Απόψεις

Και στη Λαοκρατία πιστεύουμε…

Κάποιοι θέλουν να φτιάξουν έναν καινούργιο καμβά μνήμης με επίσημες «αλήθειες», γι’ αυτό έχουν πάρει ένα τεράστιο σφουγγάρι μπας και καταφέρουν να σβήσουν  οδυνηρά  γεγονότα της ιστορίας. Γιατί, η σημασία που έχει η γνώση του παρελθόντος είναι αδιαμφισβήτητη, κυρίως σε περιόδους όπου κυριαρχούν αναπόφευκτοι πολιτικοί αστικοί μετασχηματισμοί και μεγάλες κοινωνικές αβεβαιότητες. Γι’ αυτόν τον λόγο, οι διαμάχες για το παρελθόν είναι τόσο εξέχουσες, ώστε να προκαλούν σοβαρές αντιπαραθέσεις, καθώς αφορούν τις σημερινές κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές. Αθήνα…

Το πρωινό της 12ης Οκτωβρίου 1944, ένα άγημα Γερμανών φασιστών κατέθεσε στεφάνι στο Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Μετά από τρεισήμισι χρόνια Κατοχής, οι Γερμανοί  ηττημένοι έφευγαν από την πόλη. Το παράδοξο ήταν, πως οι γύρω συνοικίες είχαν ήδη απελευθερωθεί από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ και μάλιστα κάτοικοι του κέντρου μετέβαιναν καθημερινά σε αυτές  για να συμμετέχουν στους πανηγυρισμούς, τις παρελάσεις του και τις γιορτές του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ που πραγματοποιούνταν στους κεντρικούς δρόμους.

Ωστόσο, με την αποχώρηση των φασιστών, το Ά Σώμα Στρατού του ΕΛΑΣ, ενώ θα μπορούσε να είχε καταλάβει το κέντρο της Αθήνας, άρα και την εξουσία, υπακούοντας στο γράμμα του Λιβάνου, εν τέλει περιορίστηκε στην τήρηση της τάξης και στην περιφρούρηση και προστασία των δημοσίων υποδομών. Έξι μέρες αργότερα, ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο επονομαζόμενος και «Παπατζής», ύψωσε και επίσημα την Ελληνική σημαία στην Ακρόπολη, παρουσία του Βρετανού Στρατηγού Σερ Ρόναλντ Μακένζι Σκόμπι, ο οποίος είχε καταπλεύσει στον Πειραιά με 4000 Βρετανούς στρατιώτες και την Ινδική ταξιαρχία των Γκούργκας.

Είχε προηγηθεί ήδη από τον  Μάη του 1944  στη Βηρυτό, στο ξενοδοχείο «Δάσος της Βουλώνης», η  σύσκεψη που έμεινε στην ιστορία ως «Συμφωνία του Λιβάνου», μεταξύ του ΕΑΜ και του διορισμένου από τον Τσόρτσιλ, αφού πρώτα αυτοπροτάθηκε, πρωθυπουργού της Ελλάδας, Γεωργίου Παπανδρέου.

Στο τηλεγράφημα που έστειλε στον Τσόρτσιλ αναφέρει: «Ενώπιον της διαμορφωθείσης, κρισίμου καταστάσεως τα πολιτικά μέσα προς αντιμετώπισίν της δεν είναι πλέον επαρκή. Μόνον η άμεσος παρουσία επιβλητικών βρετανικών δυνάμεων εις την Ελλάδα και μέχρι των τουρκικών ακτών μπορεί να μεταβάλει την κατάστασιν»[ Ελευθεροτυπία. Αφιέρωμα: Γεώργιος Παπανδρέου 30 Οκτωβρίου 1999]

Δηλαδή, ο «Παπατζής», που γνωρίζει ότι ήταν ένας πρωθυπουργός χωρίς χώρα και υπό τις διαταγές του Βρετανού διπλωμάτη Ρέτζιναλντ «Ρεξ» Γουίλντιγκ Άλλεν Λήπερ, ζητά επέμβαση ξένων στρατευμάτων στην Ελλάδα και δυστυχώς την νομιμοποίησή του την πρόσφερε το ΕΑΜ! Ωστόσο, όσα ακολούθησαν της συμφωνίας του Λιβάνου έχουν μεγάλη ιστορική αξία γιατί αποτελούν το ορόσημο των Δεκεμβριανών, αλλά και της μετέπειτα εμφύλιας σύγκρουσης. Όπως είχε επισημάνει ο εξαιρετικός ιστορικός Νίκος Σβορώνος για την συμφωνία του Λιβάνου: «Δεν υπάρχει νομίζω πλέον καμία αμφιβολία για την πολιτική του Τσόρτσιλ και την απόφαση του να εξουδετερώσει με κάθε μέσο, πολιτικό ή στρατιωτικό τις δυνάμεις του ΕΑΜ που ήξερε ότι αντιτίθενται στην πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας». [Βασίλη Καρδάση: Από το Λίβανο στο Δεκέμβρη. Ιστορικά Ελευθεροτυπία Τόμος 1]    

Όμως, πρόθεση τούτου του σημειώματος δεν είναι να ασχοληθεί με την κατά τα άλλα αποκαλυπτική πολλών πραγμάτων, συμφωνία του Λιβάνου. Εδώ θα ασχοληθούμε με ένα γέννημα θρέμμα της αστικής τάξης, τον Γεώργιο «Παπατζή» Παπανδρέου, ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω δήλωνε «Σταυροφόρος της Εθνικής Ενώσεως»…

Τον «μύθο» του ο Παπανδρέου αρχίζει να τον κτίζει ήδη από την περίοδο που ο

Ελευθέριος Βενιζέλος, βασιζόμενος στα Βρετανο-γαλλικά στρατεύματα, χωρίζει την Ελλάδα στα δυο, δημιουργώντας το «Κράτος της Θεσσαλονίκης»  (που περιλάμβανε τη Μακεδονία, την Κρήτη και τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου), και ταυτόχρονα στέλνει τον στόλο της  «Εγκάρδιας Συνεννόησης» να αποκλείσει τον Πειραιά και να βομβαρδίσει την Αθήνα.

Ο Παπανδρέου, πιστός ακόλουθός του, ορίζεται εκπρόσωπος της κυβέρνησης του «Κράτους της Θεσσαλονίκης», αρχικά στην Λέσβο και λίγο αργότερα διοικητής, λέει, του Αιγαίου με έδρα τη Χίο! Μετά το τέλος αυτού του ιδιότυπου εμφυλίου πολέμου, που στην ουσία ήταν μια πολύπλευρη αστική σύγκρουση, μια διαμάχη, ανάμεσα στις στρατιωτικές, πολιτικές και οικονομικές ελίτ, και την προκήρυξη εκλογών, ο Παπανδρέου κατέβηκε ως υποψήφιος βουλευτής Λέσβου, χωρίς να εκλεγεί. Διορίστηκε, όμως, υπουργός Εσωτερικών στην κυβέρνηση Γονατά…

Ένα ιδανικό του Παπανδρέου που τον χαρακτήριζε ήταν ο αρρωστημένος αντικομμουνισμός του. Χαρακτήριζε, ήδη από το 1929, τους κομμουνιστές «κοινωνική μάστιγα», συνέδεε τον κομμουνισμό με τον σλαβικό επεκτατισμό και πίστευε  « οτι η καθ’ολοκληρίαν εξαφάνιση του αποτελεί συμφέρον και του συνόλου αλλά και αυτής της εργατικής τάξεως»[Εφημερίς των συζητήσεων της Βουλής συνεδρία 18-6-1929)       

Βέβαια, την περίοδο εκείνη οι κομμουνιστές ήταν μια ασήμαντη μειοψηφία, και παράλληλα, τα αστικά τζάκια, το παλάτι, και ο στρατός θεωρούσαν την πολιτική αποκλειστικό τους προνόμιο, άρα δεν θα αφήνανε τον εργαζόμενο λαό να εισβάλει στην διαχείριση των πολιτειακών θεσμών. Ο Παπανδρέου, λοιπόν, ήταν πιστός στα κελεύσματα της τάξης του, έστω και αν πρόβαλε σε όλη την διάρκεια την ζωής του, την διαφωνία του με τον βασιλικό θεσμό,  τον οποίο θεωρούσε πολιτικά ξεπερασμένο. Αρκεί, όμως, αυτό για να τον καταξιώσει ως «Γέρο της Δημοκρατίας»;

***

Οι εξελίξεις της δεκαετίας του 1930, η φασιστική χούντα του Ιωάννη Μεταξά, ο ελληνο-ιταλικός πόλεμος και η Γερμανική Κατοχή, έφεραν τον εργαζόμενο λαό και την κομμουνιστική ιδεολογία στο προσκήνιο της πολιτικής ζωής, θέτοντας τουλάχιστον υπό αμφισβήτηση την αστική εξουσία. Μάλιστα, η αδράνεια ή η συνεργασία των πολιτικών τζακιών με τους φασίστες κατακτητές οδήγησε πολλά από αυτά στο περιθώριο της πολιτικής ζωής.

Χαρακτηριστικά: Ο Ν. Πλαστήρας, θαυμαστής των καθεστώτων τόσο του Μουσολίνι όσο και του Χίτλερ, αλλά πολιτικός αντίπαλος του Μεταξά, από την ηλιόλουστη Νίκαια της Γαλλίας όπου κατοικούσε,  καλούσε το λαό με επιστολή του να συνεργαστεί με τους κατακτητές: «Είμαι της γνώμης ότι πρέπει να γίνει κυβέρνησις φιλογερμανική, για να καταστήσωμεν ολιγώτερον οδυνηράν την ήτταν. Αυτό πρέπει να γίνη και αν ακόμη θα ηξεύραμε ότι ο πόλεμος θα ετελείωνε και μετά τινας μόνον μήνας με τελείαν ήτταν του άξονος (όπερ απίθανον)». (Ο αστικός κόσμος στην κατοχή Ριζοσπάστης)  Να σημειωθεί, ότι αυτό το γράμμα στάλθηκε την 21 Απρίλη 1941, κι ενώ οι Γερμανοί είχαν μόλις περάσει τη Λάρισα και κατέβαιναν προς την Αθήνα.

Λίγο μετά την είσοδο της φασιστικής μπότας στην Αθήνα, ο δήμαρχός της, Αμβρόσιος Πλυτάς, αφού πρώτα προέτρεψε τους Αθηναίους «όπως επιδείξωσι τάξιν, αξιοπρέπειαν και ευγένειαν» απέναντι στα φασιστικά στρατεύματα, στη συνέχεια απαίτησε:  «Όπου υψούται ελληνική σημαία πρέπει δεξιά της να υψούται και η Γερμανική». Κατόπιν, έστειλε συγχαρητήριο τηλεγράφημα στον Χίτλερ, εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη «όλων των Αθηναίων προς τον ένδοξον Φύρερ του Γερμανικού λαού».( Ριζοσπάστης: Η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα στις 6 Απρίλη 1941)

Η γνωστή εφημερίδα «Καθημερινή» συμπλήρωνε: «Ο αθηναϊκός λαός αντιμετωπίζει τα γεγονότα με σταθεράν πεποίθησιν ότι όλα βαίνουν προς το καλύτερον, ότι λήξαντος του πολέμου, διά την Ελλάδα τουλάχιστον, ανοίγεται η περίοδος της ειρήνης και της εντός των πλαισίων της ειρήνης αυτής παραγωγικής δραστηριότητος[…] Αι γερμανικαί αρχαί εμφορούμεναι από τας φιλικωτέρας των διαθέσεων απέναντι του ελληνικού πληθυσμού, τας αρετάς και τα προτερήματα του οποίου δεν ήργησαν να γνωρίσουν, θα τον συντρέξουν- περί τούτου δεν υπάρχει αμφιβολία- εις πάσαν θετικήν και οικοδομητικήν του προσπάθειαν». («Καθημερινή», την Τρίτη, 29 Απριλίου του 1941)

Ενώ,  μετά την ορκωμοσία της κυβέρνησης Τσολάκογλου , πρώτη-πρώτη η «σεβαστή» σύγκλητος του Πανεπιστημίου της Αθήνας έστελνε συγχαρητήριο τηλεγράφημα στο οποίο ανέφερε: «Η Σύγκλητος του Εθνικού Πανεπιστημίου χαίρουσα επί τη συγκροτήσει της Εθνικής Κυβερνήσεως υποβάλλει τα θερμά αυτής συγχαρητήρια διά τήν είς τάς στιβαράς χείρας της Υμετέρας εξοχότητος ανάθεσιν την προεδρίας αυτής.» Και διαβεβαίωναν ότι εντασσόταν «παρά το πλευρόν είς το εξόχως Μέγα Πατριωτικόν αυτής έργον». (Νίκος Ψυρούκης Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας Τόμος 1 Εκδόσεις Επικαιρότητα)  

Στις 7-5-1941 ο Τσολάκογλου κάλεσε σε σύσκεψη όλους τους αρχηγούς των αστικών κομμάτων. Στην σύσκεψη αυτή πήραν μέρος: ο Πάγκαλος, ο Γονατάς, ο Οθωναίος, ο Μάξιμος, ο Τσαλδάρης, ο Κανελλόπουλος, ο Μερκούρης, ο Πεσματζόγλου, ο Ράλλης, ο Δηλιγιάννης, ο Βελέντζας και βέβαια ο Γεώργιος «Παπατζής» Παπανδρέου. Στην επίσημη ανακοίνωση μετά την σύσκεψη διαβάζουμε: «Ο κ. πρωθυπουργός ήκουσε μετά προσοχής τας γνώμας των ανδρών τούτων, αφού εξέθεσε την κατάστασιν και τας ακολουθητέας κατευθύνσεις της κυβερνήσεως Πάντες αναγνώρισαν ότι η Κυβέρνησις Ανάγκης είναι επιβεβλημένον να υποστηριχθή εκ μέρους πάντων των Ελλήνων άνευ επιφυλάξεων και ειλικρινώς[…]» (Νίκος Ψυρούκης ο.π)

Ήταν αναμενόμενο, λοιπόν, ένα μέρος του αστικού πολιτικού και επιστημονικού κόσμου, καθώς και διάφορα κατακάθια της κοινωνίας, αλλά και τεταρτοαυγουστιανοί, να αναλάβουν την επάνδρωση των τομέων του αστικού κράτους για να διαχειριστούν και να υπερασπιστούν άμεσα  και κυρίως μακροπρόθεσμα την εξουσία της τάξης τους.

Βέβαια, ο Γεώργιος «Παπατζής» Παπανδρέου με αυτήν του την υπογραφή επέδειξε την ταξική συνέπειά του, καθώς κανείς από τους αστούς πολιτικούς, ούτε όμως και οι φασίστες κατακτητές, ήθελαν  αλλαγή του κοινωνικοοικονομικού συστήματος. Μην αμελούμε πως ο δωσίλογος Πρωθυπουργός Λογοθετόπουλος διαλαλούσε, πως ανέλαβε καθήκοντα μόνο και μόνο για να καταπολεμήσει την: «Εαμοκομμουνιστικήν ανταρσίαν», ενώ ο διάδοχός του Ιωάννης Ράλλης μόλις ανέλαβε καθήκοντα στις 7 Απριλίου 1943 δηλώνει: «Υψώ την σημαίαν του αντικομμουνιστικού αγώνος. Δεύτε οι πιστοί παρά εμέ» και υποστήριζε πως η μόνη δουλειά του ήταν να παραδώσει την «πόλιν ελευθέραν από αναρχικούς στους συμμάχους» (Γ.Ι Ράλλη: Ο Ιωάννης Δ Ράλλης ομιλεί εκ του τάφου. Αθήνα 1947)  

Πρέπει, ωστόσο, να αναγνωριστεί στον Παπανδρέου το πόσο καλός «Παπατζής» ήταν, γιατί φρόντισε να μην μπλεχτεί ενεργά με τους εγχώριους «κουίσλινγκ», να μην έχει καμιά επαφή με τα αντιστασιακά λαϊκά κινήματα και ταυτόχρονα να εργάζεται από το παρασκήνιο για να διαχειριστεί και να υπερασπιστεί  μακροπρόθεσμα  την εξουσία της τάξης του. Πρώτο του καθήκον και άμεση προτεραιότητά του ήταν η καταπολέμηση του ΕΑΜ, που είχε εδραιώσει την δύναμή του σχεδόν σε όλη την Ελλάδα πριν  από την οπισθοχώρηση των Γερμανικών φασιστικών στρατευμάτων.

Ήδη από το 1943, ο Παπανδρέου διαλαλούσε πως «Σήμερον σχηματίζεται νέα μορφή του παγκόσμιου ανταγωνισμού. Δυο παγκόσμια μέτωπα διαμορφώνονται ο Κομμουνιστικός πανσλαβισμός και ο Φιλελεύθερος Αγγλοσαξονισμός» [Γεώργιος Παπανδρέου. Πολιτικός Λόγος. Απάνθισμα. Εκδόσεις UNIVERSITY STUDIO PRESS)

Ναι!

