Την ενοχή όλων των αστυνομικών, όπως κατηγορούνται, για τον βασανισμό του Βασίλειου Μάγγου τόσο μέσα στο περιπολικό, όσο και στο Αστυνομικό Τμήμα, την ενοχή τους επίσης για επικίνδυνη σωματική βλάβη που προέκυψε τόσο από τον βασανισμό του μέσα στο Αστυνομικό Τμήμα, όσο και στο περιπολικό – με εξαίρεση τον συνοδηγό αστυνομικό -, την ενοχή τους για έκθεση του Βασίλειου Μάγγου σε κίνδυνο, καθώς μετά τον βασανισμό τον άφησαν αβοήθητο, χωρίς να τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο, παρά τη σοβαρότητα της κατάστασής του, και την αθώωσή τους για την παράνομη κατακράτηση, καθώς αποτελούσε αρμοδιότητα του αξιωματικού υπηρεσίας, πρότεινε η εισαγγελέας στη δίκη για τον βασανισμό του Βασίλειου Μάγγου από αστυνομικούς.
πηγη: thepressproject
Καταπέλτης ήταν η εισαγγελική πρόταση στη δίκη για τον βασανισμό του Βασίλειου Μάγγου από αστυνομικούς, ο οποίος οδήγησε και στον θάνατό του. Συγκεκριμένα η εισαγγελέας πρότεινε:
Για το αδίκημα των βασανιστηρίων: Την ενοχή όλων των κατηγορουμένων, όπως κατηγορούνται, για τα περιστατικά τόσο μέσα στο αστυνομικό όχημα όσο και στο Αστυνομικό Τμήμα.
Για την επικίνδυνη σωματική βλάβη: Την ενοχή όλων των κατηγορουμένων για τα περιστατικά στο Αστυνομικό Τμήμα. Για το περιστατικό μέσα στο όχημα, πρότεινε την ενοχή των κατηγορουμένων που συμμετείχαν στη συγκεκριμένη πράξη, με εξαίρεση τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος καθόταν στη θέση του συνοδηγού.
Για την έκθεση σε κίνδυνο: Την ενοχή όλων των κατηγορουμένων, καθώς, κατά την εισαγγελέα, όφειλαν να αντιληφθούν τη σοβαρότητα της κατάστασης της υγείας του Μάγγου και να τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο, αντί να τον αφήσουν αβοήθητο.
Για την παράνομη κατακράτηση: Την αθώωση όλων των κατηγορουμένων, καθώς η απόφαση για την αποχώρηση του Μάγγου από το Αστυνομικό Τμήμα ανήκε στην αρμοδιότητα του αξιωματικού υπηρεσίας, ο οποίος ήταν υπεύθυνος να του επιτρέψει να φύγει.
Ειδικά ως προς την έκθεση σε κίνδυνο, η εισαγγελέας υποστήριξε ότι η κατάσταση της υγείας του ήταν εμφανής και ότι οι αστυνομικοί όφειλαν να μεριμνήσουν για την άμεση μεταφορά του σε νοσοκομείο. Κατά την εκτίμησή της, πληρούνται τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος.
Αναφορικά με την παράνομη κατακράτηση, σημείωσε ότι η προσαγωγή του Μάγγου δεν κατέληξε σε σύλληψη. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι ακόμη και αν είχαν προκύψει ενδείξεις για άλλα αδικήματα, όπως απείθεια ή απόπειρα απελευθέρωσης κρατουμένου, οι αστυνομικοί θα όφειλαν και πάλι να τον οδηγήσουν στον εισαγγελέα και να μεριμνήσουν για την υγεία του.
Κατά συνέπεια, η εισαγγελέας ζήτησε την ενοχή των κατηγορουμένων για τα βασανιστήρια και την έκθεση σε κίνδυνο, καθώς και για την επικίνδυνη σωματική βλάβη σύμφωνα με τις επιμέρους πράξεις που απέδωσε στον καθένα, ενώ πρότεινε την αθώωσή τους για την παράνομη κατακράτηση.
«Σενάριο επιστημονικής φαντασίας να προϋπήρχε κάκωση»
Στην αναλυτική αγόρευσή της, η εισαγγελέας στάθηκε στα ιατρικά ευρήματα, τις μαρτυρίες και τις συνθήκες υπό τις οποίες ο Βασίλειος Μάγγος υπέστη τις κακώσεις, υποστηρίζοντας ότι αυτές δεν θα μπορούσαν να είχαν προκληθεί πριν από τα περιστατικά με τους αστυνομικούς. Παράλληλα, εξέτασε το ενδεχόμενο ο τραυματισμός να είχε προκληθεί σε μεταγενέστερο χρόνο, απορρίπτοντας το σενάριο να προϋπήρχαν τα κατάγματα και να επιδεινώθηκαν στη συνέχεια.
«Το να προϋπήρχε η κάκωση, να σηκώθηκε και να χτυπήθηκε, αποτελεί σενάριο επιστημονικής φαντασίας», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι ο τραυματισμός θα έπρεπε να είναι ιδιαίτερα σοβαρός για να δικαιολογεί τα ευρήματα, χωρίς να έχει γίνει αντιληπτός νωρίτερα.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε η εισαγγελέας στα έξι κατάγματα στα πλευρά του Βασίλειου Μάγγου, καθώς και στις επιπτώσεις τους στη σωματική του κατάσταση. Επικαλέστηκε τις ιατρικές γνωματεύσεις και την κατάθεση του γενικού χειρουργού Λύτρα, ο οποίος είχε χαρακτηρίσει τις κακώσεις απόλυτα συμβατές με τα χτυπήματα που δέχθηκε από τους τρεις κατηγορουμένους.
Σύμφωνα με την αγόρευση, ο πόνος από τέτοιου είδους κατάγματα είναι άμεσα αντιληπτός και ιδιαίτερα έντονος. Ο Λύτρας είχε εξηγήσει ότι πρόκειται για τραυματισμό εντελώς διαφορετικού επιπέδου από εκείνον που μπορεί κάποιος να αντιληφθεί μόνο αφού περάσει λίγος χρόνος από το χτύπημα.
«Όχι απλά το νιώθεις, το καταλαβαίνουν και οι γύρω σου», ήταν η χαρακτηριστική αποστροφή που μεταφέρθηκε από την κατάθεσή του.
Η εισαγγελέας αναφέρθηκε επίσης στην ατελεκτασία, δηλαδή στην κατάσταση κατά την οποία τμήμα του πνεύμονα δεν αερίζεται επαρκώς, επισημαίνοντας ότι οι κακώσεις στα πλευρά συνδέονται με πόνο και δυσκολία στην αναπνοή. Όπως υποστήριξε, εάν τα κατάγματα προϋπήρχαν των περιστατικών, θα αναμένονταν διαφορετική κλινική εικόνα και σοβαρότερες επιπτώσεις. Παράλληλα, απέρριψε τον ισχυρισμό ότι τα κατάγματα ήταν μόλις τέσσερα, σημειώνοντας ότι ακόμη και στην ιατροδικαστική έκθεση γινόταν αναφορά σε διαδικασία επούλωσης στην περιοχή από την έβδομη έως τη δωδέκατη πλευρά.
Στην αγόρευσή της έκανε, ακόμη, αναφορά στις τιμές των ηπατικών ενζύμων και στις θλάσεις του ήπατος. Όπως εξήγησε, η υποχώρηση των αυξημένων τιμών έπειτα από λίγες ημέρες συνηγορεί υπέρ της σύνδεσής τους με τις κακώσεις και όχι με κάποια προϋπάρχουσα ηπατική νόσο.
Η εικόνα του Μάγγου πριν και μετά την παραμονή στο Αστυνομικό Τμήμα
Κεντρικό σημείο της αγόρευσης αποτέλεσε η σύγκριση της κατάστασης του Βασίλειου Μάγγου πριν από την επαφή του με τους αστυνομικούς, κατά την παραμονή του στο Αστυνομικό Τμήμα και κατά την έξοδό του από αυτό.
Η εισαγγελέας υποστήριξε ότι η εικόνα του όταν έφτασε στο Αστυνομικό Τμήμα δεν ήταν συμβατή με την ύπαρξη έξι καταγμάτων στα πλευρά. Επικαλέστηκε μαρτυρίες σύμφωνα με τις οποίες υποβλήθηκε σε σωματικό έλεγχο, έβγαλε μόνος του τα παπούτσια του και ανέβηκε και κατέβηκε σκάλες, χωρίς να εμφανίζει εικόνα ανθρώπου που υπέφερε από τόσο σοβαρές κακώσεις.
Κατά την εισαγγελέα, η κατάσταση αυτή δεν θα μπορούσε να συνυπάρχει με την κλινική εικόνα που θα είχε ένας άνθρωπος με έξι κατάγματα στα πλευρά, εάν αυτά είχαν ήδη προκληθεί πριν από την είσοδό του στο Τμήμα.
Αντιθέτως, οι μαρτυρίες για την έξοδό του από το Αστυνομικό Τμήμα περιέγραφαν έναν άνθρωπο σοκαρισμένο και τραυματισμένο, ο οποίος δυσκολευόταν να κινηθεί και πονούσε σε κάθε του βήμα. Η εισαγγελέας αναφέρθηκε σε τέσσερις αυτόπτες μάρτυρες που τον παρέλαβαν έξω από το Τμήμα, καθώς και σε μαρτυρία που τον περιέγραφε σε κατάσταση σοκ, με σάλια να τρέχουν από το στόμα του.
Στο ίδιο πλαίσιο, επικαλέστηκε την περιγραφή της εξόδου του, όταν φέρεται να καθόταν γονυπετής και να παραπατούσε. Όπως ανέφερε, η εικόνα αυτή συμφωνεί με όσα είχε περιγράψει ο ίδιος σε δημόσια ανάρτησή του, αλλά και με τις αναφορές άλλων μαρτύρων.
Επικαλούμενη εκ νέου τον Λύτρα, η εισαγγελέας σημείωσε ότι ένας άνθρωπος με έξι κατάγματα στα πλευρά δεν μπορεί να σηκωθεί εύκολα από την ξαπλωτή στην όρθια θέση. Ακόμη κι αν αναγκαστεί να περπατήσει, θα το κάνει με δυσκολία και πόνο.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στο γεγονός ότι δεν ακούστηκαν κραυγές κατά τη διάρκεια των περιστατικών στο Αστυνομικό Τμήμα, σημειώνοντας ότι η πόρτα της Υποδιεύθυνσης Ασφαλείας κλείνει με κωδικό, στοιχείο που, κατά την εκτίμησή της, μπορεί να εξηγήσει γιατί δεν έγιναν αντιληπτοί ήχοι από τον χώρο.
Η εισαγγελέας εξέτασε εκτενώς την αξιοπιστία των μαρτύρων, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στις αναφορές για όσα συνέβησαν μέσα στο αστυνομικό όχημα και στο Αστυνομικό Τμήμα.
Αναφέρθηκε στις περιγραφές του ίδιου του Μάγγου, στις μαρτυρίες τρίτων και στη δημόσια ανάρτησή του, εκτιμώντας ότι τα στοιχεία αυτά συγκλίνουν ως προς τις συνθήκες της κακοποίησής του. Ειδικότερα, υποστήριξε ότι δεν υπήρχε αμφιβολία για το σε ποιο περιστατικό αναφερόταν η φράση «τον βαράει», όπως αυτή μεταφέρθηκε στο πλαίσιο των μαρτυριών.
Εξετάστηκε επίσης το ερώτημα εάν η δημόσια ανάρτηση είχε γραφτεί πράγματι από τον ίδιο τον Μάγγο. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αγόρευση, δύο μάρτυρες κατέθεσαν ότι τον είχαν δει να γράφει κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του.
Η εισαγγελέας έθεσε, παράλληλα, το ερώτημα κατά πόσο θα μπορούσε ένας άνθρωπος με έξι κατάγματα στα πλευρά, που υπέφερε και χρειαζόταν άμεση ιατρική περίθαλψη, να επινοήσει και να περιγράψει με τόσες λεπτομέρειες περιστατικά που δεν είχαν συμβεί, με σκοπό να βλάψει αστυνομικούς που, σύμφωνα με αυτό το υποθετικό σενάριο, δεν του είχαν κάνει τίποτα.
Όπως υποστήριξε, η απάντηση δεν θα μπορούσε να είναι καταφατική. Επισήμανε ότι η κατάσταση της υγείας του δεν συνάδει με την εκδοχή ότι αναλώθηκε σε μια λεπτομερή κατασκευή ψευδών περιστατικών, ενώ υπέφερε εμφανώς από τον πόνο.
Αναφέρθηκε, ακόμη, στους ισχυρισμούς του ότι δεν του έδιναν νερό και ότι τον χλεύαζαν, εκτιμώντας ότι η συνολική εικόνα του τραυματισμού και της κατάστασής του δεν επιτρέπει την εύκολη απόρριψη των καταγγελιών του.
Η εισαγγελέας στάθηκε επίσης στο γεγονός ότι ο Μάγγος δεν μεταφέρθηκε άμεσα στο νοσοκομείο, παρά τη σοβαρότητα της κατάστασής του.
Όπως ανέφερε, ένας άνθρωπος που υποφέρει εμφανώς, δυσκολεύεται να αναπνεύσει και πονάει σε κάθε του κίνηση είναι φυσικό να ζητήσει ιατρική βοήθεια. Η ίδια εκτίμησε ότι η μεταγενέστερη άρνησή του να μεταφερθεί στο νοσοκομείο μπορεί να εξηγηθεί από το ψυχολογικό σοκ, τον πόνο και την επιθυμία του να επιστρέψει στους οικείους του.
Σύμφωνα με την αγόρευση, όταν ρωτήθηκε τι είχε συμβεί, απάντησε ότι τον είχαν χτυπήσει αστυνομικοί. Η γιατρός, όπως μεταφέρθηκε, ανέφερε ότι ο Μάγγος προσήλθε επειδή υπέφερε και όχι με σκοπό να καταγράψει τα περιστατικά.
Η εισαγγελέας υπογράμμισε ότι δεν μπορεί να αναμένεται από έναν άνθρωπο με έξι κατάγματα, δυσκολία στην αναπνοή και περιορισμένη δυνατότητα συνεργασίας να δώσει με ακρίβεια όλες τις λεπτομέρειες, όπως την ακριβή ώρα κάθε περιστατικού. Σημείωσε, επίσης, ότι δεν ήταν σε θέση να δεχθεί ούτε τον υπέρηχο, λόγω της κατάστασής του.
Κατά την εκτίμησή της, οι κακώσεις δεν θα μπορούσαν να είχαν προκληθεί νωρίτερα χωρίς να έχουν εμφανιστεί διαφορετικά συμπτώματα, ενώ έθεσε και το ενδεχόμενο σοβαρότερης βλάβης, όπως διάτρηση του πνεύμονα, εάν τα κατάγματα είχαν προκληθεί υπό τις συνθήκες που περιέγραφε η υπεράσπιση.
Παράλληλα, σημείωσε ότι η ψυχική υγεία του Βασίλειου Μάγγου έχει επιδεινωθεί σοβαρά εξαιτίας των γεγονότων, αναφέροντας ότι εξακολουθεί να ασχολείται επίμονα με όσα συνέβησαν.
Τον βασάνισαν με σκοπό να τον τιμωρήσουν
Σημαντικό μέρος της αγόρευσης αφορούσε το κλίμα έντασης που επικρατούσε κατά τον χρόνο των περιστατικών, καθώς και το κατά πόσο οι πράξεις των αστυνομικών αποσκοπούσαν στην τιμωρία του Μάγγου.
Η εισαγγελέας αναφέρθηκε σε μαρτυρίες και περιστατικά που, κατά την εκτίμησή της, αποτυπώνουν την ένταση που επικρατούσε. Μεταξύ αυτών, ξεχώρισε τη φράση που αποδίδεται στον Παζαρά, ο οποίος φέρεται να είπε στον Σαββαΐδη, με ένταση: «Εμείς τώρα τι θα τον κάνουμε αυτόν; Δεν θα τον δείρουμε;».
Κατά την εισαγγελέα, η φράση αυτή αποτυπώνει την αντίληψη ότι η συμπεριφορά του Μάγγου έπρεπε να τιμωρηθεί. Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε και τη φράση «Αν είχες πέτρες εδώ θα μας τις έριχνες;», καθώς και άλλες αναφορές που, όπως υποστήριξε, καταδεικνύουν το πολωμένο κλίμα.
Επικαλέστηκε, επίσης, την αναφορά του δικηγόρου Καταριώτη για την παρουσία αστυνομικής δύναμης εντός του δικαστικού μεγάρου, καθώς και την πληροφορία ότι τα γεγονότα της προηγούμενης ημέρας δημοσιοποιήθηκαν σχεδόν αμέσως. Ο Καταριώτης φέρεται, ακόμη, να άκουσε αστυνομικό να τον ρωτά: «Ξέρεις ποιος είναι ο Μάγγος;».
Στην αγόρευσή της περιέλαβε και τις προσβλητικές φράσεις που, σύμφωνα με τις καταγγελίες, απευθύνθηκαν στον Μάγγο, όπως «Κάτω το κεφάλι, πούστη» και «μωρή κραγμένη», εκτιμώντας ότι το σύνολο των ενεργειών και των εκφράσεων αυτών πρέπει να αξιολογηθεί συνδυαστικά.
Αναλύοντας τη νομική διάσταση της υπόθεσης, η εισαγγελέας εξέτασε τα στοιχεία που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος των βασανιστηρίων.
Όπως ανέφερε, η σχετική διάταξη αφορά, μεταξύ άλλων, την εσκεμμένη πρόκληση έντονου σωματικού πόνου από πρόσωπα που ασκούν καθήκοντα σχετικά με την ανάκριση ή τη φύλαξη κρατουμένων, με σκοπό την τιμωρία του παθόντος.
Σύμφωνα με την εισαγγελέα, στην υπόθεση του Μάγγου υπήρξε άσκηση βίας τόσο μέσα στο αστυνομικό όχημα όσο και εντός του δικαστικού μεγάρου, με πρόκληση σωματικού και ψυχικού πόνου. Η ίδια έκρινε ότι οι πράξεις πρέπει να εξεταστούν συνολικά, σε συνδυασμό με το κλίμα έντασης και τις εκφράσεις που φέρονται να χρησιμοποιήθηκαν.
Στο πλαίσιο αυτό, επικαλέστηκε εκ νέου τη φράση που αποδίδεται στον Παζαρά, θεωρώντας την ενδεικτική του σκοπού τιμωρίας. Αναφέρθηκε, ακόμη, στις συνέπειες που είχαν τα γεγονότα για την εικόνα της αστυνομίας, επισημαίνοντας ότι είχαν τραυματιστεί πέντε άνθρωποι και ότι οι αστυνομικοί δεν είχαν καταφέρει να προστατεύσουν τους επικεφαλής τους.
Η εισαγγελέας κατέληξε ότι, κατά την κρίση της, στοιχειοθετούνται τόσο η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος όσο και ο απαιτούμενος σκοπός τιμωρίας. Υπογράμμισε, επίσης, ότι για την αξιολόγηση της σωματικής βλάβης δεν λαμβάνεται υπόψη μόνο το αποτέλεσμα, αλλά και το μέσο με το οποίο αυτή προκλήθηκε.
Η πρόταση της εισαγγελέως δεν αποτελεί την τελική απόφαση του δικαστηρίου. Αναμένεται η απόφαση της σύνθεσης.