1949: Όταν οι αμερικανοί διόριζαν πατριάρχη στην Κωνσταντινούπολη

Ο εκλεκτός του Τρούμαν, Αθηναγόρας στον πατριαρχικό θρόνο

Στην εκκλησιαστική ιστορία είναι πολλές οι «λευκές σελίδες», ή, για την ακρίβεια, η αποσιώπηση των πραγματικών γεγονότων και της αλήθειας που συνήθως κρύβεται πίσω από ωραιοποιημένες παρουσιάσεις. Οι περισσότερες από αυτές τις «λευκές σελίδες» έχουν σχέση με τη στάση της Εκκλησίας σε καθοριστικές στιγμές της ελληνικής ιστορίας και την υποστήριξη που παρείχαν οι εκκλησιαστικοί ταγοί στην άρχουσα τάξη αλλά και στους ξένους πάτρωνες .

Μια από αυτές τις σελίδες αφορά τον διορισμό από τους Αμερικανούς του αρχιεπισκόπου Αμερικής Αθηναγόρα στη θέση του Οικουμενικού Πατριάρχη και την αξιοποίηση του Πατριαρχείου στον Ψυχρό Πόλεμο κατά της Σοβιετικής Ένωσης, των συμμάχων της και του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος. Αυτές, ακριβώς, τις σελίδες θα προσπαθήσουμε να συμπληρώσουμε με το σημερινό σημείωμα.

Η μάχη για την πρωτοκαθεδρία στον Ορθόδοξο κόσμο μέρος του Ψυχρού Πολέμου

Άς πάρουμε λοιπόν τα πράγματα από την αρχή. Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ΄40 το Οικουμενικό Πατριαρχείο ενεπλάκη σε μια σκληρή διαμάχη με το Πατριαρχείο της Μόσχας για την πρωτοκαθεδρία στον Ορθόδοξο κόσμο. Επρόκειτο για μια αντιπαράθεση καθαρά πολιτική , που αποτελούσε κομμάτι του Ψυχρού Πολέμου μεταξύ δύο κόσμων: των Δυνάμεων της καπιταλιστικής Δύσης από τη μια μεριά και της Σοβιετικής Ένωσης, των συμμάχων της και του ισχυροποιημένου μετά τον πόλεμο Κομμουνιστικού Κινήματος από την άλλη.

Ο Πατριάρχης Ρωσίας Αλέξιος A΄

Οι ανάγκες της αντίστασης των Σοβιετικών κατά της ναζιστικής εισβολής οδήγησαν τη σοβιετική κυβέρνηση στην αναθεώρηση της στάσης της απέναντι στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας. Έτσι το 1943 με την εκλογή του πατριάρχη Σέργιου, πληρώνεται ο πατριαρχικός θρόνος της Μόσχας, που παρέμενε κενός από το 1923. Δύο χρόνια αργότερα, τον Σέργιο διαδέχεται ένας ικανότατος κληρικός, ο Αλέξιος Α΄, που αναδιοργανώνει εκ βάθρων τη ρωσική Εκκλησία. Παράλληλα κινείται δραστήρια στο εξωτερικό και κυρίως στο χώρο των Εκκλησιών της Ανατολής. Η Μόσχα παίζει αποφασιστικό ρόλο στην άρση του βουλγαρικού σχίσματος και την αναγνώριση από το Φανάρι του Αυτοκέφαλου της βουλγαρικής Εκκλησίας το 1945. Την ίδια χρονιά, η σοβιετική κυβέρνηση προσκαλεί επίσημα στη Μόσχα τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας και το 1947 ο Αλέξιος προσπαθεί να οργανώσει στη Μόσχα Διορθόδοξη Διάσκεψη, στην οποία αρνείται να πάρει μέρος το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Οι συνεργάτες των ναζί

Αντικείμενο διαμάχης αποτελεί και το ζήτημα της δικαιοδοσίας στις ρωσικές Εκκλησίες της διασποράς. Στα τέλη του 1946 το Οικουμενικό Πατριαρχείο σπεύδει να περιλάβει στη δικαιοδοσία του 100.000 ορθόδοξους Λετονούς, που είχαν καταφύγει τους τελευταίους μήνες του πολέμου στη Γερμανία. Η ενέργεια αυτή προκαλεί οργισμένες αντιδράσεις στη Μόσχα. Η σοβιετική κυβέρνηση και το Πατριαρχείο της Μόσχας καταγγέλλουν ότι η πλειοψηφία αυτών των προσφύγων είναι συνεργάτες των γερμανών που βαρύνονται με εγκλήματα κατά των λαών των περιοχών που κατακτήθηκαν από τους ναζί.

Προβλήματα δημιουργούνται και στην Ουκρανία. Οι μητροπολίτες οι οποίοι με την εισβολή των ναζί αποσχίσθηκαν, συγκρότησαν Αυτοκέφαλη Εκκλησία , συνεργάσθηκαν με τους κατακτητές και μετά την υποχώρησή τους διέφυγαν στη Δύση, ζήτησαν να υπαχθούν στη δικαιοδοσία του Φαναρίου.

