Just in

Όλα τα νέα
Imerodromos logo
 

Λουίς Σεπούλβεδα: «Γεννήθηκα κόκκινος, κατακόκκινος»

Σε ηλικία 70 ετών, στις 16 Απρίλη 2020, πέθανε ο Χιλιανός συγγραφέας Λουίς Σεπούλβεδα, ο οποίος είχε εξοριστεί από τη δικτατορία του Αουγκούστο Πινοτσέτ. Ο Σεπούλβεδα νοσηλευόταν σε νοσοκομείο του Οβιέδο, στην Ισπανία, με κορωνοϊό

Σε ηλικία 70 ετών, στις 16 Απρίλη 2020, πέθανε ο Χιλιανός συγγραφέας Λουίς Σεπούλβεδα, ο οποίος είχε εξοριστεί από τη δικτατορία του Αουγκούστο Πινοτσέτ. Ο Σεπούλβεδα νοσηλευόταν σε νοσοκομείο του Οβιέδο, στην Ισπανία,  με κορωνοϊό.

Γεννήθηκε στο Οβάγιε της επαρχίας Λιμαρί, στη βόρεια Χιλή.  Σπούδασε θεατρική σκηνοθεσία στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Χιλής. Συμμετείχε στο φοιτητικό κίνημα τα χρόνια των σπουδών όντας μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Χιλής. Καταξιωμένος συγγραφέας (ποιητής, πεζογράφος, δραματουργός), ασχολήθηκε και με τη δημοσιογραφία.

Πλήρωσε με βασανιστήρια, φυλακή και αυτοεξορία το γεγονός ότι αγωνίστηκε κατά των τυράννων και εκμεταλλευτών -ξένων και εγχώριων- της πατρίδας του Χιλής και για την ανάδειξη της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας. Υπήρξε, μάλιστα, μέλος της προσωπικής φρουράς του Σαλβαδόρ Αλιέντε.

Μεταξύ των έργων του: Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης, Όνομα ταυρομάχου, Τα χειρότερα παραμύθια των αδερφών Γκριμ, Η σκιά του εαυτού μας , Η ιστορία του Μιξ, του Μαξ και του Μεξ.

Αναδημοσιεύουμε ένα άρθρο της καθηγήτριας, μεταφράστριας και διερμηνέας, Σαπφώς Διαμάντη, αφιερωμένο στον ένα χρόνο   από τον θάνατο του Λουίς Σεπούλβεδα Καλφουκούρα, που δημοσιεύτηκε στις 16 Απρίλη 2021 στον 902.gr

 

Πάει χρόνος που σαλπάρισες, Λουίς…

 

          Ο κόνδορας και το χιόνι ακίνητα έμοιαζαν…
          Άγγιξα την πέτρα και είπα:
          Ποιος
          με περιμένει;

Πάμπλο Νερούδα

Canto General

Αθήνα. – Θυμάμαι τα μάτια σου, Λουίς. Κουβεντιάζαμε για εκείνο το απόβραδο που διάβασα στον γιο μου τον Φοίβο, έξι χρονών τότε, την Ιστορία του γάτου που έμαθε σ’ ένα γλάρο να πετάει, για τα δάκρυα του μικρού που στραφτάλισαν ρυάκια ταξιδιάρικα στα μάτια όλων μας τριγύρω. Cuéntame las lágrimas, μου ζήτησες, πες μου για τα δάκρυα. Πώς εξιστορείς τα δάκρυα με λέξεις, πώς αιχμαλωτίζεις ένα άρωμα σε μια μνήμη, πώς κλείνεις ένα όνειρο σ’ ένα συρταράκι… Κι ύστερα είπαμε άλλα.

Οβάγε. – «Γεννήθηκα κόκκινος, κατακόκκινος», έλεγες, περήφανα, γλυκά. Χιλή. Εκείνα τα χρόνια. Σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, αφού οι γονείς σου είχαν κλεφτεί. Πατέρας κομμουνιστής και μάνα Ινδιάνα, Μαπούτσε. Καλφουκούρα, «πέτρα γαλάζια» στα μαπουδουνγκούν. Και με «το ωραίο όνειρο να είσαι νέος δίχως να ζητάς την άδεια». Μα ναι. Είναι παράξενη η ζωή. Και το τι μπορούν να χτίσουν τα λόγια. Υποχρέωση του συγγραφέα «να αφηγείται ωραία μια ωραία ιστορία και να μην αλλάζει την πραγματικότητα, γιατί τα βιβλία δεν αλλάζουν τον κόσμο. Αυτό το κάνουν οι πολίτες». Κοιταχτήκαμε, βάλαμε τα γέλια. Η σπίθα της αναγνώρισης. Μια ζωή, πολλές ζωές, ανακάτωμα μύθων και πραγματικότητας, θρύλοι ανεπιβεβαίωτοι και αλήθειες αδιάψευστες, όργωσες κι εσύ όλες τις πιθανές και απίθανες επικράτειες της γεωγραφίας και της ουτοπίας. Κι ύστερα είπαμε για την ελπίδα.

Σαντιάγο δε Τσίλε. – Απ’ τα δεκαπέντε σου κι εσύ στη Χότα, τις ΚΝΧ. Λίγα χρόνια αργότερα, στον Εθνικοαπελευθερωτικό Στρατό, σε κάποια χνάρια του Ερνέστο Γκεβάρα. Κι ύστερα ανέβηκες σ’ εκείνο το τραίνο, με πεποίθηση βαθιά, για τα πιο οδυνηρά ίσως μα και τα ωραιότερα χρόνια σου, κι αποβιβάστηκες στη Μονέδα, εκείνο το ξημέρωμα. Γιατί τα όνειρα βγαίνουν αληθινά σαν τα πιστεύεις. Λες; Το ενστερνίστηκες, το μοιράστηκες, το πίστεψες. Το τραγούδησες μαζί με τον φίλο σου τον Βίκτορ Χάρα ώσπου βραχνιάσατε. Προσωπική φρουρά του Προέδρου. Που ναι, έγινε Πρόεδρος, γιατί δεν κερδίζουν πάντα οι συνήθεις, los de siempre. Και συνειδητοποίησες, μαζί με πολλούς, πως αυτό δεν φτάνει. «Αχ, η δύναμη βγαίνει απ’ τις γροθιές, κι όχι από πρόσωπα καλοσυνάτα, σύντροφοι, γνωστό αυτό, κι αυτή ‘ναι η πικρή, η πολύτιμη, ολόκληρη η αλήθεια της Unidad Popular». Κι ύστερα είπαμε για την απογοήτευση. Γιατί εκείνο το τουφέκι το χαρισμένο απ’ τον Φιδέλ, μαζί με τη ζωή του Προέδρου πήρε και τη χίμαιρα.

Προεδρικό Μέγαρο της Μονέδα, Σαντιάγο δε Τσίλε, 11 του Σεπτέμβρη 1973

Προεδρικό Μέγαρο της Μονέδα, Σαντιάγο δε Τσίλε, 11 του Σεπτέμβρη 1973

Η Μεγάλη Πατρίδα – La Patria Grande. – Η διάψευση των προσδοκιών οδηγεί σε δρόμους αχάρακτους. Μετά τα βασανιστήρια και τις φυλακές, η εξορία. Όργωσες την ήπειρο. «Με ωτοστόπ, με λεωφορείο, με τραίνο». Patagonia Express. Το πραγματικό ταξίδι, σαν πολίτης του κόσμου, να γνωρίζεις τους ανθρώπους του, να αφουγκράζεσαι τις ιστορίες τους, να μπαίνεις στο πετσί της ζωής τους. Αργεντινή, Ουρουγουάη, Βραζιλία, Παραγουάη, Βολιβία, Περού, Ισημερινός. Όπως αργότερα Γη του Πυρός, Ανταρκτική. «Παρά την απλότητά του αυτό το δρομολόγιο δεν έπαυε να φέρει τη σφραγίδα των Άγγλων ταξιδευτών, που πάντοτε ταξιδεύουν για να επιβεβαιώσουν μια υπόθεση, κι αν αυτή δεν συμπίπτει με την πραγματικότητα που συναντούν, ε, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα… Μετά από ένα μήνα είχαμε μόλις διανύσει μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα, κι αφού δεν είμαστε Άγγλοι, ξεχάσαμε την αναθεματισμένη την υπόθεση». Κι ύστερα είπαμε για ταξίδια. «Ο δρόμος είναι μια μόνιμη έκπληξη».

Κίτο. – Οι Σούαρ, οι αυτόχθονες. Η Αμαζονία, Μάνα Γη. Το φανταζόσουν πως ο Γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης θα έφτανε να γίνει το τρίτο πιο πολυμεταφρασμένο βιβλίο από την ισπανική γλώσσα, μετά τον Κιχώτη και τα Εκατό χρόνια μοναξιάς; Αυτό το ερωτικό άσμα στη λογοτεχνία και την ανάγνωση, στους αφανισμένους ιθαγενείς πολιτισμούς και τη διαφύλαξη της ζωοδότρας φύσης, της δικής τους, της δικής μας. «Ενός παρθένου δάσους πιο παλιού απ’ όλα τα κράτη». Κι ύστερα είπαμε για την επανάσταση, ναι.

Μανάγουα. – Οραματιστής αδιόρθωτος. Διεθνής Ταξιαρχία Σιμόν Μπολίβαρ, Επανάσταση των Σαντινίστας. Αποφασιστικότητα, αντάρτικο, και νίκη. Νίκη; «Να διαβάζεις την ύπαρξη αφηγούμενη σε δύο γραμμές διήγησης καταδικασμένες να μην συμπέσουν: μία της πραγματικότητας και μία των επιθυμιών… Ποτέ μην εμπιστεύεσαι τη μνήμη, αφού είναι πάντα με το μέρος μας, ομορφοστολίζει το στυγνό, γλυκαίνει το πικρό, ρίχνει φως εκεί που δεν υπήρξαν παρά μόνο σκιές. Η μνήμη τείνει πάντοτε προς τη μυθοπλασία». Κι ύστερα είπαμε για τη φυγή.

Αμβούργο. – Σε τόπους που δεν τους γνωρίζουμε και δεν μας γνωρίζουν, είτε γεωγραφικά είτε εσώτερα, μας βρίσκει η δημιουργικότητα. Σαν διοχέτευση έμπνευσης, σαν απατηλή απολησμονιά, δινόμαστε σε ό,τι αποτελεί λόγο ύπαρξής μας. Και ο αέναα νέος Νοβάλις στοιχειώνει με ύμνους τις νύχτες μας. Και τα ταξίδια, πάντα τα ταξίδια. Σ’ όλες τις θάλασσες του κόσμου τώρα, εκτός από μια. Κι ύστερα είπαμε, αναπόφευκτα, για λογοτεχνία. «Τα βιβλία είναι πολύ περίεργα μαμούνια, απρόβλεπτα, και υπάρχουν ιστορίες που προτιμούν να ειπωθούν στη ζεστασιά του κρασιού, τους αρέσει να βολεύονται με χίλιους τρόπους στο στόμα εκείνου που αφηγείται, ώσπου φτάνει η στιγμή που εκείνες και μόνον εκείνες αποφασίζουν να γίνουν λέξεις στο χαρτί».

Παρίσι. – Όπου δεν είναι ποτέ κανείς «θλιμμένος και μόνος», ή όχι για πολύ. Σου χαρίζει πολλές αγάπες, ή σε κάνει να συνειδητοποιήσεις την αγάπη, τη μία. Που μας βρίσκει σε σταυροδρόμια αναπάντεχα, από δρόμους ανυποψίαστους, σε στιγμές απρόσμενες. Γιατί αρνήθηκες να λησμονήσεις. «Αφήνοντας τα πηγάδια της μνήμης ανοιχτά για να γεμίσουν με την ευτυχία και την τυραννία από αγάπες που κρατάνε πιότερο απ’ τον χρόνο». Κι ύστερα είπαμε για κινηματογράφο, ε βέβαια. Και για τις ταινίες του Μιγκέλ Λιττίν.

Χιχόν. – Πληθωρικός και αμφιλεγόμενος. Άσ’ τους να λένε. Καταξιωμένος, ναι, μια απ’ τις πιο στιβαρές πένες του «λατινοαμερικάνικου μετα-Μπουμ». Δημοσιογραφία, σκηνοθεσία, συγγραφή, πάντα συγγραφή. Μυθιστορήματα, διηγήματα, αστυνομικά, ταξιδιωτικά, ποιήματα, θεατρικά, σενάρια, παιδικά, άρθρα. Γιατί «υπάρχουν ακόμα μερικές τίγρεις που δεν τις νοιάζει αν έχουν μια ρίγα παραπάνω ή μια ρίγα λιγότερη». Ε ναι. Ο Ζορμπάς, ή ο ονειρευτής που έπλασε ο Καζαντζάκης, ή ο ονειρευτής του Λέννον, μπορεί να είναι απλώς ένας κεραμιδόγατος που πρέπει να μάθει σε μια νεαρή γλαρίνα να πετάει. Κι ύστερα βάλαμε πάλι τα γέλια.

Οβιέδο. – «Λένε πως το μεσημέρι εκείνης της 16ης [Απριλίου] σταμάτησε να βρέχει στο Σαντιάγο». Μην κοιτάς τον γιαλό των ματιών μου και κάτσε να πιούμε ένα τσίπουρο, πίσκο εδώ δεν έχουμε. Και να μοιραστούμε τα Τελευταία νέα από το Νότο:

          Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
          Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
          και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

          Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
          Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Περιμένοντας τους βαρβάρους

in

Λουίς Σεπούλβεδα/ Δανιέλ Μορτζίνσκι

Τελευταία νέα από το Νότο

 

Θυμάμαι τα μάτια σου, Λουίς. Ναι. «Μερικές μόνο λέξεις βαλμένες σε σειρά μεγαλειώδη αρκούν». Για να εξιστορήσουν, να αιχμαλωτίσουν, να κλείσουν μέσα τους την ομορφιά του κόσμου. Για να μην προβάλουμε ποτέ τη σκιά αυτού που υπήρξαμε, τη Σκιά του εαυτού μας. Μα ξεμάκρυνες, «η σιλουέτα σου χάθηκε κάτω απ’ τα δέντρα, ώσπου δεν απόμεινε πια παρά η ανάμνησή σου, ανεξίτηλη, οριστική, πεισματάρικη, άκαυστη, εγκατεστημένη εσαεί στην καρδιά της θύμησής μου». Κι ύστερα δεν είπαμε τίποτα πια.

Πέρα απ’ το Νότο. – Πάει κιόλας χρόνος που σαλπάρισες, Λουίς. «Το καραβοφάναρο χαμένο». Κατεβαίνοντας τις ασύνορες ακτογραμμές της γενέτειρας γης, ορτσάρει κόστα-κόστα το βαρκάκι που δανείστηκες απ’ τον Λαδισλάο Εσναόλα. «Πετάει μόνον όποιος τολμάει να το κάνει». Πέρα απ’ το Στενό του θαλασσοπόρου Φερδινάνδου Μαγγελάνου που χάραξε η Βικτόρια, πέρα απ’ το Πέρασμα του πειρατή Κάπταιν σερ Φράνσις Ντρέικ που αποτόλμησε η Χρυσή Ελαφίνα, πέρα από κάθε παγωμένη λιακάδα μεσημβρινή της Παταγονίας. «Κι αν όλο αυτό είν’ ένα όνειρο, τι πειράζει. Μ’ αρέσει και θέλω να συνεχίσω να το ονειρεύομαι».

 

Απόψεις