Ιστορία

«Εποικοδομητική» Μακρονησιώτικη αλληλεγγύη

Μια ιστορία από τον Λάζαρο Κυρίτση, για την αλληλεγγύη που γεννήθηκε και σφυρηλατήθηκε στα μαύρα χρόνια του κολαστήριου της Μακρονήσου ανάμεσα στους βασανισμένους κρατούμενους και κρατήθηκε δυνατή σ’ όλα τα κατοπινά χρόνια.

Ηταν μια από κείνες τις Παρασκευές που ο Αντιπρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Κρατουμένων Μακρονήσου (ΠΕΚΑΜ), ο Λάζαρος Κυρίτσης, οργανώνει με τους φίλους του και τους συναγωνιστές του, όμορφες βραδιές, στο σπίτι του, στου Ζωγράφου. Ανάμεσα σε ένα ποτήρι κρασί και δυο μεζέδες, κάποιος απαγγέλει ένα – δυο ποιήματα,  η παρέα τραγουδάει δημοτικά, παλιά λαϊκά τραγούδια και αντάρτικα. Κι ύστερα οι αναμνήσεις πλημμυρίζουν τον φιλόξενο χώρο. Ιστορίες από τα χρόνια του αγώνα, τα χρόνια της εξορίας, τις διώξεις, τη χούντα, αρχίζουν να ξαναζούν μέσα από διηγήσεις.

Ο Λάζαρος Κυρίτσης, Αντιπρόεδρος της ΠΕΚΑΜ

– Α, να μια παρένθεση, άρχισε να θυμάται ο 99χρονος Μακρονησιώτης με το κοφτερό μυαλό και τον καθαρό λόγο. Μια παρένθεση που έχει να κάνει με τις ανθρώπινες σχέσεις και τους δεσμούς που σφυρηλατήθηκαν ανάμεσα στους κρατούμενους εξόριστους και πάνω απ’ όλα η συντροφικότητα, η αγάπη και η αλληλεγγύη. Τούτες οι σχέσεις ανάμεσα στους Μακρονησιώτες κρατούν ακόμα και πέρασαν στα παιδιά τους και στα εγγόνια τους, σαν να κληρονομούνται από γενιά σε γενιά…

Τέλος του 1949, ο εμφύλιος τέλειωσε, ο Δημοκρατικός Στρατός είχε νικηθεί στο πεδίο της μάχης από τους Αγγλοαμερικάνους και τους ντόπιους συνεργάτες τους. Ένα βαθύ σκοτάδι σκέπασε τη χώρα. Στη Μακρόνησο άρχισε σιγά-σιγά το ξήλωμα του Τρίτου Τάγματος. Σκαπανείς στρατιώτες μεταφέρθηκαν στον Αη Στράτη και άλλοι οπλίστηκαν με σκαπάνες και φτυάρια για να ανοίξουν καινούργιους δρόμου ή να φτιάξουν τους χαλασμένους δρόμους της πατρίδας μας. Σε μια τέτοια μονάδα Σκαπανέων μεταφέρθηκα και εγώ από τη Μακρόνησο στα Τρίκαλα και από κει στο Μουζάκι Τρικάλων για τη διάνοιξη του δρόμου., και από κει ως την Αρτα. Σε δυο-τρεις μήνες φτάσαμε δουλεύοντας στη Δρακότρυπα Αγράφων, από όπου πήρα, το καλοκαίρι του 1950, το απολυτήριό μου και εγκαταστάθηκα στην Αθήνα για να συνεχίσω τις σπουδές μου, τις οποίες είχα διακόψει περίπου μια δεκαετία. Ημουν στον τελευταίο χρόνο της Νομικής.

Τον ίδιο καιρό απολύθηκε και ο Τάσος Δήμου. Έπιασε δουλειά ως δημοσιογράφος και παράλληλα άρχισε να γράφει το βιβλίο του «Φλογισμένα Χρόνια», ένα μυθιστόρημα σχετικό με τα μακρονησιώτικα βασανιστήρια, που εκδόθηκε το 1963.

Πριν ακόμα μεταφερθεί στη Μακρόνησο, είχε γνωριστεί με μια κοπέλα. Ο Τάσος την αγαπούσε και πολλές φορές στο Μακρονήσι μας μιλούσε γι’ αυτήν. Για την Άννα, την Αννούλα όπως την έλεγε χαϊδευτικά. Κόρη ενός συνδικαλιστή τσαγκάρη που δούλευε σε ένα τσαγκαράδικο στου Ψυρρή, δεν της έλειπε ποτέ το γεμάτο καλοσύνη χαμόγελο.

Λίγο καιρό μετά τη Μακρόνησο, ο Τάσος και η Αννούλα παντρεύτηκαν. Ηταν ένα ταιριαστό ζευγάρι που το καμαρώναμε όλοι. Η Αννούλα είχε ένα οικόπεδο στον Κορυδαλλό, από τον πατέρα της. Ο Τάσος, όταν συναντιόμαστε, έλεγε συνέχεια με παράπονο: «Τα μετράμε από δω τα μετράμε από κει και δε βγαίνουν. Πρέπει να περάσουν λίγα χρονάκια για να μπορέσουμε και μείς ν’ αποκτήσουμε κεραμίδι να βάλουμε το κεφαλάκι μας μέσα».

Ήταν όμως δυνατό οι Μακρονησιώτες ν’ αφήσουν τον Τάσο και την Αννούλα να περιμένουν χρόνια για να αποκτήσουν ένα κεραμίδι;

Η σάλπιγγα χτύπησε προσκλητήριο στους Μακρονησιώτες, Η απόφαση πάρθηκε στο άψε σβήσε. Θα το χτίσουμε εμείς το σπίτι του Τάσου και της Αννούλα. Καλοκαίρι ήταν. Καλός ο καιρός. Ορίστηκαν δυο Κυριακές δουλειάς για το χτίσιμο.

Η πρώτη Κυριακή, με την Ανατολή του ηλίου βρεθήκαμε όλοι στο οικόπεδο της Αννούλας και του Τάσου στον Κορυδαλλό και ριχτήκαμε στη δουλειά. Στο προσκλητήριο ξεπερνούσαμε τους εβδομήντα. Εργάτες, οικοδόμοι, μηχανικοί, γιατροί, δάσκαλοι, καθηγητές, δικηγόροι, όλοι με μια πείρα στις οικοδομικές δουλειές, που την αποχτήσαμε στο κολασμένο Μακρονήσι. Τα σύνεργά μας κοντά μας. Σκαπάνες, γκασμάδες, φτυάρια, τσοκάνια (σ.σ. οικοδομικά σφυριά), μυστριά και καρότσια για τη μεταφορά από κάποια μάντρα οικοδομικών υλικών, που ήταν εκεί κοντά, τσιμέντου, σιδερικών, άμμου, τσιμεντόλιθων κλπ.

Το γενικό πρόσταγμα και την επίβλεψη την είχαν οι μηχανικοί. Όμως Αυτή τους η ιδιότητα δεν τους απάλλασσε από τη χειρονακτική δουλειά. Το φτυάρι και το μυστρί το δούλευαν κι αυτοί όπως οι άλλοι. Όλοι δουλεύαμε χωρίς σταματημό.

Η Αννούλα συνέχεια καθάριζε πατάτες για το μεσημεριανό μας φαγητό. Τέσσερις – πέντε λαμαρίνες γεμάτες με πατάτες, πασπαλισμένες με αλάτι και ρίγανη, ένα – δυο λεμόνια στημένα και με μερικές σταγόνες λαδιού πήραν το δρόμο τους για το φούρνο της γειτονιάς.

Δίπλα στο γιαπί, στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, στρώθηκαν τα «τραπέζια», με εφημερίδες. Ολοστρόγγυλοι κύκλοι, τέσσερις – πέντε, και γύρω στον κάθε κύκλο – οκλαδόν – η εργατιά. Πάνω στον εφημεριδένιο σοφρά σκορπίστηκαν οχτώ με δέκα φρατζόλες ψωμί, καλοπλυμένες ντομάτες, λίγα πιρούνια, ένα μεγάλο κομμάτι τυρί φέτα και λίγα ποτήρια – ανά δυο-τρία άτομα ένα ποτήρι – και στη μέση η λαμαρίνα με τις καλοψημένες πατάτες. Ο Τάσος και η Αννούλα όρθιοι περιφέρονταν από τραπέζι σε τραπέζι, έτρωγαν, προβάλλοντας και οι δυο, με το πλατύ τους χαμόγελο, τη χαρά και τη συγκίνησή τους γι’ αυτό που γινόταν.  Πολλοί από τους τραπεζωμένους, τρώγοντας από τη λαμαρίνα πατάτες, έλεγαν στον διπλανό τους: «Μωρέ τέτοιες νόστιμες πατάτες δεν έχουμε ξαναφάει. Σα να είναι ψημένες με κρέας… Ο ψήστης που τις έψηνε στον φούρνο θα είναι δικός μας και τις εμπλούτισε με τον τρόπο του…»

Το φαγοπότι αυτό κράτησε μια ώρα περίπου και ξαναστρωθήκαμε στη δουλειά ως αργά το απόγευμα. Δεν μπορέσαμε να το ολοκληρώσουμε με τη δουλειά μιας μέρας. Μας χρειαζόταν ακόμα μια μέρα δουλειάς για να το τελειώσουμε. Ετσι ορίσαμε το ραντεβού μας για την άλλη Κυριακή. Ο Τάσος και η Αννούλα θα φρόντιζαν για την προμήθεια ορισμένων υλικών που χρειάζονταν για τη συνέχιση. Κάσσες για τα παράθυρα και τις πόρτες κλπ. Πριν ακόμα βγει ο ήλιος της επόμενης Κυριακής αρχίσαμε τη δουλειά οι ίδιοι άνθρωποι με ελάχιστες απουσίες. Και συνεχίστηκε η δουλειά και το μεσημεριανό φαγητό όπως και την πρώτη Κυριακή. Δουλειά από ήλιο σε ήλιο.

Το σπίτι του Τάσου και της Αννούλας ήταν έτοιμο. Και η αγάπη και η αλληλεγγύη που αναπτύχτηκε ανάμεσα στους κρατούμενους Μακρονησιώτες αποδείχτηκε εποικοδομητική!

Το τελείως απομονωμένο Γ΄ Τάγμα Σκαπανέων (Γ.Ε.Τ.Ο.: Γ’ Ειδικό Τάγμα Οπλιτών), που ονομαζόταν και «Γαλάζιο Τάγμα», στην Μακρόνησο.

Πως έκοψα το κάπνισμα…

 Κάποιος από την παρέα εκείνης της Παρασκευής παραπονέθηκε για τον αγώνα που κάνει να κόψει το κάπνισμα. Κάποιος άλλος άρπαξε την ευκαιρία και ρώτησε: «Λάζαρε εσύ δεν κάπνισες ποτέ;» Άλλο που δεν ήθελε ο Λάζαρος και ξεκίνησε…

 –  Στο τέλος του ’41, για λόγους επιβίωσης πια, μαζί με τον αδελφό μου, τον Παντελή, φύγαμε από την Αθήνα και πήγαμε στο χωριό μας, στη Βάλτιστα, σήμερα λέγεται Χαραυγή, στα Γιάννενα. Με τα πόδια φτάσαμε μέχρι την Άρτα και από κει με ένα γκαζοζέν, ένα αυτοκίνητο της εποχής που κινούταν με κάρβουνο, ήρθαμε στα Γιάννενα και με λεωφορείο που πέρναγε κοντά, φτάσαμε στη Χαραυγή.    

Στο χωριό οργανώθηκα, με τον αδελφό μου, στον ΕΛΑΣ. Τότε, παρέα με τους άλλους αντάρτες, άρχισα το κάπνισμα.

Όταν μας κλείσανε στη Μακρόνησο, μας βάλανε σε σκηνές των 12 ατόμων. Κάναμε μια σύσκεψη, οργανώσαμε την κολεκτίβα μας, αποφασίσαμε να μαζεύουμε ότι μας στέλνουν απ’ έξω, χρήματα, γλυκά, τρόφιμα, τσιγάρα κλπ, και τα μοιράζαμε σε ίσα μερίδια, σε όλους, ανεξάρτητα από την συνεισφορά του καθένα. Ορίσαμε και διαχειριστή έναν δάσκαλο, τον Κυριάκο Μεσιτίδη, ο οποίος έκανε τη μοιρασιά.

Ειδικά για το κάπνισμα, αποφασίσαμε ο Κυριάκος, που δεν κάπνιζε, να έχει την αποθήκη και να μοιράζει τα τσιγάρα που μας έδιναν, κάτι ΛΕΡΤΑ, χαμηλής ποιότητας, σε κούτες των 50 σιγαρέτων. Το κάπνισμα άρχιζε στις 9 το πρωί και τελείωνε στις 9 το βράδυ. Σε αυτό το διάστημα, κάθε ολόκληρη ώρα που συμπληρωνόταν, ο δάσκαλος μοίραζε από ένα τσιγάρο. Αν είχαμε δουλειά έξω από τη σκηνή που υπερέβαινε τη μια ώρα μας έδινε τα ανάλογα τσιγάρα.  Αν ενδιάμεσα στο μοίρασμα δεν είχες πάρει το τσιγάρο δεν έπαιρνες άλλο. Επρεπε να περάσει η ώρα για να πάρεις άλλο. Έτσι πέρναγε ο καιρός.

Στις αρχές του 1948,, λίγο πριν τη σφαγή στο ΑΕΤΟ (29 Φλεβάρη – 1η Μάρτη 1948) μαθαίνουμε ότι άρχισαν οι εκτελέσεις των κρατουμένων καταδικασμένων σε θάνατο στο Λαζαρέτο της Κέρκυρας. Μεταξύ αυτών ήταν και ο αδελφός μου ο Παντελής καταδικασμένος σε θάνατο από το στρατοδικείο Ιωαννίνων. Με κυρίευσε η αγωνία, η ανησυχία και η στενοχώρια. Δεν με έπιανε ο ύπνος. Κατά τη μια μετά τα μεσάνυχτα σηκώθηκα και άρχισα να ψάχνω μήπως βρω ένα τσιγάρο, έστω μια γόπα, κάτι. Όπως έψαχνα, ξύπνησε ο διαχειριστής.

– «Λάζαρε τι κάνεις;»

— «Να, ψάχνω μήπως βρω κανένα τσιγάρο».

«Τι θα γίνει με σένα μωρέ Λάζαρε;»

Στεναχωρήθηκα, το εξέλαβα διαφορετικά. Επειδή ήμουν ο μοναδικός από τους 12 στρατιώτες της σκηνής, ο οποίος δεν έπαιρνε ποτέ τίποτα, κανένα δέμα από έξω. Δεν μπορούσε να μου στείλει κανείς  κάποιο δέμα, δυο κουλούρια ας πούμε. Ήμουν ο μόνος στη κολεχτίβα που δεν πρόσφερα τίποτα. Αυτό που μου είπε, το  «τι θα γίνει με σένα», εγώ το κατάλαβα ως «τι θα γίνει με σένα που δεν προσφέρεις τίποτα στη κολεχτίβα, ζητάς τώρα έξω από την απόφαση που έχουμε πάρει για τις ώρες καπνίσματος…»

 — «Όχι», μου λέει, «9 η ώρα το πρωί θα έχεις ένα τσιγάρο, πήγαινε να κοιμηθείς τώρα. Εγώ δεν μπορώ να παραβιάσω μια απόφαση που την έχεις υπογράψει και συ».

Με έπιασε το παράπονο, ένα βουβό κλάμα. Τότε  πήρα την απόφαση και είπα  «τέρμα το κάπνισμα». Για μια αδυναμία. Όχι, τέρμα το κάπνισμα!

Εννέα η ώρα το πρωί ήρθε ο δάσκαλος και μου πρόσφερε:

— «Ορίστε το τσιγάρο σου».

— «Ευχαριστώ, το έκοψα…», του απάντησα και τον ευχαρίστησα για την προσφορά του και την καλή διαχείρισή του. Δεν ξανακάπνισα…

Βέβαια είχα σαν βάρος στη ψυχή μου εκείνες τις σκέψεις. Ο αδελφός μου γλύτωσε την εκτέλεση, απολύθηκα, έπιασα δουλειά, διάβασα, έδωσα εξετάσεις, πήρα το πτυχίο μου, άρχισα να δικηγορώ, έκανα οικογένεια κλπ.

Όταν πήγα στο Μουσείο της ΠΕΚΑΜ, ύστερα από πολλά χρόνια, το 1988 έψαξα να δω αν ο φίλος μου ο δάσκαλος, ο Κυριάκος ο Μεσιτίδης ζει; Βρήκα το τηλέφωνό του στις καταστάσεις της ΠΕΚΑΜ, απάντησε μια γυναίκα: «Είμαι η κόρη του, ο Κυριάκος είναι καλά, μένει ένα μήνα σπίτι μου και ένα μήνα στην αδελφή μου στον Κορυδαλλό. Τώρα αυτό το μήνα είναι στην αδελφή μου». Πήγα το επόμενο Σάββατο το απόγευμα και τον βρήκα. Αγκαλιαστήκαμε, θυμηθήκαμε τα παλιά. Ανάμεσα στα άλλα του είπα:

— Κυριάκο έψαχνα να σε βρω γιατί έχω αυτό το βάρος στη συνείδησή μου. Εκ των υστέρων διαπίστωσα ότι δεν είχα δίκιο να κάνω αυτές τις σκέψεις. Όταν μου είπες «Τι θα γίνει με σένα μωρέ Λάζαρε;» κλπ.

— Βρε Λάζαρε εκεί έτσι όπως ζούσαμε, γίναμε σαν αδέλφια. Δεν σκέφτηκα ποτέ ότι μπορεί να το πάρεις έτσι…

Ξαλάφρωσα. Βρήκα τον φίλο μου τον συναγωνιστή μου, τον Κυριάκο Μεσιτίδη. Του μίλησα για τις άδικες σκέψεις που είχα κάνει και τελικά, από αυτή την ιστορία βγήκα κερδισμένος, έκοψα το κάπνισμα εδώ και 70 ολόκληρα χρόνια.

 

 

 

Η φωτογραφία που συνοδεύει το θέμα είναι ο πίνακας «The Builders», του Jacob Lawrence, 1947

(Visited 41 times, 1 visits today)

Σχετικά Άρθρα

Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend