Ρίζες και γάλατα

ΙΣΑΑΚ ΣΟΥΣΗΣ ΙΣΑΑΚ ΣΟΥΣΗΣ Απόψεις • 24 Απριλίου 2015

Eίναι σαφώς πολλά και καινοφανή τα δεδομένα που παρουσιάζει η κατάσταση για όσους ασχολούνται με την τραγουδοποιϊα, όμως από το «Μάνα μου Ελλάς» του Γκάτσου με τον στίχο που έγραψε » Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα , μου τα πες με το πρώτο σου το γάλα » μέχρι τις μέρες μας και με αυτή την γενική και αόριστη αναμόχλευση των ριζών, η υπόθεση έχει γίνει ριζόγαλο.

Και όταν λέμε πολλά και καινοφανή, στην πραγματικότητα δεν είναι παραπάνω από αυτά που ο κάθε άνθρωπος ζει εδώ και χρόνια, απλά το τραγούδι κόλλησε σε κάποια δεδομένα δεκαετιών – πολιτικοκοινωνικά, διαπροσωπικά- και δεν απεικονίζει παραπέρα. H έγκαιρη αμφισβήτηση στα τέλη του εξήντα από τον Σαββόπουλο του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι, αμφισβήτηση που δεν αφορούσε φυσικά το καλλιτεχνικό τους μέγεθος αλλά την μονοπώληση σχεδόν του θεσμικού χώρου και των επιβεβλημένων μέσων, κατέληξε ομαλά στην ενσωμάτωση του Σαββόπουλου στην πατριαρχική ιεράρχηση, κάτι που είχε σαν συνέπεια και ο ίδιος ο Σαββόπουλος από δεινός εικονοκλάστης της πραγματικότητας ( Παράγκα, Δημοσθένους λέξις, Ζωζω, Βρώμικο ψωμί και πολλά και αριστουργηματικά ακόμα) να μεταλλαχτεί σε αυτόκλητο ιερέα των κοινών – υποτίθεται- ηθών και εθίμων, παύοντας εκτός από εκλάμψεις του να καλλιεργεί αυτό που τον ανέδειξε, την παρατήρηση του αέναου κοινωνικού κατακερματισμού και της επιβολής των νέων τρόπων της αγοράς πάνω στο συλλογικό συνειδητό.

Και μετά , μετά τον Σαββόπουλο τι έγινε, σταμάτησε η φύση να παράγει αγχίνοες και διαυγείς αμφισβητίες δημιουργούς τραγουδιών. Η συνέχεια του Σαββόπουλου ανιχνεύεται αλλά χωρίς την κατοχύρωση, τη μιντιακή, του Σαββόπουλου. Ανιχνεύεται σε πλήθος τραγουδιών του 80 και του 90 , αλλά που πλέον δεν είχαν την ανάλογη μαζική αποδοχή, μιας και τα μεγάλα μαζικά κινήματα του 60 και του 70 είχαν αναδιπλωθεί και η αμφισβήτηση είχε επιστρέψει εκεί που τον περισσότερο καιρό βρίσκεται, σε επί μέρους κοινωνικά μορφώματα.

Οι δισκογραφικές και το μουσικό δικτύωμα στα ΜΜΕ αναλάβαν τα υπόλοιπα. Από την τήρηση των προσχημάτων, μέχρι την καταναλωτική εξάντληση των μύθων και βέβαια τη θεσμική επιβολή του απενεργοποιημένου κοινωνικά τραγουδιού, είτε πρόκειται για τις συγκυριακές ιδεολογικές νεκραναστάσεις του «ποιοτικού», είτε για το πάνδημης αποδοχής τουρλουτούκι, την μεγάλη αφήγηση αυτής της εποχής.

Βέβαια, μιας και μιλάμε για ρίζες και γάλατα, μια πρώτη βοήθεια στην ανίχνευση της εξελικτικής διαδικασίας του γιατί και του διότι δίνει άθελα του ο ίδιος ο νεανικός Σαββόπουλος που στο «Χατζιδάκιαμ , Θεοδωράκιαμ» αφήνει τον βαθύτερο νταλκά του να ξεσπάσει και να υπογραμμίσει το «εσείς τρώτε και πίνετε». Εσείς τρώτε και πίνετε λοιπόν, και όχι εσείς κάνετε παπάδες, χτίζετε συλλογική αισθητική κλίμακα αξιολόγησης , για να ξέρουμε τι πραγματικά λέγεται κάτω, πίσω και πλαγίως στις ποιητικές αλληγορίες και που ριζώνει βρίσκοντας γόνιμο αν και μεταλλαγμένο κάθε φορά έδαφος η κάθε αμφισβήτηση που πολιορκεί την Ιερή-ηχώ της επωνυμίας.

Όμως, έτσι, ο χάρτης των τραγουδιών που ξεδιπλώνει κανείς για να περιηγηθεί στις νεοελληνικές συλλογικότητητες, είναι ένας χάρτης παραπειστικός, με τόπους και σημάνσεις που έχουν αλλάξει ριζικά και το γιατί και το πως, μόνο σε μια αόριστη και αόρατη γενική οντότητα τύπου «Mάνα μου, Ελλάς» μπορεί κανείς να το καταλογίσει.

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email