Πολιτισμός

Στα παρασκήνια του ροκ

Λεία Βιτάλη, «Rock Story». Σκηνοθεσία: Γιάννης Καραχισαρίδης. Θέατρο Αργώ

  Τολμηρή η απόφαση της Αιμιλίας Υψηλάντη να ανεβάσει το άπαιχτο στην Αθήνα (ανέβηκε στο ΚΘΒΕ το 2009) έργο της Λείας Βιτάλη «Rock Story». Τολμηρό και το έργο τόσο ως περιεχόμενο όσο και ως τεχνική γραφής. Παρόλο που η Βιτάλη είναι άριστη γνώστρια της σκηνής ώστε να προβλέπει λύσεις για κάθε δραματουργική δυσκολία, εξαρτάται και από τον σκηνοθέτη της παράστασης να επιδείξει  δεξιότητα αλλά και έμπνευση ώστε να καταθέσει το καλλιτεχνικά άρτιο αποτέλεσμα.

Η Λεία Βιτάλη καταπιάνεται δραματουργικά για δεύτερη φορά με τη ζωή ενός ανέντακτου μουσικού του ελληνικού χώρου αφού με το «Ζεϊμπέκικο» -που ανέβηκε στο Studio Μαυρομιχάλη το 2013 και επαναλήφθηκε για τρεις χρονιές – ασχολήθηκε με τη ζωή ενός λαϊκού συνθέτη και τραγουδιστή, ελεύθερα εμπνευσμένη από πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα. Στο «Rock Story» πηγή έμπνευσή της αποτελεί και πάλι πραγματικό πρόσωπο, η ζωή και το τέλος του εμβληματικού ροκά Παύλου Σιδηρόπουλου του οποίου τραγούδια και στίχοι -μαζί με εκείνα ξένων ροκ συγκροτημάτων της εποχής όπως των Rolling Stones, Doors, Queen κι άλλων- ακούγονται επί σκηνής, δραματουργικά ενταγμένα στην υπόθεση. Φυσικά, αν τον καμβά του έργου αποτελούν γνωστά βιογραφικά στοιχεία του Σιδηρόπουλου αυτό δεν σημαίνει ότι η Βιτάλη γράφει μια βιογραφία του Σιδηρόπουλου. Η στόχευσή της είναι να αναδείξει όχι μόνο το ασυμβίβαστο που εκπροσωπούσε μια γενιά που λάτρευε το ροκ και την επαναστατική του ιδεολογία, αλλά, παράλληλα, να ανιχνεύσει τις οικογενειακές σχέσεις της ελληνικής κοινωνίας, τα αδιέξοδα, την καταπίεση, τους εγωισμούς με περιτύλιγμα αγάπης.

                           Το ελληνικό ροκ και το κατεστημένο

Ο ήρωάς της, ο Λεό, παιδί εύπορης οικογένειας, έρχεται σε αντίθεση με το κατεστημένο που αυτή εκπροσωπεί και παρόλο που για ένα διάστημα θα δεχτεί να δουλέψει στο εργοστάσιο του πατέρα του, σύντομα θα το εγκαταλείψει για να αφιερωθεί στις συναυλίες και ηχογραφήσεις του στο στούντιο. Ταυτόχρονα, θα βρει στην πρέζα τον μόνο σύντροφο που «δεν τον απογοητεύει», αυτήν που θα τον οδηγήσει στον θάνατο. Απαγορεύσεις των τραγουδιών του, πίστη στην επανάσταση που μπορεί να φέρει το ροκ στην κοινωνία, παράξενες οικογενειακές σχέσεις και μια μητέρα η οποία,  γοητευμένη από τον καλλιτέχνη γιο της, τον προωθεί και ταυτόχρονα τον καταπιέζει ασφυκτικά είτε με συναισθηματικούς εκβιασμούς είτε επεμβαίνοντας ακόμη και στις πλέον προσωπικές του σχέσεις επιθυμώντας έναν αιώνιο γιο που δεν πρέπει να αποκτήσει δική του οικογένεια, δημιουργούν ένα αγρίμι που περιφέρεται μεταξύ δύο ανόμοιων, συγκρουόμενων κόσμων, επιδιώκοντας την κοινωνική ‒αλλά ανήμπορος να επιτύχει πριν‒ την προσωπική του επανάσταση.  

Το έργο της Βιτάλη αρχίζει με τον νεκρό από υπερβολική δόση ηρωίνης Λεό πεσμένο στο δάπεδο και με φλας-μπακ κινείται σε εκείνο το ελάχιστο διάστημα μεταξύ ζωής και θανάτου όπου οι μνήμες μιας ζωής εισβάλλουν άτακτα και χωρίς γραμμική σειρά στο μυαλό του ετοιμοθάνατου. Έτσι, το έργο δημιουργεί εικόνες σε μια συνεχή κίνηση μέσα στον χρόνο, με συνεχείς χρονικές αναλήψεις και προλήψεις, γεγονός που απαιτεί από τον σκηνοθέτη και τους ηθοποιούς τάχιστες όσο και σαφείς εναλλαγές-ταξίδια στον χρόνο. Με αυτό τον τρόπο, η παράσταση παρακολουθείται με αμείωτο ενδιαφέρον καθώς διαρκώς αποκαλύπτονται νέα στοιχεία των χαρακτήρων, νέες καταστάσεις που προηγήθηκαν, ενώ απαιτεί εγρήγορση από τον θεατή ώστε να δημιουργήσει ο ίδιος τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων.

                                       Σκηνοθετικές αβλεψίες

Η παράσταση ανέβηκε στη δεύτερη σκηνή του Θεάτρου Αργώ με όσα πλεονεκτήματα αλλά και μειονεκτήματα σημαίνει αυτό. Στα πρώτα θα τοποθετούσα την αμεσότητα των επί σκηνής προσώπων με την πλατεία. Στα μειονεκτήματα θα τοποθετούσα την όχι άψογη ακουστική του συγκεκριμένου χώρου, ειδικά δε για ένα έργο το οποίο διατρέχει η μουσική και μάλιστα στην ροκ εκδοχή της με την ανάλογη ένταση.

Εδώ εντοπίζονται και τα βασικά λάθη της σκηνοθεσίας που ανέλαβε ο Γιάννης Καραχισαρίδης: πρώτον δεν δίδαξε ‒σε κάποιους τουλάχιστον από τους ηθοποιούς του με αιχμηρότερη φωνή‒ να αποφεύγουν τους υψηλούς τόνους κατά τις συγκρούσεις των προσώπων με αποτέλεσμα να χάνεται ο λόγος. Δεύτερον, υπερ-επένδυσε με μουσικά ροκ κομμάτια την παράσταση όχι μόνο μη αφήνοντας χώρο σε απαραίτητες παύσεις-ανάσες αλλά και ρίχνοντας δυνατή μουσική πάνω στον λόγο των προσώπων τα οποία πλέον δεν ακουγόταν τι έλεγαν. Έτσι, χάθηκαν κάποιοι σημαντικοί διάλογοι, για παράδειγμα, μεταξύ της μητέρας Νάντιας και του Λεό.

Ο ενιαίος χώρος επέτρεπε την ανάδειξη της τάχιστης χρονικής μετατόπισης μόνο μέσω της χωρικής μετατόπισης των προσώπων με την ανάλογη αλλαγή κοστουμιών και σκηνικών (της Χριστίνας Κωστέα), όσο αυτό ήταν δυνατόν και δεδομένης της απουσίας κάποιων αναγκαίων σκηνικών αντικειμένων. Πρωτεύοντα ρόλο, ωστόσο, θα έπρεπε εδώ να παίζει ο φωτισμός στον οποίο δεν φαίνεται να δόθηκε η δέουσα προσοχή από την ταλαντούχα Κατερίνα Μαραγκουδάκη. Ο φωτισμός θα έπρεπε να ορίζει όχι μόνο διαφορετικούς τόπους αλλά και χρόνους με σαφείς χρωματικές εναλλαγές, σταθερούς δείκτες του εκάστοτε χωρο-χρόνου.

Τα βίντεο του βάθους του Διονύση Σιδηροκαστρίτη ούτε αρκετά για μια τέτοια λειτουργία ήταν αλλά ούτε ιδιαίτερα εμπνευσμένα και μάλλον άστοχα ‒ ειδικά στις σκηνές των μονολόγων των προσώπων. Οι σκηνές των συναυλιών παρέμεναν σε ένα αδικαιολόγητο σκοτάδι με μόνη δείξη τόπου κάποια ψυχεδελικά σχέδια να προβάλλονται στον πίσω τοίχο.

Κάποια πειστικότερη λύση θα μπορούσε επίσης να βρεθεί ως προς την εμφάνιση του Λεό στις εναλλαγές των χρονικών στιγμών του. Για παράδειγμα, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι δούλευε, με σακάκι και γραβάτα, στο εργοστάσιο με το ίδιο όμως ακριβώς μαλλί -αφάνα με το οποίο εμφανίζεται στην επαναστατική του περίοδο και στις συναυλίες του. Ο ρεαλισμός θέλει συνέπεια.

Αν εξαιρέσουμε τα παραπάνω ατοπήματα που αναγκαστικά οφείλονται πρώτιστα στον σκηνοθέτη και δευτερευόντως στους συνεργάτες του, οι ηθοποιοί κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια για να υπερπηδήσουν τα εμπόδια. Η Αιμιλία Υψηλάντη, στον ρόλο της μητέρας αράχνης που σταδιακά καθηλώνεται στο κρεβάτι από ανίατη ασθένεια και ζητά από τον γιο της να την απαλλάξει από τον ψυχικό και σωματικό πόνο, κρατάει σωστά τις εναλλαγές, δημιουργώντας ένα οικείο πρόσωπο ελληνίδας μάνας, απομακρυσμένης από τον σύζυγο, γεμάτη έγνοια για τον γιο της που πίσω της κρύβει άκρατο εγωισμό.

Οι σκηνές της αρχής και του τέλους όπου, νεκρή, με γλυκιά, παρακαλετή φωνή καλεί τον ημιθανή Λεό κοντά της, συμβολίζουν την απαίτησή της για επάνοδό του στη μήτρα. Εδώ, ας σημειωθεί ότι το κείμενο προβλέπει ότι ο Λεό, καθώς κείται γυμνός σε εμβρυακή στάση, φορά ένα κόκκινο φόρεμα, πανομοιότυπο με αυτό της μητέρας και σπεύδει κοντά της. Η σκηνοθεσία, ίσως κρίνοντας τολμηρή μια τέτοια, όμως πλήρη νοήματος, «παρενδυσία» δεν ακολούθησε το κείμενο. Θα συγκρατήσω ως εξαιρετική ερμηνευτική στιγμή της Υψηλάντη πρώτιστα τη σκηνή του μονολόγου της, καθηλωτική στη λιτότητά της, και στη συνέχεια εκείνη του τελικού διαλόγου της με τον Λεό όπου, άρρωστη πλέον, του ζητά “πρέζα”.

Ο νεαρός Βασίλης Παναγιωτίδης, ως Λεό, ανέλαβε ένα απαιτητικό ρόλο τόσο ερμηνευτικά όσο και φωνητικά και, παρά τις αντιξοότητες που δημιουργούσε ο χώρος, απέδειξε ότι διαθέτει ταλέντο. Στα διαλογικά μέρη, όταν δεν υπήρχαν εξάρσεις που διάχεαν τη φωνή ή δεν επικαλυπτόταν από μουσική, ήταν αποτελεσματικός και με ενδιαφέροντες χρωματισμούς ενώ στα τραγουδιστικά μέρη, όταν δεν συνοδευόταν από την έντονη ηχογραφημένη μουσική, απέδειξε ότι διαθέτει μια υπέροχη φωνή σε υψηλές όσο και χαμηλές νότες, τόσο σε ελληνικό όσο και αγγλικό στίχο. Ένας ηθοποιός που υπόσχεται πολλά στο μέλλον και στο μουσικό θέατρο. Κινησιολογικά έδειξε επίσης ότι έχει ικανότητες, λόγω όμως του ιδιάζοντος ρόλου πιστεύω ότι θα αναδεικνυόταν περισσότερο αν τύγχανε κινησιολογικής διδασκαλίας και τολμηρότερων σκηνών.

Ευχάριστη έκπληξη, με ιδιάζουσα μπάσα φωνή ανεπηρέαστη από τη διάχυση του χώρου και σωστή κίνηση για τον ρόλο της αγαπημένης του Λεό Γιασεμής, με επίσης ωραία φωνή στο τραγούδι, ήταν η νεαρή ηθοποιός Έλια Βεργανελάκη.

Τον ρόλο του πατέρα Μανώλη, με πλήρη γνώση του μέτρου, ανέλαβε ο έμπειρος Γιώργος Ζιόβας με ωραία σκηνή εκείνη της αμηχανίας κατά τη συμφιλίωση με τον γιο του. Εκείνον της κόρης Χρυσόφης, μεταξύ άλλων σύντομων ρόλων, ανέλαβε η σωστή στην ευκρίνειά της Δήμητρα Βαμβακάρη.

Το «Rock Story» είναι ένα σημαντικό έργο, τολμηρό σε πολλά επίπεδα, πρόσφορο για ανέβασμα και σε μεγάλη σκηνή. Στην παρούσα σκηνική εκδοχή του έτυχε ζεστής αντιμετώπισης παρόλο που η σκηνοθεσία υπήρξε μάλλον άτολμη απέναντί του, απαλύνοντας κάποιες από τις αιχμές του αντί να το απογειώσει ακόμη περισσότερο, καθιστώντας το σκηνικά ουσιαστικά και αντισυμβατικά ροκ ‒ και αυτό όχι απλώς με την ένταση της μαγνητοφωνημένης ροκ μουσικής.

Οι φωτογραφίες είναι του Γιάννη Βολιώτη.

* Καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου και Θεωρίας της Επιτέλεσης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών

(Επισκέψεις: 314 φορές, όπου 1 ημερήσιες)
Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend