έκανε λόγο για ένα «θολό τοπίο αρμοδιοτήτων» στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. Το «θολό τοπίο» αυτό, βέβαια, δεν το είχε ανακαλύψει μετά από τόσα χρόνια διακυβέρνησης. Παράλληλα, με αφελείς, προκλητικές και κούφιες λεκτικές ακροβασίες («απέναντι σε ένα τέτοιο μνημείο η ενότητα πρέπει να προηγείται της διαμαρτυρίας και ο σεβασμός να προηγείται των κραυγών, «αλίμονο αν η μνήμη γραφόταν στο έδαφος και διαρκούσε όσο η μπογιά από ένα σπρέι») θέλησε να κρύψει, αποτυχημένα τον αντιδημοκρατικό χαρακτήρα της τροπολογίας του.