Αντίθετα στην Πολωνία κληρικοί και απλοί πιστοί ζήτησαν να κηρυχθεί παράνομη η ανακήρυξη του Αυτοκέφαλου με τον Τόμο του 1924 του Οικουμενικού Πατριαρχείου και να επανασυνδεθεί η Ορθόδοξη Εκκλησία με το Πατριαρχείο της Μόσχας, ενώ στη Ρουμανία οι αρχές προχώρησαν στην απέλαση του εκπροσώπου του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

« Το Φανάρι Εξάρτημα της οθωμανικής κυριαρχίας»

Παράλληλα σε όλες τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης πληθαίνουν οι φωνές που ζητούν να αποκτήσει η Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης ένα πραγματικά Οικουμενικό και διεθνικό χαρακτήρα και να παύσει να αποτελεί ένα ίδρυμα με αποκλειστικά ελληνικό χαρακτήρα. Ιδιαίτερα έντονες είναι αυτές οι διαθέσεις σε χώρες που έζησαν χρόνια κάτω από τον τουρκικό ζυγό και οι πολίτες τους έβλεπαν στο Φανάρι ένα εξάρτημα της οθωμανικής κυριαρχίας. Είναι χαρακτηριστικό το άρθρο του επίσημου οργάνου της Ένωσης βουλγάρων κληρικών « Ναρόντεν Παστίρ» της 10ης Οκτωβρίου 1946, στο οποίο αναφέρεται ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά «ένα κέντρο των σωβινιστικών ελληνικών συμφερόντων και επιδιώξεων» και οι «εκάστοτε πατριάρχες, Έλληνες επίσκοποι Κωνσταντινουπόλεως και ποτέ ανώτεροι ιεράρχαι, άξιοι του ονόματος του Οικουμενικού Πατριάρχου». Προτεινόταν ακόμη η μεταρρύθμιση του συστήματος διοίκησης του Οικουμενικού Πατριαρχείου και η συγκρότηση Συνόδου από επισκόπους προερχόμενους από τις διάφορες αυτοκέφαλες Εκκλησίες.

Οι δυο «κίνδυνοι»: Παπισμός- Σλαυoκομμουνισμός

Και οι δυο εκκλησιαστικές πλευρές δεν κρύβουν τον έντονο πολιτικό χαρακτήρα της αντιπαράθεσης. Το Φανάρι και η Εκκλησία της Ελλάδος ταυτίζονται με την πολιτική του Δυτικού Στρατοπέδου. Το Πατριαρχείο της Μόσχας και οι Εκκλησίες των ανατολικών χωρών συμφωνούν με την πολιτική των κυβερνήσεών τους.

Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μάξιμος Ε΄ φθάνοντας στην Ελλάδα τον Μάιο του 1947 δεν παραλείπει να εκφράσει την υποστήριξή του στην κυβέρνηση των Αθηνών και να καλέσει τους αντάρτες να καταθέσουν τα όπλα.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Μάξιμος στην Αθήνα. Από την πρώτη σελίδα της εφημερίδας Εμπρός στις 22/5/1947

Τρεις μήνες μετά ο εκ των ισχυρών της Ιεραρχίας της Ελλαδικής Εκκλησίας μητροπολίτης Ζακύνθου Χρυσόστομος σε «άρθρο γραμμής» στο επίσημο περιοδικό «Εκκλησία» για τους στόχους που πρέπει να έχουν οι έλληνες ορθόδοξοι αναφέρει και τα εξής:

« Αλλά η Ορθόδοξος Ελληνική Εκκλησία, ήτις αποτελείται εκ των ορθοδόξων ελληνικών Πατριαρχείων και των εκασταχού υπαρχουσών ανεξαρτήτων Ορθοδόξων ελληνικών Εκκλησιών , δεν έχει μόνον τον Παπισμόν και την Δυτικήν Εκκλησίαν πολεμίους, αλλά και τον Σλαυισμόν και τας υπό το σημερινόν κομμουνιστικόν καθεστώς διατελούσας σλαυικάς Ορθοδόξους Εκκλησίας, υπό την αιγίδα του Ρωσικού Πατριαρχείου, κινούμενας ίνα αμαυρώσωσι την αίγλην του Οικουμενικού Πατριαρχείου και αναδείξωσιν εις την περίοπτον θέσιν, ην από αιώνων τούτο κέκτηται κατόπιν αποφάσεων Οικουμενικών Συνόδων, τον Πατριάρχην της Ρωσίας Αλέξιον (…) Εκ των ανωτέρω καταφαίνεται ότι η Ελληνική Ορθόδοξος Ανατολική Εκκλησία καλείται και πάλιν μεταπολεμικώς να διεξάγη γιγάντιον εκκλησιαστικόν αγώνα, το μεν κατά της Δυτικής Εκκλησίας και των προπαγανδών αυτής, το δε κατά του σλαυοκομμουνισμού και των σλαυικών Εκκλησιών». Χαρακτηριστική για το κλίμα που επικρατούσε εκείνη την εποχή είναι και η είδηση που δημοσιεύθηκε στα επίσημα εκκλησιαστικά έντυπα της Αθήνας και της Κωνσταντινούπολης το Νοέμβριο του 1946: « Η Αυτού Θειοτάτη Παναγιότης, ο Οικουμενικός Πατριάρχης ( σ.σ. ο Μάξιμος Ε΄) δια τηλεγραφήματος του προς τον Αρχιεπίσκοπον Αμερικής κ. Αθηναγόραν παρακαλεί όπως ενεργήση παρά τη Αμερικανική Κυβερνήσει να μη επιτραπή η εις Ηνωμένας Πολιτείας μετάβασις του Εαμίτου Μητροπολίτου Ιωακείμ- τέως Κοζάνης- λόγω της σκανδαλώδους πολιτείας του».

Η θεία Πρόνοια και ο Στάλιν

Aπό την άλλη πλευρά το Πατριαρχείο της Μόσχας σε κάθε ευκαιρία εκφράζει τη στήριξη του στη σοβιετική κυβέρνηση. Σε εγκύκλιό του το 1948 για τα 30 χρόνια της σοβιετικής εξουσίας μιλάει για μια νέα ρωσική εποχή « ής ο κύριος χειραγωγικός σκοπός υπήρξε και είναι η απελευθέρωσις του ανθρώπων από της δουλείας της καταθλίψεως και της εξουσίας του πλούτου και της τυρρανίας» και προσθέτει: « Εντείνομεν τας προσευχάς μας υπέρ του θεοφρουρήτου ρωσικού κράτους και των αρχόντων αυτού, με επικεφαλής τον σοφόν Αρχηγόν ( σ.σ. Στάλιν) ον η Θεία Πρόνοια εξελέξατο και κατέστησε όπως οδηγήσει την ημετέραν Πατρίδα εις την οδόν της ευημερίας και της δόξης. Ακόμη σε όλες τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης απομακρύνονται από της Εκκλησίες οι κληρικοί οπαδοί των παλαιών καθεστώτων, συνεργάστηκαν με τους γερμανούς κατακτητές και αντέδρασαν στις νέες αρχές.

Ο καθολικός αρχιεπίσκοπος της Κροατίας Αλόις Στέπινατς ( τελευταίος δεξιά) με τον φασίστα δικτάτορα της Κροατίας Άντε Πάβελιτς (δεύτερος από δεξιά) σε τελετή στα χρόνια του πολέμου. Ο Στέπινατς ο «αρχιεπίσκοπος της γενοκτονίας» εκατοντάδων χιλιάδων ορθοδόξων σέρβων, τσιγγάνων και κομμουνιστών σε στρατόπεδα συγκέντρωσης , δικάστηκε μετά το τέλος του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία ως εγκληματίας πολέμου. Στη δεκαετία του ΄90 ανακηρύχθηκε «άγιος» από τον πολωνό Πάπα Ιωάννη-Παύλο Β΄.

Ιδιαίτερα σκληρή ήταν η αντιμετώπιση συνεργατών των ναζί στη Γιουγκοσλαβία με χαρκατηριστικότερο παράδειγμα την περίπτωση του καθολικού αρχιεπισκόπου της Κροατίας Αλόις Στέπινατς ο οποίος είχε στηρίξει ανοιχτά το φασιστικό καθεστώς των Ουστάσι και πρωταγωνίστησε στις διώξεις και την εξόντωση εκατοντάδων χιλιάδων ορθοδόξων και εβραίων (σ.σ. στη δεκαετία του ‘90 ο Στέπινατς αγιοποιήθηκε από τον πολωνό Πάπα Ιωάννη Παύλο Β΄). Ακόμη σε όλες τις ανατολικοευρωπαϊκές χώρες διαλύθηκαν οι Ουνίτικες Εκκλησίες που είχαν συνεργασθεί ανοιχτά με τους ναζί και οι πιστοί τους εντάχθηκαν στα ορθόδοξα Πατριαρχεία.

Το Φανάρι αντικομμουνιστικό προπύργιο

Μέσα σε εκείνες τις συνθήκες στην Ουάσινγκτον, το Λονδίνο, την Αθήνα και την Άγκυρα χαρακτηρίζουν ζήτημα άμεσης προτεραιότητας την ανάγκη να αντιμετωπισθεί ο «άλλος ισχυρός πόλος» στις Ορθόδοξες Εκκλησίες . Στα εκκλησιαστικά έντυπα της εποχής τονίζεται ο «κίνδυνος» αύξησης της επιρροής της σοβιετικής κυβέρνησης στο χώρο της Μέσης Ανατολής και Εγγύς Ανατολής, μέσω της αναβάθμισης του ρόλου του Πατριαρχείου της Μόσχας. Θύμιζαν μάλιστα σε αλλεπάλληλα δημοσιεύματα και το προηγούμενο των προνομίων που απέκτησε η Ρωσία με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καιναρτζή το 1774.

Από το 1946 με βρετανική και αμερικανική ενθάρρυνση άρχισε ένας ελληνοτουρκικός διάλογος ο οποίος σύντομα οδήγησε σε θετικά αποτελέσματα. Εκπρόσωποι του Οικουμενικού Πατριαρχείου πήγαν στην Άγκυρα , συναντήθηκαν με τον πρωθυπουργό Σαράτσογλου και πήραν την υπόσχεση ότι θα επιλυθούν σημαντικά ζητήματα του Πατριαρχείου και των ομογενών που ζούσαν στην Κωνσταντινούπολη. Ενδεικτική της θεματικής βελτίωσης της κατάστασης του Πατριαρχείου είναι και η επίσκεψη του Προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας Ισμέτ Ινονού στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης όπου του επιφυλάχθηκε θερμή υποδοχή από το διευθυντή μητροπολίτη Νεοκαισαρείας και τους μαθητές.

Το εμπόδιο του Πατριάρχη Μαξίμου

Τους συμμετέχοντες στις συζητήσεις για τη μετατροπή του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε προπύργιο για την αντιμετώπιση του «σοβιετικού κινδύνου» απασχολεί το πρόβλημα του Πατριάρχη Μαξίμου ο οποίος πάσχει από οξεία νευρασθένεια και δεν κρίνεται ικανός να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις αυτού του δύσκολου έργου. Ακόμη ο Πατριάρχης, αν και στην επίσκεψη του στην Αθήνα για ιατρικές εξετάσεις καταδίκασε τον αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, μέσα στο κλίμα της αντικομμουνιστικής υστερίας της εποχής, κατηγορείτο για «ρωσοφιλία» και «αριστερισμό» λόγω των σχέσεων που είχε αναπτύξει με τον σοβιετικό πρόξενο στην Κωνσταντινούπολη ο οποίος τον επισκεπτόταν συχνά στο Φανάρι.

Σε αναζήτηση μιας «ισχυράς προσωπικότητος»

Η επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του Πατριάρχη δίνει την ευκαιρία σε όλους όσοι υποστηρίζουν την ανάγκη ανάδειξης στον Οικουμενικό θρόνο μιας «ισχυράς προσωπικότητος» με σαφή «αντιρωσικό» προσανατολισμό, να ζητήσουν την επίσπευση της παραίτησής του. Στις συνεννοήσεις που γίνονται σε επίπεδο κυβερνήσεων η Άγκυρα εμφανίζεται έτοιμη να αποδεχθεί ακόμη και την ανάδειξη στον πατριαρχικό θρόνο κληρικού που δεν θα προέρχεται από τον στενό κύκλο των συνοδικών μητροπολιτών του Πατριαρχείου.

Ριζοσπάστης 24.7.1947 σελ. 4

Η Αθήνα ρίχνει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων το όνομα του πρώην αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσάνθου. Βασιλόφρων, διορισμένος από τον Μεταξά στον αρχιεπισκοπικό θρόνο το 1938, ο Χρύσανθος αρνήθηκε να ορκίσει την πρώτη κυβέρνηση των Κουίσλινγκ υπό τον στρατηγό Τσολάκογλου. Στα χρόνια της κατοχής λειτουργούσε στην Αθήνα από τη μια μερηά ως εκπρόσωπος του εξόριστου βασιλιά Γεωργίου και από την άλλη ως ιδεολογικός καθοδηγητής της οργάνωσης ακροδεξιών δοσιλόγων X του συνταγματάρχη Γ. Γρίβα. Η τουρκική κυβέρνηση απέρριψε την πρόταση. Ο Χρύσανθος θεωρείτο από τους Τούρκους ανεπιθύμητος λόγω της δράσης ως μητροπολίτη Τραπεζούντος στον Πόντο στα χρόνια 1916-1922.

Ο φίλος του Τρούμαν

Οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστήριζαν την υποψηφιότητα του αρχιεπισκόπου Αμερικής Αθηναγόρα. Με έντονη δράση στη Μακεδονία στις αρχές του 20ου αιώνα , γραμματέας το 1922 της «Παγκληρικής Ενώσεως», μιας κίνησης αγάμων κληρικών φίλα προσκείμενων στη βενιζελική παράταξη , μητροπολίτης Κερκύρας έως το 1930, ο Αθηναγόρας πέτυχε στη διάρκεια της μακρόχρονης παραμονής του στις ΗΠΑ να καλλιεργήσει στενές σχέσεις με τις κορυφαίες προσωπικότητες της Αμερικής. Ήταν φίλος του προεδρικού ζεύγους Ρούσβελτ ( 1933-1945), όμως ιδιαίτερα ήταν στενές οι σχέσεις του με τον διάδοχο του Ρούσβελτ, τον Χάρι Τρούμαν ( 1945-1953). Οι περισσότεροι μελετητές του έργου του Αθηναγόρα στις Ηνωμένες Πολιτείες συμφωνούν πως έπαιξε ρόλο στη διατύπωση του Δόγματος Τρούμαν και στη συνέχεια στη διοχέτευση της αμερικανικής βοήθειας στην Ελλάδα και την Τουρκία. Η αμερικανική κυβέρνηση έπεισε τους Τούρκους ιθύνοντες να δεχθούν την προώθηση στον πατριαρχικό θρόνο ενός κληρικού με δεδομένη την πίστη του στις αρχές του δυτικού συνασπισμού. Έτσι , τόσο η κυβέρνηση της Άγκυρας όσο και ο τουρκικός Τύπος στήριξαν αποφασιστικά την πρόταση για τον Αθηναγόρα χαρακτηρίζοντάς τον μάλιστα « πιστό φίλο της Τουρκίας».

Αντιδράσεις στο Φανάρι

Οι σοβαρότερες αντιδράσεις για την υποψηφιότητα του Αθηναγόρα προέρχονταν από το ίδιο το Φανάρι. Ο ίδιος ο Μάξιμος , ενώ εμφανιζόταν έτοιμος να παραιτηθεί όταν του γινόταν νύξεις για υλοποίηση αυτής της επιθυμίας απέφευγε να δώσει συγκεκριμένη απάντηση. Πίσω απ’ αυτόν κρυβόταν μια ισχυρή ομάδα συνοδικών μητροπολιτών , που δεν ήθελε την εκλογή ενός προσώπου το οποίο θα ερχόταν «απέξω». Μητροπολίτες ηλικιωμένοι με το φόβο του «παραδοσιακού» απέναντι στον κληρικό που έρχεται από τον Νέο Κόσμο. Αλλά και νεώτεροι που εφοβούντο πως ένας δραστήριος προκαθήμενος της Εκκλησίας θα τους έβγαζε από μια «κοσμική ζωή», η οποία μικρή σχέση είχε με την παράδοση και αποτελούσε αντικείμενο καθημερινών σχολίων σε λαθρόβια έντυπα της Πόλης.

Υποσχέσεις και εκβιασμοί

Για να καμφθούν οι αντιδράσεις κινήθηκαν παράλληλα οι κυβερνήσεις της Αθήνας και της Άγκυρας υπό την εποπτεία αμερικανών διπλωματών. Ο πρεσβευτής στην Άγκυρα Π. Σκέφερης και ο πρόξενος στην Κωνσταντινούπολη Π. Μελάς χρησιμοποίησαν όλα τα μέσα για να ξεπεράσουν τις αντιρρήσεις. Από τις υποσχέσεις για άφθονη οικονομική βοήθεια από την ομογένεια των ΗΠΑ, και την εξασφάλιση μιας άνετης ζωής στον παραιτούμενο Πατριάρχη και την αδελφή του που ζούσε μαζί του, μέχρι τις ανοιχτές απειλές για αποκάλυψη σκανδάλων που βάρυναν μερικούς από τους συνοδικούς μητροπολίτες και οι σχετικοί φάκελοι υπήρχαν στις τουρκικές αρχές ασφαλείας.

Ριζοσπαστης 31.7.1947, σελ. 4

Και το κυριότερο: σε όλους τους ενδιαφερόμενους κατέστη σαφές ότι οι κυβερνήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών της Ελλάδας και της Τουρκίας είναι αποφασισμένες να επιβάλουν την εκλογή του Αθηναγόρα.

Oι πιέσεις αποδίδουν

Οι πιέσεις απέδωσαν και στις 18 Οκτωβρίου 1948 οι Σκέφερης και Μελάς πήγαν με το καραβάκι της γραμμής στη Χάλκη όπου είχαν απομονώσει το Μάξιμο οι αντιδρώντες ιεράρχες, τον συνάντησαν και πήραν το κείμενο της παραίτησης. Όσο για τις υποσχέσεις μιας άνετης ζωής γι’ αυτόν και την αδελφή του, γρήγορα ξεχάστηκαν και ο Μάξιμος πέθανε μόνος και πάμφτωχος.

Απέμενε η διαμόρφωση της απαραίτητης πλειοψηφίας για την εκλογή του Αθηναγόρα. Και το πρόβλημα αυτό λύθηκε αφού οι συσχετισμοί στη Σύνοδο ανατράπηκαν με την εξασφάλιση της υποστήριξης του ισχυρού μητροπολίτη Ειρηνουπόλεως Κωνσταντίνου που υποχώρησε στις πιέσεις της ελληνικής κυβέρνησης.

Την 1η Νοεμβρίου 1948 συγκαλείται η Ενδημούσα Σύνοδος από 17 αρχιερείς και καταρτίζει το λεγόμενο «τριπρόσωπο» ψηφοδέλτιο από τρεις κληρικούς που είχαν επαρχίες εκτός του τουρκικού κράτους: του Αθηναγόρα και των μητροπολιτών Μηθύμνης Διονυσίου και Κώου Εμμανουήλ.

Και οι τρεις πήραν από 11 ψήφους , ενώ έξι συνοδικοί υποστηρικτές του μητροπολίτη Δέρκων Ιωακείμ αντιπάλου του Αθηναγόρα, έριξαν λευκά ψηφοδέλτια σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη διαδικασία.

Ενδεικτικό της εύνοιας της τουρκικής κυβέρνησης στο πρόσωπο του Αθηναγόρα είναι το γεγονός ότι επέτρεψε τη συμμετοχή του στην ψηφοφορία κατά παρέκκλισιν του Διατάγματος 1092 του 1923 , που όριζε πως στην πατριαρχική εκλογή μπορούν να συμμετάσχουν μόνο τούρκοι υπήκοοι.

Μετά την εκλογή του ο νέος Πατριάρχης έλαβε και την τουρκική ιθαγένεια , με το αιτιολογικό ότι είχε γεννηθεί επί τουρκικού εδάφους, αφού η πατρίδα του , τα Τσαραπλανά στην Ήπειρο , μέχρι το 1912 αποτελούσαν τουρκικό έδαφος. Αντίθετα η κυβέρνηση της Άγκυρας επικαλέσθηκε το ίδιο Διάταγμα για να αποκλείσει από τη διαδικασία της εκλογής τον μητροπολίτη Δέρκων.

Ιδιαίτερα φιλικές στο πρόσωπο του Αθηναγόρα ήταν και οι αναφορές του τουρκικού Τύπου. Οι σοβαρότερες μάλιστα από τις εφημερίδες της Άγκυρας θεωρούσαν βέβαιη την εκλογή του προεξοφλώντας και τις ψήφους που θα ελάμβανε.

«Η μάχη της Χριστιανοσύνης»

Αμέσως μετά την εκλογή του ο Αθηναγόρας έκανε μια μεγάλη περιοδεία στις επαρχίες της αρχιεπισκοπής Αμερικής. Και σ’ αυτή δίνοντας το στίγμα της πολιτικής που επρόκειτο να ακολουθήσει κάλεσε σε αντικομμουνιστική σταυροφορία χαρακτηρίζοντάς την ως την «ιερότερη μάχη» που έδωσε ποτέ ο χριστιανικός κόσμος. Στα τέλη Νοεμβρίου του 1948 μιλώντας σε κληρικολαϊκή συγκέντρωση στη Βοστώνη μίλησε περισσότερο ως πολιτικός παρά ως εκκλησιαστικός ηγέτης:

«Καταιγίδες αντιξοοτήτων ξεσπούν γύρω μας και το ολέθριο πνεύμα της καταστροφής απειλεί να πνίξει την ελευθερία της συνειδήσεώς μας, τα ανθρώπινα ιδανικά μας και τα ιερά του χριστιανικού πολιτισμού θεμέλια (…). Η Ελλάς από το ένα μέρος διεξάγει ήδη σκληρόν αγώνα δια να διατηρήσει την ελευθερίαν και την εδαφικήν της ακεραιότητα. Η Τουρκία αφ΄ ετέρου ευρίσκεται εις συνεχή επιφυλακτικήν στάσιν εν όψει της ίδιας απειλής. Το Δόγμα Τρούμαν απεδείχθη εν τη πράξει ως εις εκ των αποτελεσματικοτέρων παραγόντων εις τον αγώνα προς απόκρουσιν της επιθέσεως αυτής. Καλώ όλους τους Αμερικανούς όπως ενισχύσουν τας προσπαθείας του προέδρου Τρούμαν (…). Το να λησμονήση τις το ιερόν τούτο χρέος κατά τας κρισίμους ώρας θα ισοδυνάμει προς το να λιποτακτήση και να εγκαταλείψη την θέσιν του εις την ιερωτέραν μάχην εξ όσων εδόθησαν ποτέ δια την υπεράσπισιν των ιδανικών της χριστιανοσύνης».

«Το πηδάλιον εις χείρας στιβαράς»

Στις 16 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς ο Αθηναγόρας αποχαιρετά τον πρόεδρο Τρούμαν στο Λευκό Οίκο. Η συνάντηση είναι ιδιαίτερα θερμή , αλλά και αποκαλυπτική για το ρόλο που καλείτο να παίξει ο νέος Οικουμενικός Πατριάρχης στην αντιπαράθεση με τον κομμουνισμό. Ο Κωστής Μπαστιάς , ανταποκριτής της «Βραδυνής» στην Ουάσινγκτον κατέγραψε το διάλογο που είχαν ο ορθόδοξος ιεράρχης και ο βαπτιστής αμερικανός πρόεδρος:

«Ο Πρόεδρος Τρούμαν ετόνισεν εις τον Πατριάρχην ότι η αναχώρησίς του εξ Αμερικής πληροί την καρδίαν αναμίκτου αισθήματος, χαράς και λύπης. Χαράς μεν διότι το πηδάλιον της Ανατολικής Εκκλησίας περιέρχεται εις τόσον στιβαράς χείρας εις μίαν κρίσιμον περίοδον του κόσμου, λύπης δε διότι απομακρύνεται εξ Αμερικής ιεράρχης τοσαύτας προσενεγκών υπηρεσίας εις την υπόθεσιν του Χριστιανισμού και γενικότερον της ειρήνης.

 Όσον μακράν και αν πηγαίνετε, ετόνισε ο Αμερικανός πρόεδρος, είμαι βέβαιος ότι εις την καρδίαν σας αποκομίζετε την Αμερικήν

Και προσωπικώς δεν θα παύσω να παρακολουθώ με το στοργικότερον ενδιαφέρον το έργον Σας, δια την στερέωσιν του Χριστιανισμού και της ειρήνης.

Ο Αθηναγόρας ασπάζεται τον Χάρυ Τρούμαν λίγο μετά την παρασημοφόρηση του αμερικανού προέδρου με την ανώτερη διάκριση της αρχιεπισκοπής Αμερικής.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης δακρύων εκ συγκινήσεως απήντησεν εις τον Πρόεδρον ότι και εκείνος κατέχεται υπό αναλόγων αναμίκτων αισθημάτων:

 Ορθώς διεγνώσατε Εξοχώτατε, ότι αποχωρών εντεύθεν συναποκομίζω εις την ψυχήν μου την Αμερικήν. Μαζί με τον ασπασμόν του αποχωρισμού, ήλθα να Σας ευχαριστήσω, δι΄ όσα πράττετε δια την ανακούφισιν των λαών από τας πληγάς του πολέμου και δια την βοήθειαν την οποίαν τόσον χριστιανικώς παρέχετε εις αυτούς όπως επουλώσουν τας πληγάς αυτών.

Εντελώς όμως ιδιαιτέρως, εξηκολούθησεν ο πατριάρχης, θέλω να σας ευχαριστήσω δια την βοήθειαν την οποίαν προσφέρετε εις την Ελλάδα και την Τουρκίαν και να σας τονίσω την ανάγκην της αποτελεσματικής συνεχίσεώς της μέχρι της πλήρους ολοκληρώσεως.

«Θα ολοκληρώσωμεν το έργον το οποίον έχωμεν αναλάβει»

Εις το σημείον αυτό ηγέρθη ο πρόεδρος των ΗΠΑ και με έκδηλον συγκίνησιν, έσφιξε την χείρα του Πατριάρχου και ετόνισε:

-Μη έχετε ουδεμίαν αμφιβολίαν ότι την βοήθειαν αυτήν θα την συνεχίσωμεν μέχρι τέλους, δηλαδή μέχρις ότου ολοκληρώσωμεν το έργον το οποίον έχομεν αναλάβει. Σήμερον μάλιστα είμαι ιδιαιτέρως ικανοποιημένος διότι εκ της λεπτομερούς εκθέσεως, την οποίαν μόλις προ ολίγης ώρας μου έκαμε ο κ. Γκραίηντυ, διαπίστωσα ότι δικαιολογείται κάθε αισιοδοξία δια το μέλλον της Ελλάδος και ότι εντός χρονικού διαστήματος μικρότερου του ενός έτους, θα έχωμεν μόνιμα και ευχάριστα αποτελέσματα, τόσον εις τον τομέα αποκαταστάσεως της τάξεως όσον και εις το πεδίον της οικονομικής ανασυγκροτήσεως.

Ακολούθως ο Αμερικανός Πρόεδρος οδήγησε τον Πατριάρχη προ του μεγάλου χάρτου των δύο ημισφαιρίων, ο οποίος ευρίσκεται πάντα ανηρτημένος στο γραφείο του , από της εποχής του προέδρου Ρούζβελτ και υποδεικνύοντας ένα προς ένα τα νευραλγικά σημεία του κόσμου, όπου παρατηρείται αστάθεια και ανωμαλία ετόνισε:

 Πιστεύω ότι όλαι αυταί αι πληγαί θα επουλωθούν συντόμως και ο πόθος της ειρηνικής διαβιώσεως των λαών θα γίνει πραγματικότης, ώστε να μη χρειάζονται πλέον σιδηρά παραπετάσματα. Πιστεύω ότι η ορθοφροσύνη και η καλή θέλησις θα επικρατήσουν πανταχόθεν και θα εξασφαλίσουν την ειρήνην.

 Αμήν, προσέθεσεν ο Πατριάρχης και ενηγκαλίσθη και κατησπάσθη του προέδρου….».

Με το προσωπικό αεροπλάνο του Τρούμαν

H άφιξη του νέου Πατριάρχη στην Κωνσταντινούπολη στις 26 Ιανουαρίου 1949 σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας περιόδου , τόσο στις διαδικασίες προσέγγισης και συνεργασίας Ελλάδας και Τουρκίας υπό την ομπρέλα του ΝΑΤΟ ( η επίσημη ίδρυσή του αναγγέλθηκε δυο μήνες μετά, το Μάρτιο του 1949), όσο και στις σχέσεις του Πατριαρχείου με την τουρκική κυβέρνηση.

O Πατριάρχης Αθηναγόρας στην Άγκυρα με τον πρόεδρο της Τουρκίας Ισμέτ Ινονού

Ο νέος Πατριάρχης έφθασε στην Πόλη με το προσωπικό αεροπλάνο του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών και συνοδευόταν από τον ιδιαίτερο υπασπιστή του Τρούμαν συνταγματάρχη Τσαρλς Μάρα. Όσοι τον υποδέχθηκαν εντυπωσιάστηκαν όταν τον άκουσαν να του ςμιλάει στα τουρκικά για να εκφράσει την εκτίμησή του στον πρόεδρο της Τουρκίας Ισμέτ Ινονού. Αμέσως μετά το αεροδρόμιο κατευθύνθηκε στην κεντρική πλατεία της Πόλης όπου κατέθεσε στο μνημειο του Κεμάλ Ατατούρκ στεφάνι με λουλούδια προερχόμενα από τον κήπο του Λευκού Οίκου.

Η αλλαγή του κλίματος είναι ραγδαία. Τον Φεβρουάριο επισκέπτεται την Άγκυρα και επιδίδει στον Ινονού προσωπικό μήνυμα του Τρούμαν. Ιδιαίτερα θερμές είναι και οι συναντήσεις με τον πρωθυπουργό Σεμσετίν Γκιουναλτάι και τον υπουργό Εξωτερικών Ερισγκίλ. Το Πατριαρχείο «αναπνέει». Τα ομογενειακά ιδρύματα και οι κοινοτικές εκκλησίες θα μπορούν πλέον να αυτοδιοικούνται , ενώ παράλληλα καταργείται η βαριά φορολογία που τους είχε επιβληθεί με νόμο του 1936. Επιτρέπονται πάλι τα ταξίδια των κληρικών του Πατριαρχείου στο εξωτερικό. Κυκλοφορούν και νέα εκκλησιαστικά έντυπα όπως ο «Απόστολος Ανδρέας».

Από την πλευρά του ο Αθηναγόρας με συνεχείς κινήσεις καλής θέλησης προσπαθεί να κερδίσει την τουρκική κοινή γνώμη. Αποφασίζει την ανάρτηση των φωτογραφιών του Κεμάλ Ατατούρκ και του Ισμέτ Ινονού στα πατριαρχικά γραφεία και την ύψωση της τουρκικής σημαίας στο Φανάρι. Ακόμη δεν παραλείπει να μιλάει για την «φιλτάτη ημών πατρίδα», την Τουρκία και για τον «γενναίο τουρκικό λαό , εν μέσω του οποίου και εγώ εγεννήθην και έζησα ημέρας ευτυχείς». Όσο για την Ελλάδα χρησιμοποιεί προσεκτικές διατυπώσεις, μιλώντας για τη «γείτονα και φίλην χώρα».

Πατριαρχείο και Μαρξισμός

Οι βιογράφοι του Αθηναγόρα υποστηρίζουν ότι τόσο ως αρχιεπίσκοπος Αμερικής όσο και ως Πατριάρχης ουδέποτε έλαβε επίσημη θέση απέναντι στο Μαρξισμό , λαμβάνοντας κυρίως υπ’ όψιν τα προβλήματα που θα μπορούσαν να δημιουργηθούν με τις ορθόδοξες Εκκλησίες στη Σοβιετική ένωση και τις σύμμαχες χώρες της. Πράγματι επίσημος αφορισμός των κομμουνιστών, ανάλογος προς τις πολλές παπικές εγκυκλίους των τελευταίων χρόνων της δεκαετίας του ’40 δεν υπάρχει.

Είναι γεγονός όμως, ότι εκτός της καθημερινής πολιτικής πρακτικής που ήταν ξεκάθαρα ενταγμένη στους στόχους του δυτικού στρατοπέδου και εκφράστηκε με την ανοιχτή υποστήριξη της μιας πλευράς στον ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο, το Οικουμενικό Πατριαρχείο έφθασε πολύ κοντά στον ανοικτό γενικό αφορισμό των κομμουνιστών.

Άγιον Όρος 1963. Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας με τον τότε βασιλιά Παύλο και τον διάδοχο Κωνσταντίνο στις γιορτές της χιλιετηρίδας του Αγίου Όρους.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση των Κωνσταντινοπουλιτών, οι οποίοι υπηρέτησαν στον ελληνικό Στρατό στο Αλβανικό Μέτωπο και τη Μέση Ανατολή, επηρεάστηκαν από τις ιδέες του ΚΚΕ και του ΕΑΜ και όταν επέστρεψαν στην Πόλη ανέπτυξαν πολιτική δράση κυρίως μέσα από τις γραμμές του παράνομου Κ.Κ. Τουρκίας. Στις 17 Ιουλίου 1949 η Πατριαρχική Σύνοδος σε δήλωσή της προειδοποιούσε ότι θα αφορίζονταν οι ομογενείς, οι οποίοι υποστήριζαν κομμουνιστικές ιδέες και κινήματα.

Ωστόσο το Πατριαρχείο δεν προχώρησε στην υλοποίηση αυτής της απειλής. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η άμεση αντίδραση του Πατριαρχείου της Μόσχας. Σε δήλωσή του στην «Ιζβέστια» ο Πατριάρχης Αλέξιος αφού ανέφερε ότι δεν υπήρχε επίσημη ενημέρωση για την απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου περί του αφορισμού των ορθοδόξων που είναι μέλη κομμουνιστικού κόμματος προσέθετε και τα εξής: « Δεν δύναται να υπάρχει σύγκρουσις μεταξύ της υπακοής εις το σοβιετικόν κράτος και εις την ορθόδοξο Εκκλησία , αρκεί οι πιστοί να είναι πιστοί εις την ακριβή έννοιαν των ευαγγελικών εντολών και την αποστολικήν διδασκαλίαν».

Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας με τον Αριστοτέλη Ωνάση. Ο Πατριάρχης που πάντα τα είχε καλά με τους ισχυρούς του χρήματος.

Ακόμη στο περιοδικό του Πατριαρχείου της Μόσχας ( 1949, τ.4) δημοσιεύθηκε συνέντευξη του Αλέξιου στον ανταποκριτή του πρακτορείου Ρώυτερ Ντόναλντ Ντάλλας στην οποία ο Ρώσος Πατριάρχης ρωτήθηκε αν έλαβε γνώση για την πρόθεση του Οικουμενικού Πατριαρχείου να αφορίσει τους κομμουνιστές. Η απάντηση του Αλέξιου ήταν η παρακάτω: «Περί αποφάσεως του Οικουμενικού Πατριάρχου , όπως εκδώσει διαταγήν περί αφορισμού από της ορθοδόξου Εκκλησίας , πάντων των υποστηριζόντων τον κομμουνισμόν , ουδέν ούτε εγώ ούτε η Σύνοδος της ρωσικής ορθοδόξου Εκκλησίας γνωρίζομεν. Επί πλέον , ημείς και η Σύνοδος δεν επιτρέπομεν την σκέψιν , ότι εκ μέρους ορθοδόξου Πατριάρχου ήτο δυνατόν να προέλθει τοιαύτη απόφασις , ήτις ριζικώς θα αντίκειται προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ορθοδόξου χριστιανική πίστεως».

 

To τέλος του «ειδυλλίου»

 

Το «ειδύλλιο» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και η περίοδος ανεκτικότητας για του έλληνες της Κωνσταντινούπολης δεν κράτησαν πολύ. Η όξυνση της κατάστασης στην Κύπρο έφερε πάλι τις δυο «σύμμαχες» χώρες Ελλάδα και Τουρκία αντιμέτωπες και έθεσε σε δοκιμασία την πολιτική του Αθηναγόρα. Αποκορύφωμα ήταν τα γεγονότα της νύχτας της 6ης Σεπτεμβρίου 1955 με το πογκρόμ κατά των ομογενών της Πόλης που αποτέλεσε και την αρχή για την εκδίωξή τους….

Σεπτέμβριος 1955: Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας στα ερείπια εκκλησίας της Παναγίας που καταστράφηκε στο πογκρόμ κατά της μειονότητας στην Κωνσταντινούπολη στα γνωστά «Σεπτεμβριανά». Τότε που οι αμερικανοί «φίλοι» του, τον εγκατέλειψαν στην τύχη του.

 

Βασική βιβλιογραφία

-Αθαν. Ι. Δεληκωστόπουλου «Έξω από τα τείχη- Αθηναγόρας Α΄», εκδόσεις ΑΛΦΑ ΔΕΛΤΑ, Αθήνα 1988.

-Άγγελου Βλάχου « Μια φορά κι ένα καιρό ένας διπλωμάτης…», τ. Β΄, Αθήνα 1985. Ο Βλάχος ήταν μάρτυρας των γεγονότων καθώς υπηρετούσε ως υποπρόξενος στο ελληνικό προξενείο στην Κωνσταντινούπολη.

-Αλέξη Αλεξανδρή « Το ιστορικό πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, 1923-1955», στο συλλογικό τόμο «Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις 1923-1987», εκδόσεις Γνώση, Αθήνα1988

-Σεραφείμ Παύλου «Η εκλογή του Αρχιεπισκόπου Αμερικής Αθηναγόρα στον Οικουμενικό Θρόνο (1946-1948)». Διδακτορική Διατριβή στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Τμήμα Θεολογίας. Θεσσαλονίκη 2016. Με σημαντικά στοιχεία ( αλληλογραφία Τρούμαν- Αθηναγόρα και Αμερικανών διπλωματών στην Τουρκία, έγγραφα από το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών κ.λπ.

-Δ. Μαυρόπουλου «Πατριαρχικαί σελίδες, το Οικουμενικόν Πατριαρχείον 1878-1949».

-Βύρωνος Θεοδωρόπουλου «Οι Τούρκοι κι’ εμείς», εκδόσεις Φυτράκη, Αθήνα 1988. Ο Θεοδωρόπουλος υπηρέτησε επί πολλά χρόνια στην Τουρκία, ήταν πρόξενος στην Κωνσταντινούπολη και χειρίστηκε τα τουρκικά θέματα στο υπουργείο Εξωτερικών.

-Οι τόμοι του περιοδικού « Εκκλησία» (επίσημο περιοδικό της Εκκλησίας της Ελλάδος) των ετών 1947,1948,1949.

– Γιώργου Καραγιάννη «Η Εκκλησία από την Κατοχή στον Εμφύλιο», εκδόσεις Προσκήνιο- Άγγελος Σιδεράτος, Αθήνα 2001.

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email