Πολιτισμός

Το λατινοαμερικάνικο σινεμά στις 24ες νύχτες πρεμιέρας – 2

Βραζιλία

Η Βραζιλία δεν είναι μια χώρα, είναι πολλές χώρες μαζί. Είναι η μαγική Αμαζονία που σε κάποια, λίγα μέρη της δεν έχει πατήσει ακόμα λευκό ποδάρι, οι sem terra του Βορρά, οι πολύβουες πόλεις των ταξικών ανισοτήτων, οι φαβέλες και η σάμπα, η μπάλα, το καρναβάλι…

Για το βραζιλιάνικο σινεμά, από το λίγο που δυστυχώς το γνωρίζω, μπορώ να επαναλάβω αυτό που είχε γράψει ο David Byrne στο οπισθόφυλλο ενός δίσκου – συλλογής, που είχε κάνει την παραγωγή: ‘ Μπαίνω μέσα στα δισκοπωλεία και αγοράζω δίσκους χωρίς να τους δω, με το κιλό. Πάντα τα διαμάντια είναι υπερτριπλάσια των σκουπιδιών.’ Μπαίνω να δω βραζιλιάνικη ταινία χωρίς να κοιτάξω πριν υπόθεση ή κριτικές. Σπάνια με έχει απογοητεύσει.

Στις φετινές Νύχτες πρεμιέρας προβλήθηκαν δυο βραζιλιάνικες ταινίες που αποτυπώνουν δυο τελείως διαφορετικούς κόσμους του βραζιλιάνικου σύμπαντος.

Η βροχή τραγουδάει στο χωριό των νεκρών – Chuva e cantoria na aldea dos mortos

Σκηνοθεσία: Ζοάο Σαλαβίζα, Ρενέ Ναντέρ Μεσόρα

Πρωταγωνιστούν: Ενρίκε Ινιάκ Κραό, Ραένε Κοτό Κραό

Η ταινία αυτή, που βραβεύτηκε με τη διάκριση ‘Ένα Κάποιο Βλέμμα’ στο φετινό φεστιβάλ των Καννών, προβλήθηκε στις 24ες  Νύχτες Πρεμιέρας στα πλαίσια της συνεργασία της οργάνωσης με το Ethnofest. Πρόκειται για ένα ντοκου-δράμα, μια δραματοποιημένη πραγματική ιστορία με πρωταγωνιστές τους ίδιους του ήρωες της. Οι δυο σκηνοθέτες έζησαν για εννιά μήνες στην περιοχή των ιθαγενών Κραό στην Πέντρα Μπράνκα και μετέγραψαν κινηματογραφικά όσα τους αφηγήθηκαν οι άνθρωποι της φυλής. Εδώ τον πρώτο λόγο δεν έχει η κινηματογραφική μαεστρία αλλά ο σεβασμός στην ματιά του ιθαγενή και το βήμα που του δίνεται για να αρθρώσει λόγο.

Ο δεκαπεντάχρονος Ινιάκ, σύζυγος της Ράνα και πατέρας του Τέμτο, πρέπει να ετοιμάσει τη γιορτή αποχαιρετισμού του πατέρα του, ένα συμβολικό γεύμα με το οποίο οι κάτοικοι του χωριού  θα του πουν το τελευταίο αντίο και θα τον βγάλουν για πάντα από το μυαλό τους, για να ασχοληθούν με τους ζωντανούς. Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας ο Ινιάκ δεν αισθάνεται καλά.

 Όταν ο σαμάνος του λέει πως βλέπει πνεύματα και είναι προορισμένος να γίνει κι αυτός σαμάνος, ο Ινιάκ πανικοβάλλεται. Αρνείται την μοίρα που του προορίζουν και καταφεύγει στην κοντινή  πόλη. Εκεί οι γιατροί διαγιγνώσκουν ψυχοσωματικά συμπτώματα και τον παραπέμπουν στο Κέντρο Φιλοξενίας των Κραό. Ο Ινιάκ αισθάνεται ξένος και αποκομμένος στην πόλη, τρομάζει όμως στην σκέψη να γυρίσει στο χωριό και να αναλάβει τις ευθύνες του. Η γυναίκα του θα έρθει να τον επισκεφθεί και θα τον πείσει πως η θέση του είναι μαζί με τους δικούς του.

Ο Ινιάκ επιστρέφει, οργανώνει το γεύμα και τον «αγώνα του κορμού» όπου η φυλή αποχαιρετάει τον πατέρα του, και πηγαίνει πάλι πίσω στον καταρράκτη να συναντήσει τα πνεύματα.

Το χωριό του Ινιάκ είναι χτισμένο στις παρυφές της ζούγκλας, σε αυτό που ονομάζουν δευτερογενή ζούγκλα, τον χώρο που έχει εκχερσωθεί για να μετατραπεί σε χωράφια. Καθώς το νεαρό ζευγάρι πηγαίνει προς το χωράφι του περνάει από τόπους που μαρτυρούν τη βάναυση κακοποίηση του παρθένου δάσους – χέρσα γη με αραιή βλάστηση και στο φόντο η σκούρα σκιά του τροπικού δάσους. Οι αφηγήσεις μαρτυρούν την βάναυση κακοποίηση των πάλαι ποτέ κατοίκων του παρθένου δάσους. Οι γέροι της φυλής διηγούνται στους νεώτερους τη σφαγή που υπέστησαν από τους γεωργούς, που τους θεωρούσαν εμπόδιο στην προσπάθεια τους να αποκτήσουν ένα κομμάτι γη για να καλλιεργήσουν. Ο τελευταίος κρίκος της ταξικής ανισότητας και της εκμετάλλευσης, οι ιθαγενείς ινδιάνοι της Βραζιλίας, αγωνίζονται με νύχια και με δόντια να κρατήσουν ο,τι τους απέμεινε: αφού έχασαν τη ζούγκλα, θα διατηρήσουν τις παραδόσεις τους, τις τελετουργίες τους και την κοινωνική τους συνοχή. Μαγειρεύουν μαζί, τρώνε μαζί, συζητάνε τα προβλήματα τους όλοι μαζί. Κι αυτή είναι στην ουσία η αντίσταση τους.

Όταν η ταινία προβλήθηκε στις Κάννες εκφράστηκαν κριτικές για το κατά πόσο οι σκηνοθέτες δεν «οπτικοποίησαν» την αφήγηση, αλλά άφησαν μεγάλο μέρος της στον διάλογο, με αποτέλεσμα η εξέλιξη της πλοκής να είναι αργή και λίγο κουραστική. Όμως στόχος των σκηνοθετών ήταν αυτός ακριβώς – να δώσουν φωνή. Να φτιάξουν μια ταινία σε συνεργασία με τους κατοίκους του χωριού – οι οποίοι πρωταγωνιστούν παίζοντας τους εαυτούς τους – και να ακουστεί η γλώσσα τους, τα φωνήματα και ο τονισμός της, τόσο ξένος στα αυτιά μας να τους αφήσουν να ΜΙΛΗΣΟΥΝ.

Σκληρή Μπογιά – Tinta bruta 

Σκηνοθεσία: Μάρσιο Ρεολόν, Φιλίπε Μπατζεμπάκερ

Πρωταγωνιστούν: Σίκο Μενεγκάτ, Μπρούνο Φερνάντες,Γκουέκα Πεϊξότο

H απόλυτα queer ταινία της χρονιάς. Κα-τα-πλη-κτι-κή!

Από τη ζούγκλα με τα δέντρα  μεταφερόμαστε στις ζούγκλες με τις τεράστιες πολυκατοικίες και τα μικροσκοπικά τους διαμερίσματα. Κάθε διαμέρισμα έχει θέα τις άλλες πολυκατοικίες. Σε ένα από αυτά ζει ο Πέδρο και η αδελφή του Λουίζα.

Ο Πέδρο είναι υπόδικος για μια επίθεση ενάντια σε ένα συμφοιτητή του, που τον παρενοχλούσε συστηματικά λόγω των ερωτικών του προτιμήσεων. Εξαιτίας αυτού κλείστηκε στο σπίτι και βγάζει τα προς το ζην παραχωρώντας  διαδικτυακά σεξ σόου, όπου κάνει στριπτίζ βαμμένος με φωσφορίζοντα χρώματα με το ψευδώνυμο ‘Neonboy’.

Όταν η αδελφή του αλλάζει δουλειά και μετακομίζει από το Πόρτο Αλέγκρε στη βόρεια Βραζιλία, αφήνοντας τον μόνο, ο Πέδρο ψάχνει και βρίσκει τον ανταγωνιστή του, που του έκλεψε την ιδέα του σεξ σόου με τα χρώματα και τώρα του κλέβει τους πελάτες.

 Ο Λήο είναι ένας μιγάς χορευτής που κάνει τα σεξ σόου για να βρει λεφτά και να φύγει με μια υποτροφία στην Αργεντινή. Αν και είναι τελείως διαφορετικός από τον Πέδρο, κοινωνικότατος, δημιουργικός και απόλυτα συμφιλιωμένος με την ομοφυλόφιλη σεξουαλικότητα του, θα προσεγγίσει τον Πέδρο με τρυφερότητα και θα δεχτεί να κάνουν μαζί τα σεξ σόου ανεβάζοντας στα ύψη την ακροαματικότητα και τα κέρδη τους. Στο τέλος θα εμπλακούν σε μια σχέση έρωτα, βαθιάς αγάπης και τρυφερότητας η οποία, παρά το άδοξο τέλος της, θα βοηθήσει τον Πέδρο να βγει από τα αδιέξοδα του.

Η ταινία ξεχειλίζει από ερωτισμό. Και γυμνά σώματα που κινούνται με τόσο αισθησιακά που σε καμία περίπτωση δεν είναι χυδαία. Είτε υπό τους ήχους της σάμπα είτε της πιο σκληρής έλεκτρο, η Βραζιλία είναι η χώρα που σφύζει από ερωτικές δονήσεις – έτσι την έχει καταγράψει ο εγκέφαλος μας, έτσι την παρουσιάζει και η ταινία (άρα δεν είναι μόνο μύθος;). Παρ’ότι η κοινωνία μόνο ειδυλλιακή δεν παρουσιάζεται, αντίθετα τα πάντα μπαίνουν ακριβώς στη σωστή τους θέση και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο Πέδρο στην προσπάθεια του να – μην – ενσωματωθεί στον κοινωνικό του περίγυρο εκτίθενται χωρίς στρογγυλέματα, ρίχνουμε μια κλεφτή ματιά σε ένα λαό που εκφράζεται άνετα μέσα από το σώμα του, με κινήσεις που ρέουν. Είτε τα σώματα ενώνονται είτε κινούνται μόνα τους και  γίνονται θέαμα σε διαδικτυακούς ηδονοβλεψίες, πάλλονται και οι δονήσεις μεταφέρονται εκτός σκηνής.

Αυτά τα κύματα ερωτισμού κάνουν να φαίνεται ακόμα πιο τραγική η φιγούρα του νεαρού Πέδρο, που ψάχνει να βρει μια χαμένη ταυτότητα και τη θέση του μέσα σε μια αποξενωμένη μεγαλούπολη, με μόνη πυξίδα τα συναισθήματα του.

Σκηνοθεσία που κινείται σε γρήγορους ρυθμούς χωρίς να κάνει κοιλιές, δυο εξαιρετικοί πρωταγωνιστές – ο πρωτοεμφανιζόμενος Σίσο Μενεγκάτ δίνει μια βαθιά ανθρώπινη και πολύ πειστική ερμηνεία – η πεμπτουσία του Ανεξάρτητου Κινηματογράφου, δύο βραβεία στο Φεστιβάλ του Βερολίνου.

Στα πλαίσια του φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας προβλήθηκαν ακόμα η ταινία ‘Ληστεία στο Μουσείο’ του Μεξικάνου Ρουιθπαλάθιος, το Nuestro Tiempo του επίσης μεξικάνου σκηνοθέτη Ρεϊγάδας και τα ‘Αποδημητικά Πουλιά’ του Κολομβιανού Σίρο Γκέρα. Αλλά γι’αυτές τις ταινίες θα μιλήσουμε μες τη χρονιά!

(Επισκέψεις: 163 φορές, όπου 1 ημερήσιες)

Σχετικά Άρθρα

Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend