Πάμπλο Νερούδα: Ο λαός

Σαν σήμερα, 12 Ιουλίου 1904, γεννήθηκε ο Χιλιανός κομμουνιστής ποιητής, Πάμπλο Νερούδα.

ΗΜΕΡΟΔΡΟΜΟΣ ΗΜΕΡΟΔΡΟΜΟΣ Στιγμιότυπα • 12 Ιουλίου 2016

«Πιστεύω ότι αυτοί που έκαναν τόσα πράγματα/ πρέπει να είναι ιδιοκτήτες σε όλα τα πράγματα./ Κι αυτοί που φτιάχνουν το ψωμί πρέπει να τρώνε/ Και πρέπει να ‘χουν φως εκείνοι του ορυχείου!/ Τέρμα πια οι σταχτιοί αλυσόδετοι./ Τέρμα οι χλωμοί εξαφανισθέντες!/ Ούτε ένας άνθρωπος που να μη βασιλεύει».

Σαν σήμερα, 12 Ιουλίου 1904, γεννήθηκε ο Χιλιανός κομμουνιστής ποιητής, Πάμπλο Νερούδα. Το απόσπασμα είναι από το ποίημα του «Ο λαός». Το δημοσιεύουμε ολόκληρο. Διαβάζεται λέξη – λέξη… 

Εδώ μπορείτε να διαβάσετε στοιχεία για τη ζωή και το έργο του Πάμπλο Νερούδα, μαζί με το ανεπανάληπτο έργο του «Canto General» (Γενικό Άσμα), μελοποιημένο από τον Μίκη Θεοδωράκη.

Ο λαός 

Τον θυμάμαι εκείνον τον άνθρωπο, κι ας μην πέρασαν/ παρά μόνο δυο αιώνες που τον είδα./ Δεν πήγαινε με άλογο ούτε με αμάξι:/ με τα πόδια/ κατάπινε/ τις αποστάσεις/ και δεν είχε σπαθί ούτε πανοπλία/ αλλά δίχτυα στον ώμο,/ τσεκούρι, σφυρί ή φτυάρι./ Ποτέ δε χτύπησε όμοιό του:/ ο αγώνας του ήταν ενάντια στο νερό και στη γη,/ για να ‘χει στάρι για ψωμί,/ενάντια στο πελώριο δέντρο για να ‘χει ξύλα,//στους τοίχους για ν’ ανοίγει πόρτες,/ στην άμμο για να χτίσει τοίχους/ και στη θάλασσα για να την κάνει να ξεγεννάει./ Τον γνώρισα κι ακόμα δε μου σβήνεται απ’ το νου./

*

Οι χρυσές άμαξες γίναν κομμάτια…/ ο πόλεμος γκρέμισε πόρτες και τοίχους,/ η πολιτεία γίνηκε μια χούφτα στάχτη,/ γίνανε σκόνη τα ρούχα,/ κι αυτός για μένα υπάρχει ακόμα,/ επιβίωσε στην άμμο,/ όταν όλα φαίνονταν ακατάλυτα,/ εκτός από κείνον.

*

Στο πήγαιν’ έλα κάθε φαμελιάς/ ήταν άλλοτε πατέρας μου, ή συγγενής μου,/ ή μονάχα μπορεί και να ‘ταν…/ ή και να μην ήταν/ αυτός που δε γύρισε στο σπίτι/ γιατί τον κατάπιε η γη ή το νερό,/ ή γιατί τον σκότωσε μια μηχανή ή ένα δέντρο/ ή και να ‘ταν εκείνος ο πένθιμος μαραγκός/ που πήγαινε πίσω από το φέρετρο, δίχως δάκρυα,/ τέλος κάποιος που δεν είχε όνομα,/ που τον έλεγαν μέταλλο ή ξύλο/ και που όλοι τον έβλεπαν από ψηλά/ χωρίς να βλέπουν το μερμήγκι/ αλλά τη μερμηγκιά,/ που – όταν τα πόδια δε σαλεύουν πια/ γιατί ο ταλαίπωρος είχε πεθάνει -/ δεν είδαν ποτέ πως δεν τον έβλεπαν:/ υπήρχαν κιόλας άλλα πόδια εκεί που πριν/ ήταν αυτός.

*

Τα άλλα πόδια ήταν αυτός ο ίδιος,/ και τα άλλα χέρια./ Ο άνθρωπος συνεχίζονταν:/ όταν φαινόταν φευγάτος, ξεπερασμένος,/ βρισκόταν ο ίδιος ξανά, ήταν εκεί/ για να σκάβει τη γη,/ να κόβει το πανί, εκείνος όμως/ δίχως πουκάμισο,/ ήταν και δεν ήταν εκεί, όπως και τότε,/ είχε φύγει και βρισκόταν ξανά,/ κι όπως ποτέ του δεν είχε κοιμητήρι,/ ούτε τάφο, κι ούτε τ’ όνομά του χαράχτηκε/ στην πέτρα που εκείνος ίδρωσε για να τη σπάσει,/ ποτέ κανένας δε μάθαινε πως ξαναρχόταν,/ ποτέ κανείς δεν έμαθε πότε πέθανε/ κι έτσι μόνο όταν ο δύστυχος το μπόρεσε,/ αναστήθηκε ξανά απαρατήρητος.

*

Ηταν ο άνθρωπος χωρίς αμφιβολία, χωρίς κληρονομιά/ χωρίς αγελάδα, χωρίς σημαία,/ και δεν ξεχώριζε ανάμεσα στους άλλους,/ τους άλλους που ήσαν αυτός,/ από ψηλά ήταν σταχτής σαν γη,/ ήτανε φαιός σαν το πετσί,/ ήτανε κίτρινος θερίζοντας στάχυα,/ ήτανε μαύρος κάτω στα ορυχεία,/ ήτανε χρώμα πέτρας στο κάστρο,/ στην τράτα είχε χρώμα παλαμίδας/ και χρώμα αλογίσιο στο λιβάδι:/ και δεν μπορούσε κανείς να τον ξεδιακρίνει,/ αφού ήταν αδιαχώριστος, ήταν το στοιχείο,/ γη, κάρβουνο ή θάλασσα ντυμένη άνθρωπος.

*

Οπου έζησε,/ αβγάταινε ό,τι άγγιζε αυτός:/ το εχθρικό λιθάρι,/ σπασμένο/ από τα χέρια του,/ μεταβαλλόταν σε τάξη,/ και ένα – ένα σχημάτισαν/ την κατακόρυφη λάμψη του κτιρίου/ έφτιασε το ψωμί με τα χέρια του,/ κίνησε τους σιδηρόδρομους/ γεμίσαν οικισμούς οι αποστάσεις,/ άλλοι άνθρωποι γεννήθηκαν,/ ήρθαν οι μέλισσες,/ και επειδή ο άνθρωπος δημιουργεί και/ πολλαπλασιάζει/ η άνοιξη περπάτησε ως την αγορά/ ανάμεσα σε ψωμάδικα και περιστέρια.

*

Ο πατέρας των άρτων λησμονήθηκε,/ αυτός που έκοψε, που πεζοπόρησε, τσακίζοντας/ κι ανοίγοντας χαντάκια, κουβαλώντας άμμο,/ κι όταν όλα υπήρξαν, αυτός πια δεν υπήρχε,/ αυτός έδινε την ύπαρξή του, αυτό ήταν όλο./ Βρήκε αλλού να δουλέψει, κι ύστερα/ πήγε να πεθάνει κυλώντας σαν βότσαλο του ποταμού:/ τον πήρε σβάρνα ο θάνατος.

*

Εγώ, που τον γνώρισα, τον είδα να σβήνεται/ ώσπου να απομείνει μόνο αυτό που άφηνε:/ δρόμοι που μόλις και μπόρεσε να γνωρίσει,/ σπίτια που ποτέ, ποτέ δε θα κατοικούσε.

*

Και γυρνάω ξανά για να τον δω, και κάθε μέρα περιμένω.

*

Τον βλέπω στη νεκρόκασά του και αναστημένο./ Τον διακρίνω ανάμεσα σ’ όλους/ που είναι οι όμοιοί του/ και μου φαίνεται πως δε γίνεται,

*

πως έτσι δε βγαίνουμε πουθενά,/ πως γίνοντας έτσι δεν αξίζει τον κόπο.

*

Εγώ πιστεύω ότι στο θρόνο πρέπει να βρίσκεται/ αυτός ο άνθρωπος, με καλά παπούτσια και / στέμμα.

*

Πιστεύω ότι αυτοί που έκαναν τόσα πράγματα/ πρέπει να είναι ιδιοκτήτες σε όλα τα πράγματα./ Κι αυτοί που φτιάχνουν το ψωμί πρέπει να τρώνε.

*

Και πρέπει να ‘χουν φως εκείνοι του ορυχείου!

*

Τέρμα πια οι σταχτιοί αλυσόδετοι./ Τέρμα οι χλωμοί εξαφανισθέντες!/ Ούτε ένας άνθρωπος που να μη βασιλεύει.

*

Ούτε μια γυναίκα χωρίς την κορόνα της.

*

Για όλα τα χέρια γάντια χρυσά.

*

Οι καρποί του ήλιου για όλους τους σκούρους!

*

Εγώ τον γνώρισα εκείνον τον άνθρωπο κι όταν μπόρεσα,/ όταν πια είχα μάτια στο πρόσωπό μου,/ όταν πια είχα φωνή στο στόμα μου,/ τον αναζήτησα ανάμεσα στους τάφους και του ‘πα/ σφίγγοντάς του το μπράτσο που δεν ήταν ακόμα:/ «Ολοι θα φύγουν, εσύ θα μείνεις ζωντανός.

*

Εσύ έφτιασες αυτό που είναι δικό σου».

*

Γι’ αυτό κανείς ας μην ανησυχεί όταν/ φαίνεται να ‘μαι μόνος μα που δεν είμαι μόνος:/ δεν είμαι με κανέναν και μιλάω για όλους.

*

Κάποιος μ’ ακούει και δεν το ξέρουν,/ όμως εκείνοι, που γι’ αυτούς τραγουδάω και που/ το ξέρουν/ συνεχίζουν να γεννιούνται και να γεμίζουν τον κόσμο.

Μετάφραση: Δανάης Στρατηγοπούλου – Χαλκουδάκη –Πηγή: Ριζοσπάστης 

Ετικέττες: , ,

Διαφήμιση

Ekdoseis Topos

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email