Λέξη δεν έβγαλε ποτέ του για τον φασισμό!

Σαφές δείγμα των απόψεων και θέσεων του «Γέρου της Δημοκρατίας» αποτελεί το παρακάτω απόσπασμα: «Σκοτεινή ήτο η κατάστασις της Ελλάδος όταν ανελάβομεν την Αρχή τον Απρίλιον του 1944. Ο Ελληνικός Λαός ήτο υπόδουλος όχι μόνον είς την Γερμανική αλλά και εις την Εαμικήν-και δια να είμεθα κυριολεκτικώτεροι-εις την κομμουνιστικήν τυρανίαν. Και πρέπει να υπομνησθή ότι εις την Ελλάδα τότε δεν ηπειλείτο απλώς η επιβολή της  Κομμουνιστικής τυραννίας, την οποίαν έπρεπε να αποτρέψωμεν. Η Κομμουνιστική Κατοχή είχεν ουσιαστικώς συντελεστή, και ωφείλαμεν ν΄ αγωνισθώμεν να την ανατρέψωμεν. Και ο αθλος εφαινετο υπεράνθρωπος». (Γεώργιος Παπανδρέου ο.π)

Ο «Παπατζής» ως πρωθυπουργός είναι που δίνει την διαταγή στον αρχηγό της αστυνομίας Άγγελο Έβερτ (κι ας έλεγε ο Έβερτ πως μόνος του πήρε την πρωτοβουλία) να χτυπήσει το πλήθος που διαδήλωνε στις 3 Δεκεμβρίου του 1944, δίνοντας ταυτόχρονα το έναυσμα για την στρατιωτική επέμβαση της Βρετανίας στην Ελλάδα. Το λαϊκό κίνημα αντιμετωπίστηκε με γνήσιο χιτλερικό τρόπο από το Λονδίνο τον Δεκέμβριο του 1944 (σχέδιο «ΜΑΝΝΑ»), ενώ ακόμα ο πόλεμος εναντίον της Γερμανίας μαινόταν σε όλα τα μέτωπα. Οι Βρετανοί σύμμαχοι του «Παπατζή» δε δίστασαν να τραβήξουν από το μέτωπο της Ιταλίας τον στρατηγό Χάρολντ Αλεξάντερ και να παρατάξουν, από τις πρώτες μέρες των συγκρούσεων, στην Αθήνα, υπό τη διοίκησή του, περισσότερους από 30.000 στρατιώτες που, κλιμακωτά αλλά σχετικά σύντομα, έφτασαν τις 60.000. Ταυτόχρονα, έστειλαν 80 αεροπλάνα, 200 τανκς και πολλά πυροβόλα. Παράλληλα, μονάδες του αγγλικού στόλου από τον Πειραιά  κανονιοβολούσαν με τα πυροβόλα τους την πρωτεύουσα, ενώ ταυτόχρονα εξασφάλιζαν τον συνεχή ανεφοδιασμό των στρατευμάτων. Τέτοια δύναμη δεν παρέταξαν οι Βρετανοί στην Ελλάδα ούτε στην εισβολή των Γερμανών, ούτε και στην μάχη της Κρήτης!

Ο αξιοθρήνητος Παπανδρέου δηλώνει: «Και σήμερον έχομεν την συνείδηση μας ήρεμον ότι δεν επταίσαμεν. Ολόκληρος η ευθύνη ενώπιον της Ιστορίας και ενώπιον του Έθνους βαρύνει την ηγεσίαν της Άκρας  Αριστεράς» (Μηχανή Του Χρόνου: Το ματωμένο συλλαλητήριο)

Ήταν τέτοια η αναισχυντία του Γεωργίου Παπανδρέου, που έφτασε να θεωρεί προσωπικό του άθλο τα Δεκεμβριανά: «Η πολιτική της Εθνικής Ενώσεως με την συμμετοχήν του ΕΑΜ εις την Κυβέρνησιν μας ήνοιξε τας πύλλας της Ελλάδος, εις τρόπον ώστε στις 3 Δεκεμβρίου 1944, αντί να είμεθα ημείς εξόριστοι και το ΕΑΜ κράτος, να είμεθα ημείς το Κράτος και το ΕΑΜ Στάσις» και χαρακτήριζε τα Δεκεμβριανά «αναίμακτος απελευθέρωσις». (Εφημερίς των συζητήσεων της Βουλής 18 Μαΐου 1946).

