Σήμερα ο Νίκος Καλογερόπουλος οδηγείται στο τελευταίο του και οριστικό “σπίτι”… σε μια κηδεία πολιτική, δηλαδή ανάλογη του τρόπου που πορεύτηκε μέχρι την τελευταία του στιγμή, σταθερά και συνειδητά απέναντι στην εξουσία.
Κατα μία διαβολική σύμπτωση, την ίδια μέρα, σήμερα, κηδεύεται και ο Στέλιος Ράμφος, δημοσία δαπάνη, δηλαδή σε μια κηδεία επίσης ανάλογη του τρόπου που στοχάστηκε και στάθηκε δίπλα στην εξουσία. Γι’ αυτό και το κράτος τον τιμά διά της οικονομικής ανάληψης της τελευταίας του εξόδου.
Το γεγονός αυτό σχολιάστηκε… Δηλαδή ο Νίκος Καλογερόπουλος δεν άξιζε να του αποδοθεί ανάλογη τιμή από την πολιτεία; Αλλά αυτό μοιραία συνεπιφέρει και μια άλλη ερώτηση… Αραγε, ο Νίκος Καλογερόπουλος θα την ήθελε αυτή την.. ας πούμε… τιμή ή μήπως θα σηκωνόταν όρθιος εν τω μέσω του θανάτου φωνάζοντας “Την αλήθεια ρεεεεε! Την αλήθεια” (!) ενώπιων υποκριτών και φαρισαίων;
Από την Κυριακή όπου έγινε γνωστός ο θάνατός του, ειπώθηκαν και γράφτηκαν πολλά. Πιθανόν τόσα όσα δεν είχε ακούσει ποτέ στον καλλιτεχνικό και κοινωνικό του βίο, παρά μόνο, ίσως, στον πιο στενό κύκλο των φίλων και συνοδοιπόρων του σε αυτόν το ιδιοσυστασιακό, ανεξάρτητο, ασυμβίβαστο, δύσκολο, μα περήφανο δρόμο, που διάλεξε να βαδίσει.
Και του άξιζαν όλα.
Υπάρχουν άνθρωποι που κάποτε δια της παρουσίας τους, της δημιουργίας τους, της στάσης απέναντι στα μεγάλα ζητήματα της ζωής, σφράγισαν με καθοριστικό τρόπο την πολιτική μας στάση, μπόλιασαν ένα αδούλωτο πνεύμα, περιέγραψαν το αισθητικό μας σύμπαν, όρισαν με τον τρόπο τους τι σημαίνει τέχνη που να ακούμπα το λαό και την κοινωνία, που να παράγεται στο δρόμο και όχι στα σαλόνια.
Είναι, δε, τόσο δεδομένη η ύπαρξή τους εντός μας ώστε θεωρούμε πως είναι δεδομένη και η υπάρξή τους στη ζωή.
Και μόνο όταν βρεθούμε αντιμέτωποι με το ξάφνιασμα της οριστικής απουσίας μπαίνουμε αναπότρεπτα στην στην ανάγκη της συνολικής ανασκόπησης και αναγνώρισης για εκείνον που έφυγε και της συνειδητοποίησης για εμάς.
Αυτό συνέβη και με τον Νίκο Καλογερόπουλο.
Και όλες αυτές τις ημέρες μοιάζει σαν να βρίσκεται κάπου μετέωρος μεταξύ ζωής και θανάτου, πριν το τελευταίο πέρασμα, εκεί απ’ όπου μπορεί ακόμα να ακούσει… ‘Η θα θέλαμε να είναι έτσι ώστε να ακούει, παραβαίνονται όλες τις αρχές της φυσικής και του ορθολογισμού..
Στην πραγματικότητα όσοι εξ ημών και εξ υμών είχαν την τύχη να τον δουν στην εποχή που διάνυαν την εφηβεία ή τις απαρχές της εφηβείας, τότε δηλαδή που η αμφισβήτηση αρχίζει να διαμορφώνει καρπούς μέχρι να ωριμάσει, καθορίστηκαν από εκείνη την συγκλονιστική και μοναδική στο ελληνικό σινεμά κραυγή “Την αλήθεια ρεεεε! Την αλήθεια!”
Εκτοτε, όσες φορές κι αν δει κανείς τον Νίκο Καλογερόπουλου να φωνάζει από το παράθυρο του σχολείου “Εδώ σκοτώσανε τον Κατσαβό” και στην αίθουσα του δικαστηρίου να ουρλιάζει για την αλήθεια, νιώθει το ίδιο ακριβώς σύγκορμο ρίγος, όπως την πρώτη φορά.
Και αυτή υπήρξε η μεγάλη του καλλιτεχνική παρακατάθηκη.
Ταυτιστήκαμε δια βίου με το τραύλισμα που έγινε κραυγή από τον γιο του συντηρητικού καθηγητή μπροστά στην εμβρόντητη εθνικόφρονα κοινωνία του χωριού.
Ανθρωπέψαμε οριστικά όταν αγαπήσαμε τον “Μπε” της Μεθυσμένης Πολιτείας και τον “Μάιμου” του Κάμπινγκ. Διότι, ειδικά τον δεύτερο, πριν μας τον φέρει στην οθόνη, τον αγάπησε πρώτα ο ίδιος, έζησε την απόκληρη, περιθωριοποιημένη μοίρα του, τον υποδύθηκε στη ζωή, έγινε ο ίδιος “Μάϊμός”, πριν τον φέρει ως ρόλο μπροστά στην κάμερα.
Αυτός ήταν ο Καλογερόπουλος. Ενας δαιμονικός ηθοποιός, ελεύθερος κατά κυριολεξία, ποιητής και ρεμπέτης στην ψυχή, αυθεντικός και αληθινός ως το μεδούλι, που δεν υποχώρησε, δεν συμβιβάστηκε, δεν μιμήθηκε υπερφίαλους καθωσπρεπισμούς και δεν συναγελάστηκε με συστημικές συντροφιές. Γνώρισε “νίκες” και “ήττες”, αλλά έζησε “κατά δαίμονα εαυτού” και ανέπνευσε “για τους που δεν λυγίζουνε και που δεν προσκυνάνε”.
Και όπως ο ίδιος κάποτε είπε: “Εγώ θα τα τινάξω και ο Μάϊμος θα τραγουδάει ακόμα”.