Κατά την εισαγγελική λειτουργό, οι επιθέσεις σε μετανάστες δεν ήταν τυχαία περιστατικά, αλλά οργανωμένες ενέργειες με πολιτικό και ρατσιστικό πρόσημο, ενταγμένες στη λειτουργία της εγκληματικής οργάνωσης.
Οι δράστες δεν επιχείρησαν να κρύψουν την ταυτότητά τους. Αντίθετα, δήλωσαν την παρουσία τους με τη συμπεριφορά και την ενδυμασία τους, επιδιώκοντας να επιδείξουν τη δύναμη της Χρυσής Αυγής, μια δύναμη που, όπως τόνισε η εισαγγελέας, δεν ήταν άλλη από τη βία. Ο τρόπος δράσης είπε-πολυπρόσωπη επίθεση, αριθμητική υπεροχή, χρήση αντικειμένων ως όπλων και ταχύτητα εκτέλεσης– ακολουθεί το γνωστό modus operandi της οργάνωσης.
Η εισαγγελέας σημείωσε ότι η Χρυσή Αυγή, σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική της, επιχείρησε να συγκαλύψει τους δράστες. Παράλληλα, η επανειλημμένη ατιμωρησία για επιθέσεις, όπως εκείνες σε μέλη του ΠΑΜΕ, φέρεται να λειτούργησε ως μήνυμα ενθάρρυνσης για περαιτέρω κλιμάκωση της βίας.
Στελέχη που πρωταγωνίστησαν σε τέτοιες ενέργειες όχι μόνο δεν περιθωριοποιήθηκαν, αλλά αντίθετα επιβραβεύθηκαν, καθώς εντάχθηκαν στα ψηφοδέλτια της οργάνωσης στις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Η πρακτική αυτή ενίσχυσε την αντίληψη ότι η βίαιη δράση αποτελούσε μέσο ανέλιξης στην εσωτερική ιεραρχία.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε η εισαγγελική λειτουργός στη δολοφονία του Σαχζάτ Λουκμάν, ο οποίος δέχθηκε θανατηφόρα επίθεση χωρίς πρόκληση. Οι δύο δράστες χρησιμοποίησαν στιλέτο τύπου πεταλούδα, προκαλώντας τραύμα παρόμοιο με εκείνο της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα.
Όπως σημείωσε, το έγκλημα είχε ξεκάθαρο ρατσιστικό κίνητρο και δεν συνιστούσε μεμονωμένη πράξη. Αντίθετα, εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο οργανωμένης δράσης, βασισμένο στην ιδεολογία της «φυλετικής καθαρότητας» και του μίσους απέναντι σε όσους η οργάνωση χαρακτήριζε ως «υπάνθρωπους».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε η εισαγγελέα και στην εμπλοκή αστυνομικών, με τη σημείωση ότι ένας μικρός αριθμός είτε συνέδραμε είτε ανέχθηκε τις ενέργειες της Χρυσής Αυγής. Μετά από έρευνα, τεκμηριώθηκε η άμεση σχέση δέκα αστυνομικών με την οργάνωση.
Η αγόρευση συνεχίζεται.