Ισπανο-αιγυπτιακή ομάδα ανασκαφών που ερευνούσε στον αρχαιολογικό χώρο της Οξυρύνχου, (σημερινή Ελ-Μπαχνασά) στην Αίγυπτο, αποκάλυε έναν τύμβο της ρωμαϊκής εποχής που συνδυάζει σπάνια ταφικά αντικείμενα, καθώς και μούμιες στολισμένες με χρυσά φυλαχτά γλώσσας. Ανάμεσά τους όμως υπήρχε και ένα ένα απροσδόκητο λογοτεχνικό εύρημα: ένα θραύσμα παπύρου από την «Ιλιάδα» του Ομήρου, κρυμμένο μέσα σε μια μούμια.
Η Οξυρύνχος είναι γνωστή στους ιστορικούς για τον τεράστιο αριθμό παπύρων που έχουν ανακαλυφθεί εκεί από τα τέλη του 19ου αιώνα, μεταξύ των οποίων λογοτεχνικά έργα, επίσημα έγγραφα αλλά και αρχεία καθημερινής ζωής. Ωστόσο, τα περισσότερα από αυτά τα κείμενα βρέθηκαν σε αρχαίους σωρούς απορριμμάτων, όχι σε ταφικά συγκροτήματα
Το γεγονός αυτό καθιστά τον πάπυρο της Ιλιάδας ιδιαίτερα σημαντικό. Η τοποθέτησή του μέσα σε μια μούμια υποδηλώνει μια σκόπιμη επιλογή, που ενδεχομένως συνδέει τη λογοτεχνία με πεποιθήσεις σχετικά με τη μετά θάνατον ζωή ή την προσωπική ταυτότητα.
Το θραύσμα πάπυρου περιέχει κείμενο από τη Β΄ ραψωδία της Ιλιάδας. Συγκεκριμένα, το απόσπασμα είναι γνωστό ως Νεών κατάλογος, στο οποίο ο Ομηρος απαριθμεί τα πλοία των Αχαιών που εκστράτευσαν κατά της Τροίας.
Το Υπουργείο Τουρισμού και Αρχαιοτήτων της Αιγύπτου κάνει λόγο για μία από τις σημαντικότερες πρόσφατες ανακαλύψεις στην Κεντρική Αίγυπτο. Η ανασκαφή διεξήχθη από ερευνητές του Πανεπιστημίου της Βαρκελώνης και του Ινστιτούτου της Αρχαίας Εγγύς Ανατολής, υπό τη διεύθυνση της Δρ. Maite Mascort και της Δρ. Esther Pons Mellado.
Ο Δρ. Hisham El-Leithy, Γενικός Γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Αρχαιοτήτων της Αιγύπτου, τόνισε ότι αυτή η ανακάλυψη προσθέτει μια νέα πνευματική διάσταση στον αρχαιολογικό χώρο. Υποδηλώνει ότι η τοπική ελίτ στην Οξυρύνχο δεν επηρεάστηκε απλώς από τον ελληνικό πολιτισμό, αλλά ασχολήθηκε ενεργά με τις λογοτεχνικές παραδόσεις της Αρχαίας Ελλάδας.
Το συγκρότημα τάφων χρονολογείται στη ρωμαϊκή περίοδο και βρίσκεται ανατολικά ενός τάφου της πτολεμαϊκής εποχής που είχε εντοπιστεί προηγουμένως, γνωστού ως Τάφος 67. Οι αρχαιολόγοι άνοιξαν μια τάφρο, αποκαλύπτοντας τρεις ταφικούς θαλάμους από ασβεστόλιθο, οι οποίοι σήμερα έχουν υποστεί σημαντική φθορά λόγω της παλαιότητας αλλά και των λεηλασιών.
Μέσα σε αυτούς τους θαλάμους, οι ερευνητές εντόπισαν ασυνήθιστες ταφικές πρακτικές. Μεγάλα κεραμικά αγγεία περιείχαν αποτεφρωμένα ανθρώπινα λείψανα, ένα ασυνήθιστο χαρακτηριστικό στην αιγυπτιακή αρχαιολογία, μαζί με οστά βρεφών και ακόμη και κρανία αιλουροειδών, όλα προσεκτικά τυλιγμένα σε υφάσματα. Αυτό υποδηλώνει ένα τελετουργικό που συνδυάζει την αποτέφρωση με τις παραδοσιακές ταφικές συνήθειες, προσφέροντας νέες πληροφορίες για τις εξελισσόμενες ταφικές πρακτικές κατά τη μετάβαση από την Πτολεμαϊκή στην Ρωμαϊκή εποχή.
Η ομάδα ανακάλυψε επίσης ειδώλια από τερακότα και μπρούντζο, μεταξύ των οποίων απεικονίσεις του θεού Αρποκράτη (σ.σ θεός του αιγυπτιακού πανθέου, γνωστός ως Ώρος, γιός της Ίσιδας και του Όσιρι) ως ιππέα και ένα μικρό άγαλμα του Έρωτα, υποδηλώνοντας μια πολιτισμικά πολυποίκιλη κοινωνία όπου συνυπήρχαν αιγυπτιακές, ελληνικές και ρωμαϊκές πεποιθήσεις.
Στην ταφική κατασκευή γνωστή ως Τάφος 65, έναν υπόγειο θάλαμο, οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν αρκετές μούμιες της ρωμαϊκής εποχής, μερικές τυλιγμένες σε λινό ύφασμα διακοσμημένο με γεωμετρικά μοτίβα και συνοδευόμενες από ζωγραφισμένα ξύλινα φέρετρα. Μεταξύ των κτερισμάτων υπήρχαν τρεις χρυσές γλώσσες και μία χάλκινη γλώσσα, τοποθετημένες μέσα στο στόμα των νεκρών. Πιστευόταν ότι αυτά τα φυλαχτά εξασφάλιζαν στους νεκρούς τη δυνατότητα να μιλήσουν στη μετά θάνατον ζωή, ιδίως όταν θα έρχονταν αντιμέτωποι με την κρίση του Όσιρη, του αιγυπτιακού θεού του κάτω κόσμου. Σε μία από αυτές τις μούμιες ανασύρθηκε και το θραύσμα παπύρου με απόσπασμα της ομηρικης Ιλιάδας.
Τα ευρήματα που ανασύρθηκαν από τον αρχαιολογικό χώρο, συμπεριλαμβανομένου του παπύρου, υποβάλλονται πλέον σε συντήρηση και λεπτομερή μελέτη. Οι ειδικοί θα χρησιμοποιήσουν προηγμένες τεχνικές απεικόνισης και παπυρολογίας για να αναλύσουν το κείμενο και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται.