Κοινωνία

Το παραμύθι που μου είπε η κόρη μου

     -Μπαμπααά!!

    -Αγάπη μου;

    -Δε μπορώ να κοιμηθώ,παραμύθι.

    -Αποκλείεται,είπα αυστηρά.Ξέρεις τι ώρα είναι; έκανα τον άτεγκτο. Όταν η κόρη μου ξεκινάει τις καθυστερήσεις στον ύπνο,είναι ανίκητη. Αλλά ήμουν αποφασισμένος. Σήμερα θα κέρδιζα εγώ.

   -Μπαμπά,είπα, θέλω παραμύθι.

   -Εγώ δε λέω τίποτα. Νυστάζω. Άμα θες,πες εσύ σε μένα,της είπα για να την αποθαρρύνω.

   -Εντάξει λοιπόν, μου είπε για να με αφήσει κάγκελο.

Δεν παραιτήθηκα. Έκανα οτι κοιμάμαι. Αλλά αυτή ήταν ανένδοτη. Και η αθεόφοβη,ξεκίνησε.

  ΄΄Λοιπόν μπαμπά, μια φορά και έναν καιρό, υπήρχε ένα μαγεμένο νησί. Το κύκλωνε μια πανέμορφη θάλασσα, που στο βυθό της λαμπύριζαν μαργαριτάρια και κολυμπούσαν πολύχρωμα ψάρια.. Οι γλάροι κάθε μερα έκαναν διαγωνισμό να αφήσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο αποτύπωμα των ποδιών τους στις άσπρες,αμμουδερές παραλίες του νησιού. Φοίνικες και αλμύρες οριοθετούσαν τις φεγγαρόλουστες παραλίες απο το εσωτερικό του Νησιού.

   Εύφορες καλλιέργειες,εκτάσεις με φωτισμένα θερμοκήπια απο ανοιχτό πράσινο ως λαδί, σπίτια μικρά απο καλαμιές και αχυρένιες σκεπές με ενιαίους κήπους που οι νησιώτες άναβαν φωτιές. Και στη μέση του Νησιού, ένα βουνό, με δρόμο στριφογυριστό απο τη βάση ως την κορφή του, με ελιές φυτεμένες στις παρυφές του, που έφτανε ψηλά σε ένα επιβλητικό Μαύρο Κάστρο,μισοκρυμμένο απο μπαμπακένια σύννεφα και από σκοτάδι.

   Αυτό το μαγεμένο νησί δεν απείχε παρά ελάχιστη απόσταση από  την πιο κοντινή στεριά. Κι όμως, κανείς στεριανός δεν μπορούσε να το δει. Γιατί το Νησί ήταν αόρατο.

   Η κακιά μάγισσα Σόνια Μασόνια που κυβερνούσε το Νησί από το Μαύρο Κάστρο, το είχε καταραστεί. Πολλά χρόνια πριν,οι νησιώτες εξεγέρθηκαν εναντίον της, γιατί τους έπαιρνε τη σοδειά και τα ψάρια. Γιατί τους είχε καταραστεί να είναι για πάντα φτωχοί. Όμως, η Σόνια Μασόνια κέρδισε τον πόλεμο. Με τον μαγεμένο στρατό της απο μολυβένιους στρατιώτες νίκησε μέσα σε 7 ημέρες. Οι νησιώτες δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Υπέστησαν τρομερή  σφαγή.Παραδώθηκαν.

   Η κακιά μάγισσα σκότωσε τους αρχηγούς των εξεγερμένων. Πήρε τα όπλα τους. Και εκτός απο τη σοδειά και τα ψάρια των νησιωτών, τους επέβαλε να παραδίδουν στην ίδια,τα μισά νεογέννητα παιδιά τους. Κάθε χρόνο,αρσενικά και θηλυκά. Ο αδίστακτος στρατηγός της, ο Νούλο Αντονούλο, εκπαίδευε τα αγόρια σε ανελέητους στρατιώτες και η πιστή της υποτακτική Κρίστα, μετέτρεπε τα κορίτσια σε πιστές υπηρέτριες. Η Σόνια Μασονια, ο Αντονούλο και η Κρίστα επέβλεπαν μαζί την αρπαγή της σοδειάς και των παιδιών κάθε χρόνο. Και η τρομερή μάγισσα καταρράστηκε το νησί να είναι αόρατο και να μην το βλέπει ο ήλιος. Βαθύ σκοτάδι κάλυψε το νησί.

 ‘Όμως, οι νησιώτες δεν μπορούσαν ούτε την πείνα τους να κοροιδέψουν ούτε τα παιδιά τους να ξεχάσουν. Και όσο δεν έβλεπαν το φως του ήλιου,τόσο περισσότερο πονούσαν. Η Σόνια Μασόνια, τριγυρνούσε, μεταμφιεσμένη σε νησιώτισσα, ανάμεσα στους νησιώτες κάθε σκοτεινή μέρα. Και άκουγε τη δυσαρέσκεια τους.Μια και δυο, μετέτρεψε ένα βάτραχο με το μαγικό της ραβδί σε τελάλη. Τον ονόμασε Λίνο και τον έβαλε από την επόμενη μέρα να τριγυρνά ανάμεσα στους νησιώτες και να τους φωνάζει πόσο αδίστακτη είναι η ανίκητη μάγισσα Σόνια Μασόνια. Πως ό,τι και να έκαναν δε θα μπορούσαν να αλλάξουν την τραγική τους μοίρα. Πως δεν υπήρχε ελπίδα.

   Μα τα παράπονα δε σταμάτησαν. Ίσα ίσα, αυξήθηκαν. Μάλιστα,οι νησιώτες άρχισαν να επικοινωνούν με τους στεριανούς,ψάχνοντας για βοήθεια, ωστε να νικήσουν την κακιά μάγισσα.Η Σόνια Μασόνια,ο Αντονούλο, η Κρίστα και ο Λίνος κατάλαβαν ότι κινδυνεύουν. Κλείστηκαν πολλές νύχτες στο Μάυρο Καστρο. Η Σόνια Μασόνια είχε βρει τον τρόπο να χορτάσει την πείνα του λαού-για λίγο. Αλλά το μαγικό ξόρκι που θα εξαφάνιζε την αγάπη των νησιωτών για τα παιδιά τους απαιτούσε την ειλικρινή συνεργασία τους. Πως θα το έκανε αυτό?Και τελικά συνέλαβε ένα απλό σχέδιο…Θα τους έκανε μια πρόταση που δε θα μπορούσαν να αρνηθούν…

   Η τρομερή μάγισσα μάγισσα απευθύνθηκε την επόμενη, κιόλας , νύχτα στο λαό. Ανέβηκε στο ψηλότερο μπαλκόνι του Κάστρου και άρχισε:

΄΄Για να δείτε πόσο μεγαλόψυχη είμαι απέναντι σας, απέναντι σε σας που τόσο αχάριστα ξεσηκωθήκατε εναντίον μου,θα σας δωσω κάτι που θέλετε πολύ… Τα επόμενα 7 χρόνια, θα παίρνω κανονικά τη σοδειά σας. Μετά όμως και για 7 χρόνια δεν θα παίρνω τίποτα από τη σοδειά και το βιος σας, ούτε ένα ψάρι, ούτε ένα σπυρί.΄΄ 

Παγωμάρα και μουρμουρητά επικράτησαν από το λαό.

Μα η Σόνια Μασόνια συνέχισε:΄΄  Όμως, θα μου δώσετε κάτι σε αντάλαγμα΄΄. Το πλήθος βουβάθηκε.

Όλα τα μάτια στράφηκαν στο μπαλκόνι του Κάστρου, που στεκόταν η μάγισσα.

΄΄Θα μου παραδώσετε την αγάπη σας για τα παιδιά σας και δε θα επικοινωνήσετε ξανά με τους στεριανούς.΄΄

Μέσα στο πλήθος, ο Κομάζ κοίταξε συνοφρυωμένος την Αριάν.Και η Αριάν όμως , ήταν το ίδιο ανήσυχη. Λίγο πιο πέρα, ο Μαριγκλέν στεκόταν αμίλητος και προβληματισμένος…

 Ο Κομάζ, είχε έρθει από πολύ μακριά. Πολλά χρόνια πριν,ζούσε σε έναν μικρό πλανήτη. Πάνω στον μικρό του πλανήτη είχε συντροφιά μια σκιουρίνα και μια ροδακινιά. Είχε φτιάξει και ένα σπιτάκι,ίσα για να τρώει και να κοιμάται με τη σκιουρίνα του. Όμως η ευτυχία του δεν κράτησε πολύ. Ο κακός βασιλιάς του γειτονικού πλανήτη, ο αχόρταγος Φόρος, ζήλεψε τη ροδακινιά και την ευτυχία του. Και μια μέρα,  με τον στρατό του από μαγεμένες κατσαρίδες , επιτέθηκε στον Κομάζ. Φυλάκισε τη σκιουρίνα του, έκοψε τη ροδακινιά και εξόρισε τον Κομάζ από τον μικρό του πλανήτη. Τον έβαλε μέσα σε μια βάρκα και τον έριξε στη μεγάλη, μαύρη θάλασσα του διαστήματος. Χωρίς φαϊ και χωρίς νερό, ο Κομάζ κατέρρευσε. Ούτε κατάλαβε πως βρέθηκε στο νησί. Μα όταν άνοιξε τα μάτια, βρισκόταν σε μια απάνεμη, φεγγαρόλουστη παραλία. Κι από πάνω του, είδε δυο καταπράσινα μάτια να του χαμογελούν.

 ΄΄Με λένε Αριάν΄΄, άκουσε την κοπέλα να λέει, πριν λιποθυμήσει ξανά από την εξάντληση. 

   Η Αριάν ήταν νοσοκόμα στη χώρα της. Αγαπούσε πολύ τα ζώα και είχε μάθει, μάλιστα, να μιλάει τη γλώσσα των αρκούδων, των γάτων και των σκύλων. Μια μέρα έλαβε γράμμα από μια μακρινή χώρα,το Γαβγανιστάν, τη χώρα των σκύλων. Εκεί, οι σκύλοι, είχαν επαναστατήσει εναντίον των κακών αφεντικών τους, επειδή τους άφηναν νηστικούς, τους έδερναν, τους άφηναν μες στο κρύο και τους έβαζαν να δουλεύουν όλη μέρα και όλη νύχτα. Και ζητούσαν βοήθεια στον δίκαιο αγώνα τους. Η Αριάν ήταν εξαιρετική επιλογή. Και ήξερε τη γλώσσα και ήταν νοσοκόμα. Θα μπορούσε να βοηθήσει.

   Δεν το σκέφτηκε πολύ. Τρία χρόνια πολέμησε μαζί τους. Δεν πρόλαβε να δει όμως την οριστική νίκη των σκύλων. Στην τελευταία μάχη που βρέθηκε, στον Κόλπο Σκιλιόν του Γαβγανιστάν, έπεσε αναίσθητη στη θάλασσα. Και τα κύματα την παρέσυραν μακριά, μέχρι το μαγεμένο νησί. Εκεί που την ξέβρασαν τα κύματα, τη βρήκε ο Μαριγκλέν. Και οι νησιώτες τη φρόντισαν και την υιοθέτησαν. Όχι για τίποτα άλλο. Μόνο γιατί η Αριάν ήταν αδύναμη. Ακριβώς σαν κι αυτούς.

   Λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση της Σόνιας Μασόνιας, ο Κομάζ,η Αριάν και ο Μαριγκλέν, μάζεψαν τους νησιώτες στην καλυβα του Μαριγκλέν. Όλοι ήταν ανάστατοι. Κάποιοι λίγοι,μειοψηφία, έλεγαν να συμφωνήσουν με τη βασίλισσα. Οι περισσότεροι διαφωνούσαν. Αλλά δεν ήξεραν τι να κάνουν. Ο Μαριγκλέν ανέλαβε να μιλήσει.

΄΄Δεν υπάρχει άλλη λύση. Ούτε άλλος τρόπος. Πρέπει να πολεμήσουμε. Πρέπει να διαλέξουμε. Την τυρρανία ή τον αγώνα. Την πείνα ή την ευτυχία. Το σκοτάδι ή τον ήλιο. Χτες ήταν νωρίς,αύριο θα είναι αργά. Τώρα είναι η ώρα.΄΄

   Κοίταξε για λίγο γύρω του. Οι περισσότεροι νησιώτες συμφωνούσαν, το είδε στα πρόσωπά τους. Γέλασε κάτω από το μυτερό του γένι και συνέχισε:΄΄Ξέρω τι να κάνουμε΄΄. Όλοι γύρισαν, λίγο δύσπιστα.

   ”Ξεθάψτε όσα όπλα έχουμε σώσει. Και κάθε βράδυ, θα συναντιόμαστε όλοι,εδώ. Θα παρακολουθούμε τον εχθρό και θα αποφασίσουμε πότε θα επιτεθούμε΄΄. Το είπε τόσο αποφασιστικά που ένα ρίγος διαπέρασε τους πάντες μες στην καλύβα. Έπεσε σιωπή. Μα ο Μαριγκλέν την ξανάσπασε με τη βαθειά φωνή του.

   ΄΄Μένει και κάτι ακόμα, μια πραγματικά δύσκολη αποστολή…Πρέπει να ειδοποιήσουμε τους στεριανούς, να είναι ενωμένοι και αλληλέγγυοι στον αγώνα μας.΄΄ Πάλι άρχισαν να μουρμουρίζουν όλοι.

΄΄Δε θα πετύχει,είναι αδύνατον΄΄,φώναξε κάποιος από το πλήθος.

΄΄Είναι πανίσχυρη η  Σόνια΄΄, φώναξε ένας άλλος.

΄΄Καλύτερα να ζήσουμε στο σκοτάδι της νύχτας,παρά να πεθάνουμε στο φως του ήλιου΄΄, φώναξε ένας τρίτος.

   Ο Μαριγκλέν μισόκλεισε τα μάτια. Τους κοίταξε όλους και είπε:  ‘΄΄Οποιος πιστεύει στον ήλιο μόνο όταν τον βλέπει ,δε θα βγάλει τη νύχτα.΄΄

   Κανείς δεν είχε πάει στη στερια εδώ και πολλά χρόνια. Η μάγισσα είχε ρίξει το σκοτάδι μέχρι τη στεριά και όλα τα θαλάσσια περάσματα τα είχε καταδικάσει σε αιώνια φουρτούνα. Ήταν αδύνατο να διασχίσει κάποιος την απόσταση μέχρι τη στεριά…

   Ο Κομάζ κοίταξε την Αριάν, σαν να ήξερε τι θα ακολουθήσει. Ήταν φοβισμένος. Αλλά η Αριάν φώναξε:

΄΄Εγώ θα πάω΄΄. Kοίταξε τον Κομάζ. Aυτός χαμογέλασε.

΄΄Τότε,θα έρθω μαζί σου΄΄.

   -Τι πρέπει να κάνουμε,Μαριγκλέν?ρώτησε η  Αριάν.

   -Θα βρείτε τον δρόμο της αγάπης,τη φωτεινή λουρίδα που αφήνει το φεγγάρι,όταν πέφτει στη θάλασσα. Θα τον ακολουθήσετε μέχρι την απέναντι στεριά. Εκεί θα σας περιμένει ο κόκκινος Αρκούδος,φύλακας της στεριάς.Θα σας δώσει ένα μήνυμα. Αν το αποκρυπτογραφήσετε,θα μπορέσουμε να νικήσουμε τη Σόνια Μασόνια.

   Ο Κομάζ έμεινε συλλογισμένος, σκεφτόταν αν θα τα καταφέρουν.

Ο Μαριγκλεν διάβασε τη σκέψη του.

-Μόνο δυο άνθρωποι που αγαπιούνται πραγματικά, δυο σύντροφοι, μόνο αυτοί, θα μπορούσαν να τα καταφέρουν.

Ο Κομάζ δεν η΄ταν σίγουρος,μα η Αριάν είχε πηδήξει ήδη στη βάρκα.

   -Θα έρθεις ή φοβάσαι, ρώτησε η  Αριάν.

   -Φοβάμαι, αλλά θα ΄ρθω.

   Ούτε που ήξεραν πόσες ώρες χτυπιόντουσαν με τα κύματα. Μα κωπηλατούσαν με λύσσα. Δεν θα παρατούσαν την αποστολή τους. Κι όταν η βάρκα τους προσάραξε στη στεριά, δεν το πίστευαν από τη χαρά τους. Μάλιστα,λίγα μέτρα πιο πέρα στην αμμουδερή παραλία, είδαν τον κόκκινο αρκούδο,όρθιο, να τραγουδάει ένα τραγούδι σε μια γλώσσα που δεν ήξεραν, κρατώντας μια κιθάρα.

   Δεν έχασαν στιγμή.Έπεσαν πάνω του.

΄΄Ερχόμαστε απο μακριά,του είπαν.Και πάμε μακριά.΄΄ Του είπαν τα πάντα. Τον ρώτησαν ποιο είναι το μήνυμα του για την εξέγερση του νησιού. Ο κόκκινος αρκούδος σταμάτησε το τραγούδι. Τους κοίταζε, αλλά δεν έδινε απάντηση. Τον ρώτησε η  Αριάν, τον ρώτησε ο Κομάζ. Τίποτα. Καμία απόκριση. Οι δυο σύντροφοι απελπίστηκαν, απογοητεύτηκαν, έβαλαν τα κλάμματα. Μα απάντηση δεν πήραν. Μέσα στους λυγμούς τους,κίνησαν να μπουν στη βάρκα τους, να ξεκινήσουν το ταξίδι της επιστροφής. Όταν έπιασαν και οι δυο τα κουπιά, η Αριάν κλαίγοντας από θυμό, ούρλιαξε:

΄΄Αφήνεις τη νύχτα να νικήσει΄΄.

Και μέσα στα αναφιλητά τους,άκουσαν-για πρώτη φορά-τη βροντερή φωνή του Κόκκινου Αρκουδου:

΄΄Όποιος πιστεύει στον ήλιο μόνο όταν τον βλέπει,δε θα βγάλει τη νύχτα. 

   Κόντευαν να φτάσουν στην ακτή. Η Αριάν δεν είχε σταματήσει να χαμογελάει. Ο Κομάζ, όμως, ήταν συνοφρυωμένος.

-Γιατί χαμογελάς? Κατάλαβες τι είπε ο Αρκούδος? Γιατί εγώ δεν κατάλαβα τίποτα,είπε ο Κομάζ.

-Φυσικά και κατάλαβα…

-Γιατί εγώ νομίζω οτι δεν μας είπε τίποτα, ήταν μια απογοήτευση.

-Κάνεις λάθος.

Και ξεκίνησε να του λέει τι σήμαινε το μήνυμα του Αρκούδου. Ότι πρέπει να έχουν πίστη. Γιατί το δίκιο είναι με το μέρος τους. Γιατί ο αγώνας τους θα νικήσει. Γιατί το σκοτάδι δε μπορεί να νικάει για πάντα. Γιατί το φως θα κερδίσει. Απλά όχι μόνο του. Θέλει κι μας,ενωμένους,αποφασισμένους,μέχρι τη Νίκη,για πάντα…

   Λίγες ώρες αργότερα πατούσαν ξανά στην παραλία του μαγεμένου νησιού. Όλοι οι νησιώτες τους περίμεναν. Είχαν ανάψει πυρσούς και τα πρόσωπα τους φωτίζονταν από μια άγρια χαρά και προσμονή.

   Ο Κομάζ και η Αριάν κατέβηκαν από τη βάρκα. Κοίταξαν τους συντρόφους τους. Η Αριάν χαμογέλασε και τους είπε ήρεμα, με απόλυτη σιγουριά:

-Πάρτε τα όπλα,ξεκινάμε.

   Ο Μαριγκλεν χαμογελούσε. Κανείς δε γύρισε να τον κοιτάξει. Δε χρειαζόταν,όλοι ήξεραν τι θα έλεγε.

   Σηκώσαν τα όπλα και ξεκίνησαν. Ήταν αποφασισμένοι. Όποιος πιστεύει στον ήλιο μόνο όταν τον βλέπει,δε θα βγάλει τη νύχτα. ΄΄

    Ξαφνικά,σταμάτησε. Δεν ξέρω πόση ώρα άκουγα την κόρη μου να λέει το παραμύθι της. Δε μπορεί,κάπου θα το είχε ακούσει. Δε μπορεί. Και επίσης,είχε πάει δωδεκάμιση. Όσο για μένα,ο ύπνος μου είχε πάει περίπατο. Δεν τολμούσα να της μιλήσω,βέβαια. Άσε τώρα,που την πήρε ο ύπνος… Ή μήπως όχι;

   -Μανάρι μου;

   -Ναι,μπαμπά;

   -Κοιμάσαι;

   -Όχι.

   -Τότε,γιατί σταμάτησες το παραμύθι σου;

Δεν το πίστευα αυτό που έκανα. Ζητούσα από την κόρη μου να συνεχίσει το παραμύθι της για να μη με πάρει ο ύπνος.

   -Δεν το σταμάτησα, μπαμπά.

   -Ε,πως δεν το σταμάτησες.Το σταμάτησες εκεί που  ο Κομάζ και η Αριάν κατέβηκαν στην παραλία και αποφάσισαν να πολεμήσουν με τον λαό του νησιού,εκεί που σκέφτηκαν όλοι μαζί ότι όποιος πιστεύει στον ήλιο μόνο όταν τον βλέπει,δε θα βγάλει τη νύχτα…

   -Ναι.

   -Τι ναι;Και μετά; Τι έγινε μετά;

   -Δεν ξέρεις; μου είπε πονηρά.

   -Όχι,της απάντησα με ντροπή που εγώ δεν της είχα πει ποτέ παραμύθι αντάξιο του,δεν ξέρω τι έγινε.

   -Ε,τότε,θα σου πω εγώ.

     ΝΙΚΗΣΑΝ,μπαμπά μου.

    ΝΙΚΗΣΑΝ.

(Επισκέψεις: 481 φορές, όπου 1 ημερήσιες)

Σχετικά Άρθρα

Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend