Απόψεις Πολιτική

Το branding στην πολιτική ζωή

Είναι απλουστευτική η συζήτηση περί δημοκρατίας στη χώρα μας, όπως και σε κάθε χώρα που ισχυρίζεται πως το πολίτευμά της είναι δημοκρατικό. Η απόδοση κάθε πολιτικού προτάγματος στο όνομα της δημοκρατίας ξεπλένει νεοφιλελεύθερες και φασιστικές πολιτικές όταν αυτές αποδίδονται ως το αποτέλεσμα μιας δημοκρατικής διαδικασίας, μιας εκλογικής αναμέτρησης ή ενός δημοψηφίσματος. Η προσοχή πέφτει συνήθως στη συνέπεια του προεκλογικού λόγου με το μετεκλογικό έργο θεωρώντας a priori πως οι αστικές πολιτικές είναι θέσφατο αφού τελικά ο “κυρίαρχος λαός” είναι εκείνος που επιλέγει και διορθώνει τις “κακές” πολιτικές. Όμως είναι δυσδιάκριτο το γεγονός ότι η πολιτική ζωή συνεπής στη λογική του καπιταλιστικού συστήματος λειτουργεί ως μία ακόμα Αγορά όπου τα κόμματα και οι πολιτικοί λειτουργούν ως προϊόντα.

Στον καπιταλισμό ο λαός έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να αποφασίζει ελεύθερα τον δυνάστη του. Στον καπιταλισμό μπορούν όλοι να λένε ελεύθερα τη γνώμη τους αρκεί να μη τον απειλούν. Στον καπιταλισμό έχουν όλοι το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι. Απλά κάποιοι το έχουν περισσότερο. Ανάμεσα στους βουλευτές του ελληνικού κοινοβουλίου διακρίνουμε την παρουσία πολλών που προέρχονται από τις λεγόμενες πολιτικές οικογένειες. Και αυτό δεν αφορά μόνο την παρούσα βουλή. Τα παραδείγματα των παλιών βουλευτών και υπουργών που αποσύρονται από την πολιτική με την ταυτόχρονη είσοδο των παιδιών τους σε αυτή είναι πάρα πολλά και υπάρχουν σχεδόν σε κάθε εκλογική αναμέτρηση. Και αν υποθέσουμε ότι πρόκειται για ελληνικό φαινόμενο μιας και ο καπιταλισμός μας είναι ατελής και η οικογενειοκρατία της πολιτικής ζωής οφείλεται στην πελατειακή αντίληψη του κράτους, μπορούμε να πάμε και πέρα από τον Ατλαντικό, στις ΗΠΑ, εκεί που ο καπιταλισμός λειτουργεί σωστά και δεν έχει επικρατήσει ο νεποτισμός.

Αμέσως μετά την αποτίναξη της Βρετανικής κυριαρχίας στις ΗΠΑ το πρώτο Κογκρέσο του 1789 αποτελείτο κατά 50% από άτομα που είχαν κάποια εξ αίματος συγγενική σχέση. Μέχρι και τις μέρες μας υπάρχουν 400 περιπτώσεις διαδοχής γονέα-παιδιού και 190 αδελφών στο Κογκρέσο, με περισσότερες από 700 οικογένειες να έχουν τουλάχιστον δύο μέλη με θητεία. Κάθε άλλο παρά πλουραλιστική αντιπροσώπευση υποδηλώνει το φαινόμενο αυτό, στη μεγαλύτερη “δημοκρατία” του κόσμου, όπου λειτουργεί στο έπακρο η ελευθερία της έκφρασης και η βούληση του εκλογικού σώματος. Με όρους της Αγοράς όμως είναι μία λογική εξέλιξη εφόσον στους όρους της εκλογικής αγοράς διεξάγεται ένα πολύ επιτυχημένο Branding.

Η ελληνική γλώσσα διαθέτει περισσότερες λέξεις από την αγγλική αλλά δεν έχει συμφωνηθεί ένας κατάλληλος όρος για το Branding. Η λέξη brand προέρχεται από το αρχαίο σκανδιναβικό brandr που σημαίνει “κάψιμο”, από το σημάδεμα με πυρωμένο σίδερο των κοπαδιών ώστε να μπορεί να τα ξεχωρίζει ο ιδιοκτήτης τους. Αποτελεί κεντρικό στοιχείο του Marketing (που στα ελληνικά αποδίδεται ως Αγοραλογία, δίχως όμως να έχει επικρατήσει και αυτό ως όρος) και είναι απαραίτητο για κάθε προϊόν που θέλει να ξεχωρίσει μέσα στην αγορά του από τον ανταγωνισμό. Κάθε εταιρεία ονοματίζει τα προϊόντα της δημιουργώντας μία σχέση ταύτισης κάθε προϊόντος με ένα όνομα, με κάποιο εμπορικό σήμα ή χρωματικό συμβολισμό. Επιπλέον εστιάζονται και σε κατάλληλα μηνύματα για να προσδιορίσουν το αγοραστικό κοινό. Όλη αυτή η διαδικασία δεν γίνεται με τυχαίο τρόπο αλλά έπειτα από ανάλυση έρευνών αγοράς ή και ψυχολογικών αναλύσεων, ώστε το τελικό αποτέλεσμα να καταλήγει στην ταύτιση του καταναλωτή με το προϊόν, περνώντας ιδανικά στην εικόνα του τις επιθυμητές ιδιότητες που το κάνουν ξεχωριστό, ακόμα και αν οι ιδιότητες αυτές δεν υπάρχουν ή υπολείπονται σε σχέση με ανταγωνιστικά προϊόντα.

Η λογική του branding εξελίχθηκε μέσα από τα χρόνια καθιστώντας το μία εξαιρετικά κρίσιμη διαδικασία με σημαντική επίπτωση για την πορεία κάθε προϊόντος. Δίνει στον καταναλωτή την αίσθηση της σταθερής και διαχρονικής ποιότητας για το προϊόν, ιδιαίτερα αν υπήρξε όντως καινοτόμο και μοναδικό σε κάποια φάσης του κύκλου ζωής του. Σε κάθε περίπτωση ενισχύεται η αναγνωρισιμότητα και η προβολή ενώ οι εργαζόμενοι που δουλεύουν για ένα ισχυρό brand μπορεί να αποκτήσουν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και να νιώσουν υπερηφάνεια επιτυγχάνοντας έτσι καλύτερη απόδοση.

Ενδιαφέρουσα είναι και η σύνδεση και αλληλεξάρτηση των brands μεταξύ τους. Κάθε εταιρεία είναι από μόνη της ένα brand και συνδέει την εικόνα της με αυτή των προϊόντων της, που ως brands είναι μοναδικά. Η σχέση αυτή είναι αμφίδρομη και δυναμική και καθιστά ιδιαίτερα σημαντικό το “χτίσιμο” κάθε brand ξεχωριστά για την σύνθεση της τελικής εικόνας με σκοπό βεβαίως την αντίστοιχη απόδοση στις πωλήσεις και τα κέρδη. Όλη αυτή η διαδικασία δεν είναι απλή καθώς το χτίσιμο των brands απαιτεί μία σειρά στρατηγικών αποφάσεων αλλά και ευνοϊκών συγκυριών για την επιτυχία. Και αυτό περιέχει ρίσκο. Η μείωση του ρίσκου της δημιουργίας ενός νέου brand μπορεί να γίνει με την απόκτηση, συνήθως μέσω εξαγορών, έτοιμων brand που έχουν χτίσει το όνομά τους και τη θέση τους στην αγορά.

Δεν θα μπορούσε να συμβαίνει κάτι διαφορετικό στην πολιτική ζωή εφόσον τα πάντα κινούνται μέσα στον καπιταλισμό που επιβάλλει την εμπορευματοποίηση κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας. Η πολιτική αντιπαράθεση δεν αφορά διαφορετικές οικονομικές και αναπτυξιακές πολιτικές προτάσεις καθώς τα αστικά κόμματα δεν διαφοροποιούνται ως προς την ουσία. Η θεώρηση των κομμάτων ως εταιρειών-brands που δραστηριοποιούνται στην εκλογική αγορά μπορεί να εξηγήσει πολλές από τις επιλογές τους. Η ρητορική τους λειτουργεί στα πλαίσια ενός ιδιόμορφου πολιτικού μάρκετινγκ για το χτίσιμο της εικόνας με στόχο να οδηγήσει στην όποια εκλογική επιτυχία. Οι ψηφοφόροι αντιμετωπίζονται ως καταναλωτές και επειδή οι καταναλωτές εμπιστεύονται και επιλέγουν το όνομα που γνωρίζουν αντί το άγνωστο, επιλέγουν υποψήφιους με γνωστό brand.

Στις ΗΠΑ, που ο καπιταλισμός λειτουργεί ανόθευτος, το branding στην πολιτική ζωή έχει καταφέρει να διατηρεί τις ίδιες οικογένειες στο προσκήνιο. Υπολογίζεται ότι 167 οικογένειες εξέλεξαν μέλη σε κάποιο δημόσιο αξίωμα για τουλάχιστον τρεις συνεχόμενες γενιές. Ανάμεσά τους υπάρχουν 22 οικογένειες με παρουσία τεσσάρων γενιών και 4 από αυτές με τουλάχιστον πέντε γενιών (Bachhuber-Doyle, Cocke, Lee και Washburn). Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η οικογένεια Harrison που εξέλεξε μέλη για τέσσερεις διαδοχικές γενιές, ανάμεσά τους και δύο προέδρους τον 19ο αιώνα, η οποία αντικαταστάθηκε από την οικογένεια Bush που από το 1952 έχει ήδη φτάσει στην τέταρτη γενιά, με δύο προέδρους.

Η χρησιμοποίηση υποψηφίων που διαθέτουν “βαριά” ονόματα, πέρα από την δική τους προσωπική πορεία, αποσκοπεί ακριβώς στην παραπάνω λογική. Η “γοητεία” που ασκούν σε ένα μέρος ψηφοφόρων τα ονόματα Παπανδρέου, Καραμανλής ή Μητσοτάκης έχουν οδηγήσει σε περισσότερες από τρεις γενιές εκλεγμένων στις οικογένειες αυτές. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα έξυπνου branding είναι η περίπτωση της Ντόρας Μητσοτάκη-Μπακογιάννη, που διατήρησε το επώνυμο του δολοφονημένου συζύγου της Παύλου Μπακογιάννη, ώστε να εκμεταλλευτεί τους ευνοϊκούς συναισθηματικούς συνειρμούς που δημιουργούσε το άκουσμά του και να βρίσκει απήχηση και σε ένα ευρύτερο κοινό, σε αντίθεση με τα διχαστικά αντανακλαστικά που κινητοποιούσε το οικογενειακό της όνομα εκείνη την εποχή. Αντίστοιχη είναι και η λογική με τις υποψηφιότητες του Δημήτρη Πλουμπίδη, της Μυρσίνης Λοϊζου και του Πέτρου Κόκκαλη από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ στοχεύοντας στον ψηφοφόρο-καταναλωτή της εκλογικής αγοράς.

(Επισκέψεις: 830 φορές, όπου 1 ημερήσιες)

Σχετικά Άρθρα

Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend