Οι πεντάωρες συνομιλίες στη Μόσχα μεταξύ του Ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν και του ανώτερου διαπραγματευτή του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δεν κατάφεραν να οδηγήσουν σε πρόοδο για μια συμφωνία ειρήνης στην Ουκρανία.
Παρά το γεγονός ότι ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου χαρακτήρισε τη συνάντηση «εποικοδομητική», υπογράμμισε ότι σημαντικά τμήματα του σχεδίου παραμένουν «απαράδεκτα» για τη Ρωσία.
Στη διαπραγματευτική ομάδα των ΗΠΑ συμμετείχαν ο ειδικός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ και ο Τζάρεντ Κούσνερ, οι οποίοι δεν προέβησαν σε δηλώσεις μετά την αναχώρησή τους από τη ρωσική πρωτεύουσα.
Στο επίκεντρο των διαφωνιών παραμένουν καίρια ζητήματα όπως η απαίτηση η Ουκρανία να παραχωρήσει εδάφη που εξακολουθεί να ελέγχει, καθώς και το είδος των εγγυήσεων ασφαλείας που θα προσφερθούν από την Ευρώπη.
Ο ανώτερος σύμβουλος του Πούτιν, Γιούρι Ουσάκοφ, δήλωσε μετά τις συνομιλίες ότι «κάποια σημεία συμφωνήθηκαν… αλλά κάποια επικρίθηκαν». «Δεν έχουμε φτάσει σε μια συμβιβαστική εκδοχή ακόμη. Μπροστά μας υπάρχει πολλή δουλειά», τόνισε.
Παράλληλα, συνεχίζεται η έντονη αντίθεση ανάμεσα στη Μόσχα και τους ευρωπαίους συμμάχους της Ουκρανίας ως προς το τι θα πρέπει να περιλαμβάνει μια τελική συμφωνία ειρήνης.
Λίγες ώρες πριν τη συνάντηση, ο Πούτιν επέκρινε τις αλλαγές που πρότειναν το Κίεβο και ευρωπαϊκές χώρες στο αμερικανικό σχέδιο, δηλώνοντας πως είναι «απαράδεκτες». Προχώρησε μάλιστα σε μία ακόμη αιχμηρή δήλωση: «Αν η Ευρώπη θέλει να πάει σε πόλεμο και τον ξεκινήσει, είμαστε έτοιμοι τώρα».
Το αρχικό αμερικανικό σχέδιο —που είχε χαρακτηριστεί ευνοϊκό προς τη Ρωσία όταν διέρρευσε τον Νοέμβριο— έχει ήδη τροποποιηθεί αρκετές φορές, υπό την πίεση της Ουκρανίας και των συμμάχων της.
Ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι ανέφερε ότι αναμένει ενημέρωση από την αμερικανική ομάδα για το αποτέλεσμα των συνομιλιών, χωρίς να είναι σαφές αν οι Γουίτκοφ και Κούσνερ θα μεταβούν στο Κίεβο ή σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για νέες διαπραγματεύσεις. Επανέλαβε ότι η Ουκρανία πρέπει να συμμετέχει ενεργά στις διαπραγματεύσεις και να εξασφαλίσει «σαφείς εγγυήσεις ασφαλείας», συμπεριλαμβανομένης της προοπτικής ένταξης στο ΝΑΤΟ, κάτι που αποτελεί κόκκινη γραμμή για τη Ρωσία.
Ρωσικές μυστικές υπηρεσίες: Η Γαλλία θέλει να μπει στον πόλεμο
Στο μεταξύ, σε χθεσινή ανακοίνωσή της η Υπηρεσία Εξωτερικών Πληροφοριών της Ρωσίας (SVR) επικαλέστηκε πληροφορίες ότι το Παρίσι συνεχίζει να αναζητά τρόπους, προκειμένου να συμμετάσχει άμεσα στον πόλεμο στην Ουκρανία.
«Η Γαλλία είναι πρόθυμη να στείλει στρατό στην Ουκρανία», σημειώνουν οι ρωσικές μυστικές υπηρεσίες, προειδοποιώντας το Παρίσι ότι δεν πρέπει να τρέφει αυταπάτες πως «θα αποφύγει την ευθύνη για συμμετοχή των στρατευμάτων του στη σύγκρουση».
Η SVR παραπέμπει σε διάταγμα της γαλλικής κυβέρνησης που επιτρέπει, όπως αναφέρεται, «τη χρήση ιδιωτικών στρατιωτικών εταιρειών για την παροχή βοήθειας σε “τρίτο κράτος που βρίσκεται αντιμέτωπο με ένοπλη σύγκρουση”».
Οπως αναφέρει, «οι κινητές ομάδες αεράμυνας και ο περιορισμένος αριθμός F-16 Fighting Falcon που διαθέτει η Ουκρανία δεν είναι σε θέση να αναχαιτίσουν ρωσικούς αεροπορικούς στόχους. Η εκμάθηση του χειρισμού μαχητικών Mirage και άλλων μηχανημάτων απαιτεί πολύ χρόνο και υψηλό επίπεδο εμπειρογνωμοσύνης».
«Γι’ αυτόν τον λόγο, το Κίεβο θα χρειαστεί ξένες ιδιωτικές στρατιωτικές εταιρείες εξοπλισμένες με σύγχρονα δυτικά, κυρίως γαλλικά, όπλα», συμπληρώνει.
«Η παρουσία γαλλικών ιδιωτικών στρατιωτικών εταιρειών στην Ουκρανία (…) θα θεωρηθεί ως άμεση εμπλοκή της Γαλλίας σε εχθροπραξίες κατά της Ρωσίας» και οι «γαλλικές ιδιωτικές στρατιωτικές εταιρείες θα γίνουν νόμιμος στόχος υψηλής προτεραιότητας», προειδοποιεί η SVR.
Από την πλευρά της, η φινλανδική κυβέρνηση δεν είναι έτοιμη να παράσχει στην Ουκρανία «εγγυήσεις ασφαλείας», αλλά μπορεί να βοηθήσει στη δημιουργία μηχανισμών ασφαλείας για το Κίεβο, δήλωσε ο Φινλανδός πρωθυπουργός Π. Ορπο.
«Οι εγγυήσεις ασφαλείας είναι ένα αρκετά σοβαρό ζήτημα» και σύμφωνα με τον ίδιο, η Φινλανδία «συνεχίζει να εργάζεται για τη διευθέτηση μέτρων ασφαλείας, αλλά αυτό είναι κάτι διαφορετικό από τις εγγυήσεις». Τέτοιοι μηχανισμοί, πρόσθεσε, μπορούν να παρασχεθούν μόνο από «μεγαλύτερες χώρες» και τόνισε την «ανάγκη συμμετοχής των ΗΠΑ» στην εφαρμογή τους.
Οι Ευρωπαίοι «ανησυχούν» για τις διαπραγματεύσεις ΗΠΑ – Ρωσίας
Οι αντιθέσεις μέσα στον ευρωατλαντικό άξονα – κυρίως μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ – βγαίνουν απροκάλυπτα στη φόρα και όπως σημειώνει δημοσίευμα της «Wall Street Journal», που επικαλείται Ευρωπαίους διπλωμάτες και εκπροσώπους «δεξαμενών σκέψης», οι «ειρηνευτικές συνομιλίες για την Ουκρανία προκαλούν έντονες αμφιβολίες σε πολλούς Ευρωπαίους ηγέτες για το εάν οι προτεραιότητες της Ουάσιγκτον εξακολουθούν να ευθυγραμμίζονται με εκείνες της Ευρώπης».
Υπάρχει η εντύπωση ότι η κυβέρνηση Τραμπ «ενδιαφέρεται περισσότερο για τη βελτίωση των σχέσεων και της οικονομικής συνεργασίας με τη Ρωσία παρά για την υπεράσπιση του ΝΑΤΟ».
Το σχέδιο των ΗΠΑ «αντιμετωπίζει τη Ρωσία ως σαφή νικήτρια και την Ουκρανία ως ηττημένη, αναγκάζοντας το Κίεβο να εγκαταλείψει στρατηγικά εδάφη που δεν έχει χάσει ακόμη και να συρρικνώσει τον στρατό της».
Επιπλέον, «οι ΗΠΑ παρουσιάζονται μεσολαβητής μεταξύ της Ρωσίας και του NATO, υποδηλώνοντας ότι η Αμερική δεν θεωρεί πλέον τον εαυτό της μέλος της Συμμαχίας».
«Αν δεν ήταν οι Ευρωπαίοι», ανέφερε Γάλλος αξιωματούχος, «ο Πούτιν και ο Τραμπ θα είχαν καταλήξει σε συμφωνία προ πολλού. Η Ευρώπη βρίσκεται μόνη, επειδή οι Αμερικανοί αποσυνδέονται από την περιοχή, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να βασίζεται περισσότερο στον εαυτό της».
Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι δηλώσεις ενδεικτικές των αντικρουόμενων συμφερόντων μεταξύ ΕΕ – ΗΠΑ έκανε προχθές και η επικεφαλής της Εξωτερικής Πολιτικής της ΕΕ, Κ. Κάλας, μια μέρα μετά τις διαπραγματεύσεις Ουκρανίας – ΗΠΑ στη Φλόριντα και μια μέρα πριν τις διαπραγματεύσεις Πούτιν – Γουίτκοφ στη Μόσχα.
Εξέφρασε έντονη ανησυχία ότι «οι προσπάθειες των ΗΠΑ να ωθήσουν την Ουκρανία σε ένα άνισο ειρηνευτικό σχέδιο θα ενθάρρυναν μόνο την πολεμοχαρή στάση της Ρωσίας».
«Φοβάμαι ότι όλη η πίεση θα ασκηθεί στην πιο αδύναμη πλευρά, επειδή αυτός είναι ο ευκολότερος τρόπος να σταματήσει αυτός ο πόλεμος, όταν η Ουκρανία παραδοθεί», είπε, εκτιμώντας ότι οι διαπραγματεύσεις στη Μόσχα θα μπορούσαν να είναι «καθοριστικές», δηλαδή να φέρουν την ΕΕ και τα ευρωπαϊκά κράτη προ τετελεσμένου.
Οι Ρώσοι «βλέπουν ότι ασκείται μεγάλη πίεση στο θύμα, αλλά δεν απαιτούνται πραγματικές θυσίες από την πλευρά τους. Είναι σαφές ότι θέλουν να διαπραγματευτούν με όσους τους προσφέρουν κάτι επιπλέον από αυτό που ήδη έχουν. Αυτό είναι σαφώς προς το συμφέρον τους, αλλά δεν πρέπει να είναι και προς το δικό μας», επισήμανε η Κάλας.
Σε ένα τέτοιο κλίμα προωθούνται και οι πολεμικές προετοιμασίες στην Ευρώπη, με την Ουκρανία να θεωρείται «προκεχωρημένο φυλάκιο» στη γεωπολιτική σύγκρουση με τη Ρωσία.
Ολλανδία και Ουκρανία υπέγραψαν προχθές συμφωνία για κοινή παραγωγή drones, με τον Ολλανδό υπουργό Αμυνας, Ρ. Μπρέκελμανς, να τονίζει ότι «αυτή η συνεργασία όχι μόνο αυξάνει την παραγωγική μας ικανότητα, αλλά επίσης ενισχύει την κοινή μας ασφάλεια, ανθεκτικότητα και καινοτομία».
Τη Δευτέρα εξάλλου, Γερμανία και Πολωνία υπέγραψαν διευρυμένη, κοινή δήλωση συνεργασίας για την άμυνα και την ασφάλεια, κατά την επίσκεψη του Πολωνού πρωθυπουργού Ντ. Τουσκ στο Βερολίνο και τη συνάντησή του με τον Γερμανό καγκελάριο Φρ. Μερτς.