Την παραίτηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου ζήτησε σήμερα ο πρώην πρωθυπουργός και στέλεχος της ισραηλινής δεξιάς, Ναφτάλι Μπένετ και κατηγόρησε το γραφείο του για «προδοσία» στην υπόθεση Qatargate, μετά τις νέες αποκαλύψεις του Τύπου.
Στην υπόθεση αυτή, υπάρχουν υποψίες ότι στενοί συνεργάτες του Νετανιάχου πληρώνονταν από την Ντόχα για να προωθούν στο Ισραήλ τα συμφέροντα του Κατάρ, της χώρας που φιλοξενεί την ηγεσία της Χαμάς και μεσολάβησε για την κατάπαυση του πυρός στη Λωρίδα της Γάζας. Δικαστική έρευνα είναι σε εξέλιξη και δύο σύμβουλοι του Νετανιάχου, οι Γιόναταν Ούριχ και Έλι Φελντστάιν, τέθηκαν προσωρινά υπό κράτηση στα τέλη Μαρτίου. Ένας τρίτος ύποπτος, ο Γισραέλ Έινχορν, ζει πλέον στη Σερβία.
Ο Μπένετ κατηγόρησε «τρεις από τους στενότερους συμβούλους του Νετανιάχου» λέγοντας ότι «ενήργησαν ως πληρωμένοι πράκτορες του Κατάρ». «Το γραφείο του Νετανιάχου πρόδωσε το κράτος του Ισραήλ και τους στρατιώτες του Τσαχάλ (ένοπλες δυνάμεις) εν καιρώ πολέμου και ενήργησε για λογαριασμό του Κατάρ με δέλεαρ το κέρδος ενώ ο ίδιος (σ.σ. ο πρωθυπουργός) επιδιώκει να συγκαλύψει την υπόθεση», ανέφερε ο πρώην πρωθυπουργός. «Είτε ο Νετανιάχου γνώριζε, είτε όχι, ότι το γραφείο του εργαζόταν, έναντι αμοιβής, για τον εχθρό, επιβάλλεται η άμεση παραίτησή του», πρόσθεσε, κάνοντας λόγο για «τη σοβαρότερη προδοσία στην ιστορία του Ισραήλ».
Τον Απρίλιο ο Νετανιάχου δήλωσε ότι το Κατάρ «δεν είναι εχθρός» του Ισραήλ, υπερασπιζόμενος τους δύο συμβούλους του. Ο Μπένετ, ο οποίος είχε ανακοινώσει το 2022 ότι αποσύρεται από την πολιτική, στις δημοσκοπήσεις φαίνεται ότι είναι στην καλύτερη θέση για να κερδίσει τον Νετανιάχου στις βουλευτικές εκλογές του 2026. Ο ηγέτης της αντιπολίτευσης Γιαΐρ Λαπίντ στήριξε τις κατηγορίες του, εκτιμώντας και εκείνος ότι «το Qatargate ήταν στην πραγματικότητα η σοβαρότερη υπόθεση προδοσίας στην ιστορία του κράτους».