Λογικά όλα αυτά καθώς ο Παπανδρέου θεωρούσε τον εαυτό του κάτι σαν σούπερ ήρωα που έδινε έναν αγώνα ζωής και θανάτου με τον κομμουνισμό. Ο αγώνας αυτός ήταν τρομερός και αμφίρροπος,  γιατί  «η σκληρώτης του αγώνος δεν ευρίσκεται μόνον εις το γεγονός ότι ο Κομμουνισμός χρησιμοποιεί βίαν. Ότι ιδιαιτέρως χαρακτηρίζει  τον Κομμουνισμό είναι ότι στην βίαν προσθέτει τον δόλον. Και είναι από τα κύρια όπλα του. Ολόκληρος η Ιστορία του Κομμουνισμού είναι μια Ιστορία αδιάκοπων μεταμορφώσεων-μια Ιστορία προσωπείων, με τα οποία επιδιώκει την παραπλάνηση και της Νεότητος και των Μαζών»  (Γεώργιος Παπανδρέου ο.π).

Νομίζω πως στο σημείο αυτό είναι απαραίτητο να τονίσω, πως τα Δεκεμβριανά ξεκίνησαν όταν ο Παπανδρέου, με εντολή του Λίπερ συγκαλεί σύσκεψη όλων των υπουργών της κυβέρνησής του «που δεν ανήκουν στην ΕΑΜική παράταξη» και υπογράφουν «μιαν απόφαση του υπουργικού συμβουλίου που διατάσει» την πολιτοφυλακή του ΕΑΜ να παραδώσει τα όπλα στην σχηματιζόμενη από τους Βρετανούς εθνοφυλακή! Οι υπουργοί του ΕΑΜ που δεν έχουν προσκληθεί στην σύσκεψη αρνούνται να υπογράψουν και παραιτούνται… (Φοίβος Οικονομίδης Οι 33 Ματωμένες Μέρες. Εκδόσεις Ε Ιστορικά)

Τα υπόλοιπα τα έγραψε ο λαός στους δρόμους με το αίμα του…    

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε πως ο Γεώργιος Παπανδρέου, ουσιαστικά απών από οποιαδήποτε δράση του λαού εναντίον των φασιστών, ήταν ένας ικανός αστός πολιτικός που υπηρέτησε σωστά την τάξη του μα και τους Βρετανούς πάτρωνές του. Στάθηκε δε στο ύψος των περιστάσεων όταν χρειάστηκε να σπαταλήσει το αίμα του λαού του, παίρνοντας πολιτικές αποφάσεις οι οποίες άνοιγαν τον δρόμο για την βρετανική στρατιωτική επέμβαση και τον εμφύλιο πόλεμο. Χαρακτηριστικές του θέματος είναι οι εντολές του Τσόρτσιλ προς τον άμεσο προϊστάμενο του διακοσμητικού πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου, στρατηγό Σκόμπι: «Μην διστάζετε να ενεργείτε σαν να ευρίσκεσθε σε μια κατεχόμενη πόλη όπου θα ξεσπούσε μια τοπική εξέγερσις. Το καλύτερο θα ήταν, βέβαια, τις διαταγές   σας να συνυπογράψει κάποια ελληνική κυβέρνησις, και ο Λιπερ θα ζητήσει από τον Παπανδρέου να παραμείνει στην θέση του για να μας βοηθήσει». (Ουίστον  Τσόρτσιλ Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος Τόμος Δ΄ Εκδόσεις Ελληνική Μορφωτική Εστία) 

Για την δικτατορία της αστικής τάξης, που είχε και έχει τον αντικομμουνισμό ως σημαντικό στοιχείο της ταυτότητάς της,  πράγματι δικαιολογείται ο τίτλος «Γέρος της Δημοκρατίας», γιατί ο Παπανδρέου ανήκει σε αυτά τα κατακάθια, που κατά κανόνα τηρούσαν τις συμφωνίες που έκαναν με τα  αφεντικά τους.

                                                                                                                     

(Visited 1.355 times, 1 visits today)

Σχετικά Άρθρα

Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend