Απόψεις Πολιτική

Η μεγάλη μάχη για την εκκλησιαστική περιουσία τη διετία 1987-1988

Μια διδακτική ιστορία από το παρελθόν-Η άτακτη υποχώρηση της κυβέρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου και η «θυσία» του Αντώνη Τρίτση.

Θα έχουμε μια ακόμη «μάχη» μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας; Θα είναι παρακινδυνευμένο να απαντήσει κανείς θετικά σ’ αυτό το ερώτημα. Άλλωστε στο μείζον θέμα της αλλαγής στο άρθρο 3 του Συντάγματος που ορίζει τον κυρίαρχο ρόλο της Εκκλησίας («επικρατούσα θρησκεία» κ.λπ.) τίποτα ουσιαστικά δεν αλλάζει. Βεβαίως υπάρχει η πρόταση για την προσθήκη της «θρησκευτική ουδετερότητα του Κράτους», αλλά είναι  μια «άχρωμη» και επιδεχόμενη πολλές ερμηνείες διατύπωση που δεν αλλάζει την ουσία (αφού  προηγουμένως η κυβέρνηση ξέχασε την παλιά της θέση για πλήρη και ουσιαστικό διαχωρισμό Κράτους και Εκκλησίας). Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι ούτε κι αυτή η διατύπωση είναι σίγουρο ότι  θα περάσει αφού ψηφίστηκε μόνο από 156 βουλευτές και στην επόμενη Βουλή θα είναι εύκολο να απορριφθεί είτε γιατί θα χρειάζεται αυξημένη πλειοψηφία (αν είναι μπροστά ο ΣΥΡΙΖΑ) είτε γιατί θα είναι «καμένη» από την αρχή  λόγω της αντίθεσης της ΝΔ που όλα τα δημοσκοπικά ευρήματα δείχνουν πως θα είναι η επόμενη κυβέρνηση. Και οι μητροπολίτες κατ’ εξοχήν πολιτικά όντα (κι ας το εξορκίζουν οι ίδιοι) γνωρίζουν πολύ καλά πότε θα τραβήξουν τα πράγμα στα άκρα και πότε θα αφήσουν τους πολιτικούς να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά μπροστά στο φόβο μιας ανοιχτής σύγκρουσης με την Εκκλησία.

Μια «μάχη» με  νικητή εκ των προτέρων γνωστό

Και η ιστορική πείρα δείχνει πως ακόμη και αν οξυνθούν τα πράγματα, σε όλες τις περιπτώσεις συγκρούσεων Πολιτείας και Εκκλησίας κερδισμένη έβγαινε η Εκκλησία με μόνη εξαίρεση την υπόθεση των ταυτοτήτων επί κυβέρνησης Σημίτη. Όπως στο ποδόσφαιρο ισχύει αυτό που λένε οι φίλαθλοι, πως όταν παίζει η Γερμανία με μια άλλη ομάδα κερδίζει πάντα η Γερμανία έτσι και στο «παιχνίδι» των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας κερδίζουν πάντα οι μητροπολίτες.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για όσα αναφέρουμε παραπάνω ήταν και η σύγκρουση της Εκκλησίας με την κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου τη διετία 1987-1988. Μια σύγκρουση που έληξε με μια κατά κράτος νίκη της Εκκλησίας. Τότε που ο υπουργός Παιδείας Αντώνης Τρίτσης ως άλλη Ιφιγένεια θυσιάστηκε στο βωμό του συμβιβασμού του Ανδρέα Παπανδρέου με τον τότε αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ (Τη θυμηθήκαμε αυτή την ιστορία γιατί πριν από 32 χρόνια στις 12 Μαρτίου  1987 κατατέθηκε στη Βουλή ο νόμος Τρίτση που άναψε τη μεγάλη φωτιά στις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας, προκάλεσε μια κρίση που κράτησε δύο χρόνια και έληξε με καθαρή νίκη των μητροπολιτών).

Κι αν θέλουμε να  ‘ρθούμε πιο κοντά ας θυμηθούμε και την απομάκρυνση του Νίκου Φίλη από την κυβέρνηση για το θέμα των Θρησκευτικών.

Αξίζει λοιπόν να θυμηθούμε αυτή τη σύγκρουση του 1987-1988 που είναι άκρως διδακτική.

Λίγους μήνες μετά τη δεύτερη εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές της 2ας Ιουνίου, ο τότε υπουργός Παιδείας Απόστολος Κακλαμάνης καταθέτει στη Βουλή  ( 14.10.1985), νομοσχέδιο  για τη «ρύθμιση θεμάτων μοναστηριακής περιουσίας». Οι διατάξεις  του νομοσχεδίου συζητήθηκαν στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος (18,19,20 Νοεμβρίου), η οποία αποφάσισε να στείλει υπόμνημα στον πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέoυ, με το οποίο, διαμαρτυρόταν «δια την ενέργειαν της κυβερνήσεως να προσέλθη εν αγνοία αυτής εις την σύνταξιν και κατάθεσιν του εν λόγω νομοσχεδίου, διότι κάτω από την μονομερή αυτήν πράξιν διαβλέπει τον κίνδυνον προστριβών μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, πράγμα το οποίον απεύχεται , αλλά και αποκρούει». Η Ιεραρχία ανέφερε ακόμη ότι είναι έτοιμη για διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση και πρόσθετε πως «δεν εννοεί , εν τούτοις, περιττόν να δηλώση ενταύθα ότι εις το πλαίσιον μιας ετεροβαρούς συμφωνίας θα εδέχετο η Εκκλησία να μεταβιβάση εις το Κράτος την δασικήν και αγροτικήν μοναστηριακήν περιουσίαν, λαμβάνουσα όμως αναταλλάγματα άλλης μορφής, ικανά να της εξασφαλίσουν ελευθερίαν και αξιοπρεπή ζωήν και δραστηριότητα».

Στις 13 Ιανουαρίου 1986, ο αρχιεπίσκοπος επισκέπτεται τον πρωθυπουργό στο Καστρί. Συζητούν το θέμα και στις 22 Φεβρουαρίου ο Ανδρέας Παπανδρέου παραλαμβάνει υπόμνημα, με το οποίο η Εκκλησία δηλώνει έτοιμη να παραχωρήσει τα 4/5 της δασικής και μοναστηριακής περιουσίας που διαχειριζόταν ο Οργανισμός Διαχείρισης Εκκλησιαστικής Περιουσίας-ΟΔΕΠ ( η λεγόμενη ρευστοποιητέα), καθώς και τα 4/5 των εκτάσεων των μονών που ανήκαν σε αυτές, με ανταλλάγματα την εξασφάλιση της κυριότητας των εκτάσεων που θα παρέμεναν στην Εκκλησία, την κατάργηση της εισφοράς του 35% των ναών κ.λπ. Ειδικότερα για τις εκτάσεις μεγάλης αξίας της Αττικής  (π.χ. Βουλιαγμένη) προτεινόταν η «ανάπτυξή τους εν συνεργασία Εκκλησίας και Πολιτείας».

Η πρόταση για σύμφωνο διάρκειας 100 ετών

Στις θέσεις της Εκκλησίας απαντά εννέα μήνες μετά, τον Αύγουστο του 1986, ο νέος υπουργός Παιδείας Αντώνης Τρίτσης, προτείνοντας δύο εναλλακτικές λύσεις:

-Με την πρώτη προβλεπόταν η υπογραφή συμφώνου 100 ετών για την ανάπτυξη της εκκλησιαστικής περιουσίας και η αξιοποίησή της από τους αγροτικούς συνεταιρισμούς, που θα παρέδιδαν το 10% από τις εισπράξεις στην Εκκλησία και το 5% στην Πολιτεία, ενώ για τις αστικές εκτάσεις ( τα λεγόμενα και «φιλέτα») πρότεινε τη δημιουργία ειδικού φορέα.

-Με τη δεύτερη λύση η Εκκλησία θα παραχωρούσε στην Πολιτεία τη  μη αστική περιουσία της με ορισμένα ανταλλάγματα.

Ακολούθησαν αλλεπάλληλες επαφές της τετραμελούς επιτροπής μητροπολιτών που είχε ορίσει η Ιεραρχία (ο νυν αρχιεπίσκοπος και τότε μητροπολίτης Θηβών Ιερώνυμος, ο τότε μητρoπολίτης Δημητριάδος και μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, ο νυν μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Άνθιμος τότε μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως και ο τότε μητροπολίτης Τρίκκης Αλέξιος) με τον υπουργό Παιδείας, οι οποίες, όμως,   κατέληξαν σε αδιέξοδο.

Όλο αυτό το διάστημα ο πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου και ο αρχιεπίσκοπος φροντίζουν  να κρατηθούν μακριά από τις καθημερινές συγκρούσεις. Έτσι αποφεύγουν την «φθορά» και παραμένουν ως ένα είδος « Αρείου Πάγου» που θα μπορούσε να δώσει τη λύση σε περίπτωση εμπλοκής.

Ο Χριστόδουλος και ο Αντώνης Τρίτσης, πρωταγωνιστές της σύγκρουσης, στην τηλεοπτική αντιπαράθεσή τους στην ΕΡΤ , στις 23 Μαρτίου 1987.


Τον Φεβρουάριο του 1987, γίνεται η τελευταία συνάντηση της επιτροπής των μητροπολιτών με τον Αντώνη Τρίτση, ο οποίος δηλώνει πως η Πολιτεία είναι αποφασισμένη να προχωρήσει στη λύση του προβλήματος ακόμη και μονομερώς. Στο μεταξύ πολλές οργανώσεις του κυβερνώντος κόμματος και τα κόμματα της Αριστεράς  ζητούν να λυθεί παράλληλα και το ζήτημα της συμμετοχής του λαικού στοιχείου στη διοίκηση  της Εκκλησίας. Έτσι το νομοσχέδιο που κατατίθεται στη Βουλή στις 12 Μαρτίου, περιλαμβάνει και διατάξεις για τη συμμετοχή λαικών στα μητροπολιτικά και εκκλησιαστικά συμβούλια. Ως περιουσία των μοναστηριών αναγνωρίζονταν μόνο όσα είχαν τίτλους που είχαν μεταγραφεί στα Υποθηκοφυλακεία.

Τους «έκαιγε» η λαική συμμετοχή

Η αντίδραση της Ιεραρχίας είναι έντονη. Το θέμα της περιουσίας περνάει σε δεύτερη μοίρα και τα πυρά των μητροπολιτών δέχονται κυρίως οι διατάξεις για τα μητροπολιτικά και εκκλησιαστικά συμβούλια. Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος επιστρέφει το νομοσχέδιο «με την υπόδειξη να επέλθουν ουσιώδεις τροποποιήσει, επειδή πολλές επίμαχες διατάξεις αντίκεινται στο ισχύον Σύνταγμα και καταλύουν  κατάφωρα τα αυτοδιοίκητο της Εκκλησίας της Ελλάδος». Οξύτατη είναι και η αντίδραση της Νέας Δημοκρατίας. Ο τότε πρόεδρος της Κωνσταντίνος Μητσοτάκης δηλώνει πως «ούτε ο Μωάμεθ ο Πορθητής ή άλλος σουλτάνος στη διάρκεια της μακραίωνης δουλείας του γένους διανοήθηκαν ποτέ να υποδουλώσουν την Ορθόδοξη Εκκλησία, οικονομικά και διοικητικά , με τον τρόπο που το επιχειρεί η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ».

Η Ιεραρχία καλεί σε συλλαλητήρια

Όμως ο Τρίτσης εμφανίζεται αμετακίνητος στις θέσεις του , ενώ ο πρωθυπουργός δεν απαντά στο αίτημα των μητροπολιτών για συνάντηση μαζί του. Η Ιεραρχία αντιδρά στις 19 Μαρτίου, με εξαγγελία συλλαλητηρίων σε όλη τη χώρα και απευθύνει εκκλήσεις για συμπαράσταση σε όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, τον ΟΗΕ, το Βατικανό και το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών. Οι μητροπολίτες απέχουν επίσης και από τις δοξολογίες και παρελάσεις για την εθνική επέτειο της 25ης Μαρτίου.

Παράλληλα οι μητροπολίτες προχωρούν σε μια κίνηση αντιπερισπασμού, διακηρύσσοντας ότι «διανέμει  η ίδια σε αποδεδειγμένως ακτήμονες , απόρους, αγρότες και πολυτέκνους μέρος της μοναστηριακής περιουσίας, εξασφαλιζομένης απλώς της επιβιώσεως των ιερών μονών».

Στις 22 Μαρτίου γίνονται μικροεπεισόδια σε κάποιους ναούς στη διάρκεια της ανάγνωσης της εγκυκλίου της Ιεραρχίας για το θέμα του νομοσχεδίου του Τρίτση. Τρεις μέρες αργότερα, ένας μόνο ιερέας χοροστατεί στην επίσημη δοξολογία στη μητρόπολη των Αθηνών παρουσία του προέδρου της Δημοκρατίας Χρήστου Σαρτζετάκη και του πρωθυπουργού, ενώ ο αρχιεπίσκοπος και τα μέλη της Ιεραρχίας λειτουργούν στην εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα Αχαρνών.

 

Πλήθη πιστών ανεβαίνουν την οδό Αγίου Κωνσταντίνου κατευθυνόμενοι στο Σύνταγμα στο συλλαλητήριο της 1ης  Απριλίου 1987.

Την 1η Απριλίου γίνεται ένα μεγάλο συλλαλητήριο στο Σύνταγμα με κεντρικό σύνθημα «Κάτω τα χέρια από την Εκκλησία». Εκεί (μετά από μια σύντομη προσφώνηση του αρχιεπισκόπου) κεντρικός ομιλητής είναι ο μητροπολίτης Δημητριάδος Χριστόδουλος που χρησιμοποίησε πολύ σκληρές εκφράσεις για την κυβέρνηση. Ήταν η πρώτη ( σε πανελλαδικό επίπεδο) εμφάνιση του Χριστόδουλου που μετά από 11 χρόνια θα ανέβαινε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο των Αθηνών. 

Μία μέρα μετά ο «νόμος Τρίτση» (1700/1987) , όπως έμεινε στην Ιστορία, ψηφίζεται στη Βουλή από τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, του ΚΚΕ και του ΚΚΕεσωτ., ενώ οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας αποχώρησαν λίγο πριν αρχίσει η ψηφοφορία.

Στο νόμο περιλήφθηκαν συμβιβαστικές τροπολογίες, τις οποίες κατάθεσε την τελευταία στιγμή ο υπουργός Παιδείας, για τα δικαιώματα των μητροπολιτών στη συγκρότηση των μητροπολιτικών και εκκλησιαστικών συμβουλίων, που χαρακτηρίστηκαν από την Ιεραρχία, «προπέτασμα καπνού» και «εμπαιγμός».

Οι μητροπολίτες , σκληραίνοντας τη στάση τους απείλησαν ακόμη και με άρση του Αυτοκέφαλου της Εκκλησίας της Ελλάδος και υπαγωγή της και πάλι στο Φανάρι. Επίσης δήλωσαν πως δεν πρόκειται να εφαρμόσουν τα διατάγματα που θα έπρεπε να εκδοθούν για την εφαρμογή του νόμου και κάλεσαν την κυβέρνηση σε νέες συνομιλίες από «μηδενική βάση».

Η εξ Αμερικής παρέμβαση

Όμως όσο περνούσε ο καιρός η ένταση άρχισε να υποχωρεί. Ξεκίνησαν μάλιστα και οι πρώτες «διακριτικές» επαφές για την εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης. Εδώ έπαιξε καθοριστικό ρόλο η «αμερικανική βοήθεια» στο πρόσωπο του αρχιεπισκόπου Αμερικής Ιακώβου. Ο Ιάκωβος, μετά από συνεννόηση και με το Φανάρι, φτάνει στην Αθήνα στις 9 Ιουνίου και σε όλες τις συζητήσεις που είχε με τον πρωθυπουργό, τον υπουργό Εξωτερικών Κάρολο Παπούλια και τον πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, εξετάζεται και το θέμα της κρίσης στις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας. Παρά τις επίσημες διαψεύσεις , όλοι γνωρίζουν πως ο Ιάκωβος είχε αναλάβει και στο θέμα αυτό ρόλο μεσολαβητή.

 

Ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ιάκωβος.

Οι συζητήσεις προχωρούν παρά τις φραστικές αντιπαραθέσεις και τις προσφυγές μητροπολιτών στο Συμβούλιο της Επικρατείας, με τις οποίες ζητούσαν να κηρυχτούν αντισυνταγματικός ο νόμος 1700/87 και η απόφαση του υπουργού Παιδείας να διορίσει τα μέλη του νέου Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΔΕΠ. Τα πυρά της Ιεραρχίας αρχίζουν σιγά σιγά να επικεντρώνονται στον υπουργό Παιδείας, αφήνοντας στο απυρόβλητο τον πρωθυπουργό, ο οποίος καλείται να δώσει λύση στο πρόβλημα. Ο Αντώνης Τρίτσης αποτελεί και την αιτία για τη μη πραγματοποίηση μέσα στον Αύγουστο, δύο συναντήσεων του Παπανδρέου με τον Σεραφείμ. Ο αρχιεπίσκοπος αρνείται να συζητήσει παρουσία του αρμόδιου υπουργού Παιδείας.

Τελικά η συνάντηση πραγματοποιείται στις 17 Σεπτεμβρίου. Αρχικά συζητούν μόνοι τους ο αρχιεπίσκοπος και ο πρωθυπουργός και στη συνέχεια φωνάζουν και τον υπουργό Παιδείας. Αποφασίζεται η σύσταση οκταμελούς επιτροπής για τη «ρύθμιση θεμάτων του ευρύτερου φάσματος των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας».

Η πορεία προς την «συνδιαλλαγή» δεν παρεμποδίζεται ούτε και από την απόφαση της Ιεραρχίας να επιβάλει «επιτίμιο», με το οποίο απαγορεύεται η μετάληψη στα εφτά μέλη της Διοίκησης του ΟΔΕΠ που είχαν διοριστεί από τον υπουργό Παιδείας. Το «επιτίμιο» που αφορούσε στον πρόεδρο Γ. Ανωμερίτη, τον αντιπρόεδρο Κ. Σοφούλη και στα μέλη παπα Γιώργη Πυρουνάκη, Κ. Γεωργουσάκο, Ν. Ζαχαρόπουλο, Φ. Παναγιωτόπουλο και Β. Τσάκωνα ήρθη τελικά λίγο πριν από το Πάσχα του 1988.

«Αντώνη έγραψες Ιστορία»

Οι συζητήσεις καταλήγουν σε μια κατ’ αρχήν συμφωνία και στις 3 Νοεμβρίου ο πρωθυπουργός και ο αρχιεπίσκοπος  υπογράφουν στο Καστρί το προσχέδιο συμφωνίας για τη μοναστική περιουσία, χωρίς την παρουσία του υπουργού Παιδείας. Ο Τρίτσης και άλλα στελέχη του ΠΑΣΟΚ αντιδρούν στο συμβιβασμό. Μάλιστα στις 7 Φεβρουαρίου 1988 δημοσιεύεται στο «Βήμα» η ριζοσπαστική πρόταση στελεχών του υπουργείου Παιδείας  προς την Επιτροπή για τη ρύθμιση των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας που αποβλέπει στην «κατάργηση της δεσποτοκρατίας» και την «καθιέρωση δημοκρατικού καθεστώτος στην Εκκλησία. Την επομένη ο πρωθυπουργός, ύστερα από συνεννόηση με τον αρχιεπίσκοπο δηλώνει ότι «η κυβέρνηση δεν υιοθετεί τις προτάσεις, τις οποίες απέστειλε στη μικτή Επιτροπή Εκκλησίας –Πολιτείας μια Επιτροπή του υπουργείου Παιδείας» και σπεύδει να υπογραμμίσει την αλλαγή του κλίματος, λέγοντας πως «με τον αρχιεπίσκοπο, που τυχαίνει να είναι και προσωπικός μου φίλος, είχαμε μια συζήτηση πάνω στα θέματα που αφορούν τις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας , στην οποία διαπιστώσαμε σύμπνοια» (σας θυμίζουν τίποτα αυτές οι εκφράσεις φιλίας σε σχέση με όσα διαδραματίζονται στις μέρες μας για τα θέματα της Πολιτείας και της Εκκλησίας;).

Η τύχη του Αντώνη Τρίτση έχει πλέον προδιαγραφεί. Στις 13 Φεβρουαρίου, υπέβαλε την πρώτη παραίτηση. Μαζεύει μάλιστα και τα προσωπικά του χαρτιά από το γραφείο του, αλλά την επομένη την ανακαλεί, ύστερα από συνάντησή του με τον πρωθυπουργό.

Πέντε μέρες μετά, στις 18 Φεβρουαρίου γίνεται νέα συνάντηση του Α. Παπανδρέου με τον Σεραφείμ στο Καστρί. Συμμετέχουν οι νομικοί σύμβουλοι του πρωθυπουργού Γ. Κασιμάτης και του αρχιεπισκόπου Γ. Λιλαίος. Απών, για μια ακόμη φορά, ο υπουργός Παιδείας. Και στις 29 Φεβρουαρίου ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Γ. Πέτσος , ως εκπρόσωπος της κυβέρνησης, ο αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ με τους μητροπολίτες Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμο και Κοζάνης Διονύσιο, ως εκπρόσωποι της Εκκλησίας, υπογράφουν στο Καστρί τη συμβολαιογραφική πράξη για την παραχώρηση της περιουσίας.

Για τον Τρίτση δεν υπάρχουν πια περιθώρια παραμονής στην κυβέρνηση. Εξαναγκάζεται σε παραίτηση στις 9 Μαίου 1988. Ουσιαστικά εκδιώκεται. Και η εκδίωξή του συνοδεύεται από την περίφημη φράση του Ανδρέα Παπανδρέου: «Αντώνη έγραψες Ιστορία».

 

Φωτογραφία στον κήπο στο Καστρί μετά την εκδίωξη του Τρίτση. Ο νομικός σύμβουλος του πρωθυπουργού Γιώργος Κασιμάτης, ο Γιώργος Παπανδρέου, υπουργός Παιδείας πια, ο αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ και ο Ανδρέας Παπανδρέου.

 Για λίγες μέρες κι έτσι για τα μάτια του κόσμου το υπουργείο ανέλαβε ο Απόστολος Κακλαμάνης (από τις 9 Μαίου έως τις 22 Ιουνίου) για να ακολουθήσει η ανάθεση του υπουργείου στον πρωθυπουργικό υιό,  τον  Γιώργο Παπανδρέου.

Οι «νικητές» και οι «ηττημένοι»

«Δεν υπάρχουν ούτε νικητές ούτε ηττημένοι» δήλωνε ο μητροπολίτης (νυν Θεσσαλονίκης) Άνθιμος μετά τη συνάντηση του πρωθυπουργού με τον αρχιεπίσκοπο στην οποία οριστικοποιήθηκε το προσύμφωνο για τη μοναστηριακή περιουσία. Από μια άποψη ο μητροπολίτης , που ήταν ένας από τους αρχιτέκτονες της λύσης που δόθηκε, είχε δίκιο. Η Εκκλησία διατήρησε το μεγαλύτερο μέρος αυτών που (προς στιγμήν) κινδύνευσε να χάσει, ενώ η Πολιτεία κράτησε, έστω και αποδυναμωμένο, το νόμο 1700/87.

Όμως η προσεκτική ανάγνωση των δηλώσεων αβροφροσύνης που συνήθως ανταλλάσσονται όταν δύο αντίπαλες πλευρές καταλήγουν σε συμφωνία και κυρίως όσα έγιναν ( ή δεν έγιναν) μετά, αποδεικνύει ότι σε αυτή τη μάχη υπήρξαν και «νικητές» και «ηττημένοι».

Η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να προχωρήσει στην ψήφιση διατάξεων που ουσιαστικά αναιρούσαν τη δυνατότητα λαικής συμμετοχής στα μητροπολιτικά και εκκλησιαστικά συμβούλια. Ακόμη έμειναν έξω από τη συμφωνία τα μεγάλης αξίας αστικά ακίνητα της Εκκλησίας.

Όσο για τη μοναστηριακή περιουσία, η τύχη της εκκρεμεί ακόμη και σήμερα.

Η απόφαση του Ευρωπαικού Δικαστηρίου

Τη σύμβαση υπέγραψαν 149 μοναστήρια. Κανένα όμως από αυτά δεν ήταν μεγάλο. Οκτώ μονές με τεράστια περιουσία (όπως η μονή Πετράκη) προσέφυγαν στην  Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης που παρέπεμψε την υπόθεση στο Ευρωπαικό Δικαστήριο, το οποίο με τη σειρά του έκρινε ότι ο επίμαχος νόμος παραβιάζει το Πρωτόκολλο και το Κοινοτικό Δίκαιο και το ελληνικό κράτος πρέπει να αποζημιώσει τις θιγόμενες μονές. Έτσι ο νόμος έγινε ανεφάρμοστος…

 

(Επισκέψεις: 1.200 φορές, όπου 1 ημερήσιες)

Σχετικά Άρθρα

Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend