Just in

Όλα τα νέα
Imerodromos logo
 

Θεσσαλονίκη: Αποκαλυπτικά στοιχεία για την απρόκλητη επίθεση των ΜΑΤ στην αντιφασιστική συγκέντρωση – “Χτυπούσαν στο ψαχνό”!

Αποκαλυπτικά στοιχεία σχετικά με την απρόκλητη επίθεση των δυνάμεων καταστολής ενάντια στην αντιφασιστική συγκέντρωση εργατικών σωματείων και φορέων της Θεσσαλονίκης,..

Πρόσθεσε τον Ημεροδρόμο στην Google

Αποκαλυπτικά στοιχεία σχετικά με την απρόκλητη επίθεση των δυνάμεων καταστολής ενάντια στην αντιφασιστική συγκέντρωση εργατικών σωματείων και φορέων της Θεσσαλονίκης, στις 28 Οκτώβρη, ενάντια στην φασιστοσύναξη του ναζί εγκληματία Κασιδιάρη, παρουσίασαν εκπρόσωποι του Συνδικάτου Εργατοϋπαλλήλων Τουριστικών – Επισιτιστικών Επιχειρήσεων και του Σωματείου Ιδιωτικών Υπαλλήλων Θεσσαλονίκης, στη διάρκεια συνέντευξης Τύπου που πραγματοποίησαν σήμερα, στο ΕΚΘ.

Κατήγγειλαν ότι υπήρχε συγκεκριμένο και συγκροτημένο σχέδιο από την κυβέρνηση, την ηγεσία της Δικαιοσύνης και την ΕΛΑΣ να αποτρέψει και να σπάσει την συγκέντρωση των Σωματείων και των φορέων. Ανέδειξαν ότι η επίθεση της αστυνομίας δείχνει ποιον θεωρεί το αστικό κράτος εχθρό: Τον οργανωμένο λαό που αγωνίζεται και διεκδικεί.

Τόνισαν ότι για ακόμα μια φορά αποδείχθηκε ότι όσα κροκοδείλια δάκρυα και να ρίχνουν η κυβέρνηση, το αστικό κράτος και η ηγεσία της δικαιοσύνης ενάντια στον φασισμό, το μόνο πραγματικό τοίχος απέναντι στον φασισμό και το δηλητήριο του είναι ο οργανωμένος λαός. Και κάλεσαν σε κλιμάκωση του αγώνα στις 25 Νοέμβρη, με την πανελλαδική πανεργατική απεργία, για αυξήσεις στους μισθούς, Συλλογικές Συμβάσεις, μέτρα ενάντια στην ακρίβεια, για λεφτά για Υγεία και Παιδεία, ενάντια στον πόλεμο και το φασισμό.

Αρχικά η Χριστίνα Αποστολίδου, πρόεδρος του Σωματείου Ιδιωτικών Υπαλλήλων Θεσσαλονίκης ανέφερε ότι όλη αυτή την περίοδο απέναντι στους αγώνες των εργαζομένων επιστρατεύονται οι διώξεις, οι απειλές και ο αυταρχισμός και σε αυτή την προσπάθεια αξιοποιούνται όλες οι εφεδρείες του συστήματος, για να τρομοκρατήσουν, να φοβίσουν, να ενσωματώσουν τη δικαιολογημένη δυσαρέσκεια που έχει συσσωρευτεί. «Αξιοποιούν τον φασισμό, τον εθνικισμό, επιχειρώντας να δηλητηριάσουν τα μυαλά των νέων, να καλλιεργήσουν τον φόβο και το μίσος για τον συνάνθρωπο, σε συνθήκες όξυνσης των οικονομικών και κοινωνικών αδιεξόδων μιας κοινωνίας, που λογίζει τα πάντα ως κόστος. Τους έχουν βγάλει από τα λαγούμια τους και όπως είδαμε και χθες στο Νέο Ηράκλειο στην Αττική», είπε.

Υπήρχε σχέδιο καταστολής της αντιφασιστικής διαδήλωσης

 
Ο Αστέρης Παπαγιώτου, πρόεδρος του ΣΕΤΕΠΕ ανέφερε ότι η κυβέρνηση ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου, κάνοντας πλάτες στους φασίστες, έστειλε το δικό της προκλητικό μήνυμα. «Απαγορεύσεις συγκεντρώσεων, κλειστοί σταθμοί του μετρό και αστυνομική βία απέναντι στον λαό, για να εξασφαλιστεί χώρος και βήμα στους νοσταλγούς του Χίτλερ και του Μουσολίνι, σε μια μέρα που σηματοδοτεί την εισβολή των φασιστικών στρατευμάτων στη χώρα μας. Ιδιαίτερα στην πόλη της Θεσσαλονίκης που δεν ξεχνάει το ολοκαύτωμα του Χορτιάτη από τους Ναζί, τους Εβραίους που οι ναζιστές έστελναν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Τους έχουν βγάλει από τα λαγούμια τους και όπως είδαμε και χθες στο Νέο Ηράκλειο στην Αττική.

Τεράστια ευθύνη έχει και η διοίκηση του ξενοδοχείου Capsis που φιλοξένησε τη φασιστοσύναξη.

Η επίθεση της αστυνομίας δείχνει ποιον θεωρεί το αστικό κράτος εχθρό: Τον οργανωμένο λαό που αγωνίζεται και διεκδικεί.

Οι φασίστες είναι δοκιμασμένα στηρίγματα της εργοδοσίας, εχθροί των εργατών και του λαού. Αναλαμβάνουν τη βρώμικη δουλειά για κράτος και επιχειρηματικούς ομίλους. Επιτίθενται σε πρωτοπόρους, αγωνιστές εργάτες, δηλητηριάζουν με τον ρατσισμό και εθνικισμό τις συνειδήσεις των εργαζομένων. Στρέφουν τον εργάτη ενάντια στον εργάτη, για να μένουν στο απυρόβλητο τα κέρδη των εκμεταλλευτών, οι πολιτικές των κυβερνήσεων που βυθίζουν τον λαό στη φτώχεια και τον σέρνουν στους πολέμους ΗΠΑ – ΝΑΤΟ -ΕΕ.

Αυτόν τον ρόλο υπηρετούσαν τα τάγματα εφόδου της ναζιστικής Χρυσής Αυγής, αυτόν επιδιώκουν να συνεχίσουν οι επίγονοί τους, της δύναμης κρούσης ενάντια στο εργατικό λαϊκό κίνημα. Είναι αυτοί που χτύπησαν εργάτες στο Πέραμα, που δολοφόνησαν τον Π. Φύσσα. Αυτοί με τους αγκυλωτούς σταυρούς στο μπράτσο και τους ναζιστικούς χαιρετισμούς όπως ο Κασιδιάρης. Αυτήν την πραγματικότητα δεν μπορεί να την θολώσει η προσπάθεια για rebranding του Κασιδιάρη ως δήθεν πιο δημοκρατικής – πατριωτικής δύναμης. Ούτε η άρνηση στα λόγια της ναζιστικής ιδεολογίας τους όπως άλλωστε κάναν και στα δικαστήρια μπας και γλιτώσουν κανά μήνα στη φυλακή. Τέτοιος ηρωισμός…. Σαν τους πολιτικούς τους προγόνους που συνεργάστηκαν με τους ναζί κατακτητές».

Στηρίζοντας την καταγγελία για το συγκροτημένο σχέδιο καταστολής, σημείωσε: «Δεν υπήρξε κανένα μέτρο για να εμποδιστεί η εκδήλωση του καταδικασμένου φασίστα Κασιδιάρη στο ξενοδοχείο Capsis, να μην αφήσουν να χύσει το δηλητήριο του στην εργατική τάξη και τον λαό.

Υπήρχε απόφαση να απαγορευθεί οποιαδήποτε συνάθροιση και εντολές από την ηγεσία της δικαιοσύνης και την κυβέρνηση για άγρια καταστολή και διάλυση οποιασδήποτε συγκέντρωσης πάει να πραγματοποιηθεί.

Με τις εντολές που δόθηκαν δημιουργήθηκε μια κατάσταση αστυνομοκρατίας με σκοπό να τρομοκρατηθεί ο λαός της Θεσσαλονίκης. Υπήρχε έντονη καταστολή, αναίτια και απρόκλητη επίθεση των δυνάμεων της αστυνομίας απέναντι στους εργαζόμενους που διαδήλωναν ενάντια στον φασισμό. Επίθεση με χημικά και γκλοπ από τους πάνοπλους αστυνομικούς απέναντι σε εργαζόμενους και εργαζόμενες. Οταν καταφέραμε να σπάσουμε με αποφασιστικότητα τον κλοιό των ΜΑΤ και να περάσουμε η επίθεση εντάθηκε, οι δυνάμεις καταστολής βαρούσαν στο ψαχνό, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τις 2 αναίτιες προσαγωγές, τους 5 άνδρες των ΜΑΤ που χτυπούσαν συνταξιούχο εκπαιδευτικό. Το όργιο καταστολής όμως δεν σταμάτησε εκεί. Οταν οι διαδηλωτές ανασύνταξαν τα μπλοκ τους και συγκροτήθηκε ξανά η πορεία στο άγαλμα Βενιζέλου οι αστυνομικές δυνάμεις ξαναχτύπησαν με δακρυγόνα και κρότου λάμψης ακόμα και μέσα στους συγκεντρωμένους, μέσα στα μπλοκ των σωματείων.

Είναι τουλάχιστον προκλητικό το γεγονός ότι για να προστατευτεί και να γίνει η συγκέντρωση ενός φασίστα να βγαίνουν 10δες διμοιρίες των ΜΑΤ, άλλες ομάδες καταστολής, 8 κλούβες και να είναι γεμάτο το κέντρο με άνδρες τις ασφάλειας.

Αναρωτιόμαστε πραγματικά πόσο κόστισε στον λαό η προστασία του καταδικασμένου ναζιστή εγκληματία.

Ολη αυτή η προσπάθεια απέτυχε οικτρά και η κυβέρνηση, ηγεσία της δικαιοσύνης και αστυνομία δεν κατάφεραν να μας σταματήσουν. Το οργανωμένο εργατικό – λαϊκό κίνημα “τσαλάκωσε” για ακόμη μια φορά στην πράξη τα απαράδεκτα σχέδιά τους, όπως είχε κάνει ξανά την Πρωτομαγιά του 2020 και στον εορτασμό του Πολυτεχνείου την ίδια χρονιά. Η συγκέντρωση πραγματοποιήθηκε κανονικά. Η διαδήλωση δεν έσπασε. Αντίθετα τα συνθήματά μας ακούστηκαν δυνατά στο κέντρο της πόλης, καταχειροκροτήθηκαν από τον λαό της Θεσσαλονίκης που εκείνη την ώρα βρισκόταν στους δρόμους του κέντρου. Ο λαός της Θεσσαλονίκης αποδοκίμασε την καταστολή, τη στάση της κυβέρνησης και του κράτους.

(…) Αποδεικνύεται ότι όταν οι εργαζόμενοι είμαστε οργανωμένοι δεν μας φοβίζει τίποτα, δεν μπορεί τίποτα να μας σταματήσει.

Ιδιαίτερα σε αυτή την περίοδο που η κυβέρνηση και οι επιχειρηματικοί όμιλοι απαιτούν νέες θυσίες για τα κέρδη και τους πολέμους τους, θέλουν τους εργαζόμενους φοβισμένους, διαιρεμένους, με σκυμμένο το κεφάλι. Γι’ αυτό τους είναι χρήσιμοι οι φασίστες. Γι’ αυτό η πάλη ενάντια στον φασισμό συνδέεται με την πάλη ενάντια στην εκμετάλλευση και στο σύστημα που τον γεννά και τον αξιοποιεί. Ο αντικομμουνισμός και η ανιστόρητη θεωρία των “δύο άκρων” της ΕΕ προσφέρουν άλλοθι στους ναζί και στρώνουν το έδαφος για την καταστολή των λαϊκών αγώνων.

Απέναντι στον εθνικισμό, δυναμώνουμε την κοινή πάλη των εργατών όλων των χωρών ενάντια στον πόλεμο και την εκμετάλλευση».

Η υπεράσπιση των λαϊκών δικαιωμάτων δεν μπορεί να περιορίζεται στην άκριτη αποδοχή της εκάστοτε νομοθεσίας

 
 

Παρέμβαση στη συνέντευξη έκανε και ο Τάσος Παπαδόπουλος, Δικηγόρος. Σημείωσε ότι «ήταν εξαρχής απαράδεκτη η απόφαση του Διευθυντή της Διεύθυνσης Αστυνομίας Θεσσαλονίκης να απαγορεύσει την αντιφασιστική συγκέντρωση του ΣΕΤΕΠΕ και των άλλων εργατικών σωματείων, επιστρατεύοντας τον απαράδεκτο νόμο 4703/2020, περί απαγόρευσης δημόσιων συναθροίσεων, ο οποίος έχει δεχθεί σοβαρή κριτική ως προς τη συνταγματικότητά του αλλά και την πραγματική του στόχευση, που δεν είναι άλλη από την υπονόμευση και την καταστολή των λαϊκών αγώνων. Με επίκληση αόριστων εννοιών, όπως ο “σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια”, και η “διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής”, έννοιες που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε κάθε περίσταση, προφανώς με τον κατάλληλο κάθε φορά μανδύα, επιχειρήθηκε να απαγορευτεί μια δίκαιη κινητοποίηση που είχε ως σκοπό να εκφράσει την αντίθεση του λαού στις σκοταδιστικές και μισαλλόδοξες θεωρίες του φασισμού».

Τόνισε ότι η εφαρμογή του κατάπτυστου αυτού νόμου στη συγκεκριμένη περίπτωση επιβεβαιώνει ότι οι διατάξεις του, όταν ερμηνεύονται με τόσο ευρύ τρόπο, δημιουργούν τον κίνδυνο να μετατραπεί η δήθεν “εξαίρεση της απαγόρευσης” σε εργαλείο περιορισμού του συνταγματικού δικαιώματος του συνέρχεσθαι, το οποίο έχει κατακτηθεί μέσα από μεγαλειώδεις αγώνες, στους οποίους η εργατική τάξη μετρά εκατοντάδες νεκρούς και σακατεμένους.

Επίσης σχολίασε την αναφορά του υπουργού Προστασίας του Πολίτη σε κενά στη νομοθεσία, λέγοντας ότι τα κόμματα που έχουν κυβερνήσει όλα τα προηγούμενα χρόνια ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, έχουν ατόφια την ευθύνη για το νομοθετικό οπλοστάσιο που έχουν φτιάξει. «Βάσει αυτού δεν είναι δυνατόν να εμποδιστεί μια φασιστοσυγκέντρωση καταδικασμένου αμετάκλητα ναζί εγκληματία, αλλά είναι δυνατόν να απαγορευθεί η αντιφασιστική συγκέντρωση των εργατικών σωματείων, που αντιδρούν σε αυτήν», είπε.

Σημείωσε ότι «η απαγόρευση, ωστόσο, δεν πέτυχε τον σκοπό της. Δεν πτόησε τους χιλιάδες λαού που κατέβηκαν στον δρόμο, αντιδρώντας στην παρουσία και την εκδήλωση ενός καταδικασμένου για τη διεύθυνση της νεοναζιστικής εγκληματικής οργάνωσης “Χρυσή Αυγή”, η οποία ευθύνεται για τον θάνατο του Παύλου Φύσσα, του Σαχζάτ Λουκμάν αλλά και για την επίθεση σε δεκάδες αγωνιστές και μετανάστες.

Αντίθετα, ακολούθησε ένα κρεσέντο αστυνομικής βίας, με εκτεταμένη χρήση χημικών και άσκηση υπέρμετρης βίας σε βάρος των συγκεντρωμένων. Αποτέλεσμα ήταν να τραυματιστούν πολλοί άνθρωποι και να προσαχθούν οι δύο αγωνιστές, εκ των οποίων ο ένας, συνταξιούχος εκπαιδευτικός, έφερε σοβαρά τραύματα στο πρόσωπο και στα χέρια».

Ακόμα αναφέρθηκε στο γεγονός ότι αρχικά οι δύο προσαχθέντες οδηγήθηκαν στη ΓΑΔΘ όπου υπήρξε ενημέρωση ότι η αστυνομία προσανατολιζόταν στη σύλληψή τους για τα αδικήματα της αντίστασης, της διατάραξης οικιακής ειρήνης και της παραβίασης της νομοθεσίας περί συναθροίσεων και τελικά, λίγες ώρες αργότερα, αφέθηκαν ελεύθεροι χωρίς να τους απαγγελθούν κατηγορίες.

«Η οργανωμένη αντίδραση των εργαζομένων και η αλληλεγγύη που εκφράστηκε συνέβαλαν καθοριστικά στο να μην προχωρήσει η σχεδιαζόμενη σύλληψη», σημείωσε.

Στάθηκε ακόμα στο ευρύτερο ζήτημα, που αφορά την αυτόματη σύνδεση του νόμου με την έννοια του δικαίου σημειώνοντας: «Η ιστορία του εργατικού και του λαϊκού κινήματος αποδεικνύει περίτρανα ότι η ψήφιση ενός νόμου από το αρμόδιο νομοθετικό όργανο και η τυπική ισχύς του δεν συνεπάγονται αυτομάτως ότι το περιεχόμενό του είναι δίκαιο ή ότι υπηρετεί τα συμφέροντα του λαού. Το δίκαιο, άλλωστε, δεν διαμορφώνεται έξω από τις κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις, ούτε είναι αποκομμένο από τους συσχετισμούς δύναμης που διαμορφώνονται μέσα στην κοινωνία.

Αντίθετα, σε μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται από βαθιές ταξικές ανισότητες, οι νόμοι κατοχυρώνουν και προστατεύουν τις κυρίαρχες σχέσεις ιδιοκτησίας και εξουσίας, ακόμη και όταν αυτό συνεπάγεται την περιστολή δικαιωμάτων και τη δίωξη των λαϊκών αγώνων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η θέσπιση απαράδεκτων ρυθμίσεων, ήδη από το 2017 και την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, που ποινικοποίησαν κινητοποιήσεις κατά των πλειστηριασμών, με αποτέλεσμα εργαζόμενοι αγωνιστές να βρεθούν αντιμέτωποι με διώξεις, επειδή υπερασπίστηκαν το δικαίωμα λαϊκών οικογενειών στη στέγη και στην προστασία της πρώτης κατοικίας τους.

Αλήθεια, μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι ο αγώνας των εργατικών σωματείων, που έχουν καταφέρει να βάλουν φρένο στις αχόρταγες ορέξεις των funds, είναι άδικος; Και, από την άλλη, είναι δίκαιο να πετιούνται έξω από τα σπίτια τους συνταξιούχοι, ανάπηροι, άνθρωποι του μόχθου, που έκαναν αγώνα ζωής για να αποκτήσουν ένα σπίτι, για να έρθει μια τράπεζα και να τους το πάρει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα; Από όλα τα παραπάνω ένα ερώτημα προκύπτει: ποιος τελικά υπερασπίζεται το δίκαιο; Εκείνοι που αγωνίζονται για να μη χάσει μια οικογένεια το σπίτι της, για να έχουν οι εργαζόμενοι αξιοπρεπείς μισθούς και συνθήκες εργασίας, για να μην σηκώσει ποτέ ξανά κεφάλι ο φασισμός ή εκείνοι που αντιμετωπίζουν αυτούς τους αγώνες ως απειλή για την κοινωνική και οικονομική τάξη;

Η ιστορία έχει αποδείξει ότι κανένα δικαίωμα δεν χαρίστηκε. Κατακτήθηκε μέσα από συλλογικούς αγώνες, συχνά απέναντι σε νόμους, απαγορεύσεις και διώξεις. Γι’ αυτό και η υπεράσπιση των λαϊκών δικαιωμάτων δεν μπορεί να περιορίζεται στην άκριτη αποδοχή της εκάστοτε νομοθεσίας.

Προϋποθέτει την οργάνωση, τη συλλογική διεκδίκηση και την αμφισβήτηση κάθε ρύθμισης που επιχειρεί να βάλει εμπόδια στους αγώνες και στις ανάγκες του λαού».

Σχετικά θέματα

Post
Filter