Κοινωνία Πολιτική

Βία, ελευθερία και κυρίαρχη ιδεολογία

Λάβαμε από τον Γιάννη Τζιάλλα, αναγνώστη του «Ημεροδρόμου», το παρακάτω κείμενο με τίτλο «Βία, ελευθερία και κυρίαρχη ιδεολογία», και το δημοσιεύουμε:

Μια απ’τις νίκες της αστικής ιδεολογίας είναι να μην αντιλαμβάνεσαι ότι σκέφτεσαι και αντιδράς αυθόρμητα και αυτόματα, σχεδόν αντανακλαστικά μέσα στα όρια και στα σχήματά της. Το να βγει κανείς από τα πλαίσια της κυρίαρχης ιδεολογίας και μάλιστα σε περίοδο κοινωνικής “κανονικότητας”  είναι πράξη εξαιρετικά βίαιη κι επώδυνη για το υποκείμενο. Ο Ζίζεκ λέει ένα ωραίο: “Θα πρέπει να καταναγκαστείς να απελευθερωθείς”. Κι αμέσως μετά “Αν στηριχθείς απλά στην ενδεχόμενη στιγμιαία ευημερία, δεν θα είσαι ποτέ ελεύθερος. Η ελευθερία πονάει.”

Στην ελληνική περίπτωση η διαπιστωμένη πια ακραία κρατική/θεσμική βία (γιατί υπάρχει αφενός η πλευρά της αστυνομικής βίας, αλλά υπάρχει και η πλευρά της θεσμικής βίας που εκφράζεται για παράδειγμα στην επιλεκτική απόδοση δικαιοσύνης ή αλλιώς στην ατιμωρησία των ισχυρών και των χρήσιμων για το σύστημα) έχει χαρακτήρα καταναγκαστικό (αυτό που οι κυβερνητικοί περιγράφουν ως “αναγκαστικότητα”). Αυτή η καταναγκαστικότητα που έχει οξυνθεί το τελευταίο διάστημα, θα έλεγε κανείς ότι πλέον είναι εκτός ελέγχου φλερτάροντας με το ξεπέρασμα των ορίων μιας “αστικής κανονικότητας που θα έπρεπε να προστατεύει τον πολίτη και τα ατομικά και συλλογικά του δικαιώματα”.

Θα μπορούσα να αναφέρω εδώ διάφορα ιστορικά στιγμιότυπα της τελευταίας δεκαπενταετίας που έχουν ως κοινό παρονομαστή μια πρώτη, σχεδόν αντανακλαστική στάση του κοινωνικού σώματος: κρατική δολοφονία Γρηγορόπουλου, είσοδος στο ΔΝΤ, διακήρυξη της συνυπευθυνότητας όλων σε σχέση με το χρέος, συγκυβερνήσεις ιδεολογικά ετερόκλητων δυνάμεων, είσοδος ναζιστών στη βουλή, δολοφονία Φύσσα, Σκουριές, κλείσιμο ΕΡΤ, μαζικές αυτοκτονίες, ανατροπή του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος, εκατοντάδες πνιγμοί προσφύγων στο Αιγαίο, ευρωπαϊκή αναλγησία σε σχέση με την ελληνική κρίση και το προσφυγικό πρόβλημα, κλπ. Η πρώτη αντίδραση του κοινωνικού σώματος είναι η έκπληξη.

Γιατί όμως έκπληξη;
Μια πρώτη απάντηση είναι: γιατί η πραγματικότητα διαψεύδει, παραβιάζει, συντρίβει όλο και περισσότερο το κυρίαρχο ιδεολογικό σχήμα. Τον τρόπο δηλαδή που έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε από τα παιδικά μας χρόνια: Ο αστυνομικός προστατεύει. Η δικαιοσύνη “δικαιώνει”. Τα πολιτικά κόμματα εκφράζουν με συνέπεια τις διαφορετικές συλλογικές βουλήσεις. Η ΕΕ εγγυάται την ειρήνη και προωθεί την αλληλεγγύη μεταξύ των χωρών-μελών της. Οι αριστεροί είναι αριστεροί, οι δεξιοί δεξιοί, οι κυβερνήσεις εναλλάσσονται με διαφορετικές πολιτικές ατζέντες, το κράτος προστατεύει τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα των πολιτών του κ.ο.κ.

Ταυτόχρονα με τα παραπάνω για πρώτη φορά βγαίνει στην εμπροσθοφυλακή με ένταση από την πλευρά της Δεξιάς (Βορίδης) το θέμα της “ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς” και πως αυτό πρέπει επί τέλους να λήξει και από την πλευρά της κεντροαριστεράς (Τσίπρας) το ζήτημα του “ηθικού πλεονεκτήματος της Αριστεράς” το οποίο η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ έπρεπε να υπερασπιστεί εν μέσω κρίσης με κάθε κόστος. Και τα δυο μολονότι παρουσιάζονται ως δίπολο, δεν είναι παρά η ίδια ιδεολογική κατασκευή που έρχεται να περιγράψει και να απολογηθεί ταυτόχρονα για τη χρεωκοπία της αστικής ιδεολογίας, αυτό που λέγαμε παραπάνω διάψευση του αστικού ιδεολογικού σχήματος από την ίδια την πραγματικότητα.

Από τη μια πλευρά η Δεξιά προσπαθεί να παρουσιάσει την κοινωνική ανωμαλία και το θεσμικό ταρατατζούμ σε Ελλάδα και Ευρώπη ως το πολιτικό απότοκο της ιδεολογικής ηγεμονίας της αριστεράς που μας οδήγησε σε αυτήν την έκρυθμη κατάσταση. Από την άλλη, κεντροαριστερά και σοσιαλδημοκρατία αυτο-δικαιώνονται μέσα από μια αμφίβολης ποιότητας ηθική που ρυθμίζεται κατά το δοκούν και παρουσιάζουν πως εξαναγκάζονται σε κυβερνητικές αποφάσεις “ευθύνης” με γνώμονα το κρίσιμο της κατάστασης και το realpolitic.

Ιδεολογία που διαψεύδεται από την πραγματικότητα παράγει ιδεολογία για να εξηγήσει τη διάψευσή της.

Πώς όμως αντιλαμβάνεται αυτή τη διαδικασία το κοινωνικό σώμα; Μπορεί να διαγνώσει την απάτη; Νομίζω πως η πλειοψηφία των πολιτών επιμένει να στηρίζει το υπό κατάρρευση ιδεολογικό μοντέλο. Η έκπληξη ανακυκλώνεται κάθε φορά που η ειδησεογραφία εμπλουτίζεται με ένα νέο παράδειγμα ακραίου καταναγκασμού και η ερμηνεία του εμπίπτει στο κατ’εξαίρεση. Άλλος ένας κατ’εξαίρεση “κακός” αστυνομικός, εισαγγελέας, πολιτικός, επιχειρηματίας κλπ. Με κάθε ανάλογο παράδειγμα η πίστη στο θεσμικό και ιδεολογικό πλαίσιο αντί να εξασθενεί, ενισχύεται και ανατροφοδοτείται μια αόριστη ελπίδα εύρυθμης λειτουργίας του συστήματος στο μέλλον. Ένα άλλο κομμάτι της κοινωνίας επιλέγει να συστρατευθεί με τον ισχυρό. Να συμβάλλει δηλαδή με την ανοχή του ή την έμπρακτη υποστήριξή του στη διάδοση του νέου αφηγήματος της κυρίαρχης ιδεολογίας. Μόνο που αυτό σημαίνει ταυτόχρονα εκτός από το διαζύγιο με την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία όπως τη γνωρίσαμε από τη μεταπολίτευση κι έπειτα και το επικείμενο διαζύγιο με την κοινή λογική.

Υπάρχει κι ένα κομμάτι που επιδιώκει να πάψει να εκπλήσσεται· να ένα καλό πρώτο βήμα προς την ατομική και συλλογική απελευθέρωση. Η συνειδητοποίηση της ύπαρξης μιας δικτατορίας στον πυρήνα της αστικής δημοκρατίας, με την έννοια ενός οικονομικού, πολιτικού και ιδεολογικού συστήματος καταναγκασμού σε βάρος όλων των υπόλοιπων υποτελών τάξεων και κοινωνικών ομάδων, είναι ένα απαραίτητο στάδιο προς την ολοκληρωτική αποκάλυψη της λειτουργίας της κυρίαρχης ιδεολογίας. Αυτή η γενική διαπίστωση, δυστυχώς, δεν είναι παρά οι πόνοι των πρώτων συσπάσεων πριν τον τοκετό. Πολύ γρήγορα αυτή η παραδοχή δίνει τη θέση της σε μια συνειδητοποίηση: ο αστυνομικός δεν υπάρχει για να προστατεύει, ο δικαστής για να δικαιώνει, οι εναλλασσόμενες αστικές κυβερνήσεις για να εκφράζουν διαφορετικές κοινωνικές στρατηγικές κοκ.

Όλες οι θεσμικές μορφές του αστικού κράτους υπάρχουν για να εξασφαλίζουν την κυριαρχία της αστικής τάξης και σε περίοδο βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης όταν η αστική αφήγηση χρεοκοπεί και η βαρβαρότητα του καπιταλισμού αποκαλύπτεται με όλη της τη γύμνια και τη “μεγαλοπρέπεια” μπροστά στους πολίτες, ο καταναγκασμός αυξάνεται, η βία και η κρατική καταστολή πολλαπλασιάζονται και οι θεσμοί μεροληπτούν πολύ παραπάνω από το σύνηθες. Πώς να μιλήσεις για βελτίωση ή για “κατά περίπτωση” μετά από μια τέτοια συνειδητοποίηση; Μετά την αποκάλυψη της κίνησης και της ιστορικότητας των κοινωνικών συστημάτων αυτή η μερίδα της κοινωνίας αρνείται απλά να πιστέψει στο παραμύθι της παλιάς κυρίαρχης ιδεολογίας και στην προσπάθεια της να “αναβαπτιστεί” με νέες αφηγήσεις.

Κι εκεί ακολουθεί ο πόνος, η απομόνωση/περιθωριοποίηση (ακόμα κι αν είναι προσωρινή) από το κοινωνικό σύνολο. Εκεί οι φράσεις “καλά σας κάνανε”, “τί δουλειά είχε 16 χρονών παιδί στα Εξάρχεια”, “πούστης και πρεζάκιας ήτανε”, “ποιο ένταλμα, αφήστε την αστυνομία να κάνει τη δουλειά της” παίρνουν άλλο νόημα, συνολικό. Δεν είναι πια κατά περίπτωση, είναι ευθεία επίθεση ενός ολόκληρου συστήματος εξουσίας στο κοινωνικό σώμα. Δεν μπορείς πια να είσαι ήσυχος “στη στιγμιαία ευημερία” σου. Πρέπει να αντιδράσεις όπως μπορείς. Κι αυτή η ελευθερία πονάει.

(Επισκέψεις: 1.353 φορές, όπου 1 ημερήσιες)

Σχετικά Άρθρα

Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend