Πολιτισμός

Πεθαίνουν οι ποιητές όταν πεθάνουν; Η αχρονία της ποίησης

(Για τον Γιάννη Ρίτσο) - Γράφει  ο Δημήτρης  Φεργάδης*

Δεν το κρύβω – κι ούτε  που το θέλω αυτό – .   Πως  αγαπάω τον Καβάφη… πολύ και περισσότερο.  Και το Λόρκα  αγαπάω  πολύ και περισσότερο. Και την Ανδαλουσία  του και τις πορτοκαλιές  και τον  Γουαδαλκιβίρ  αγαπάω. Κι εκείνο   τον Ιγνάθιο …. Όταν  βραδιάζει…  και τον  Περλιμπλίν και την  Μπελίσα  του,  θλιμμένα, αγαπάω.  Μόνο τα  ντουφέκια  του Φράνκο  δεν αγαπάω.  Αγαπάω, όμως,  τον Αναγνωστάκη.  Και «το μέτρο του» για τον… συγκεκριμένο…  – «Τόσος ήταν» ο άνθρωπος, τι να κάνουμε. –

Αγαπάω  τον Κόλια… – «Μάνα, θα πάω στα  καράβια …» -.  Τον  Καββαδία,  πίσσα  της θάλασσας τα βάθη,  κι άντε – το μπορώ –  να τα ερμηνεύσεις. Τον Καρυωτάκη, αγαπάω,  με τις κάργιες  και τις «εξηκονταρχίες του (;). Τον  Λαπαθιώτη, την Πολυδούρη, τον Περικλή Γιαννόπουλο» αγαπάω.  Να μπαίνει με τ’ άλογό   του  και τη στολή δανδή – περίστροφο στον γαλανό του κρόταφο –  στην πόρτα  του θανάτου  του… στη θάλασσα  του  Σκαραμαγκά.

Αγαπάω  το Σολωμό, τον  Κάλβο.  Αγαπάω  το Βύρωνα, τον Παλαμά  και τον Σικελιανό. Αγαπάω τους Δελφούς,  το Μεσολόγγι και τους «γύφτους». –«Άφκιαστο κι αστόλιστο του Χάρου δε  σε δίνω»– Το  χάλκεον χέρι,  την όψη της  κόψης του σπαθιού … αγαπώ.  Που όταν χρειάζεται…  γίνεται  δίκοχο  και δίκοπο … «μύτη» του Θερσίτη  και του Άρη γένι. Γίνεται.

Τον παππού μας  αγαπάω τον Κώστα Βάρναλη.

«Αν  λαχταράς τον ήλιο, ανασηκώσου
και  με  δαυλό  άναψέ τονε δικό σου».

Πιότερο  γλυκός  κι από  γλυκό του  κουταλιού,  ο λόγος  του.

Το Σεφέρη μας, αγαπάω.  Με τα μηνύματα πούχουν   οι θαλασσινές  σπηλιές του.  Και οι Ελλάδες του,  που παντού πάντα – όλους – σαν  δίκοπο,  πληγώνουν.

Είναι  κακό η αγάπη. 

Τον Ελύτη  αγαπάω  που αντέχει  να  σέρνει  τα λασπωμένα, από το καταβούλιαγμα,  πόδια του και να θυμώνει  μ’ αυτόν που – γι’ άλλη μια φορά – δεν έφερε   την άνοιξη  για τα χελιδόνια  μας. Το εφηβαίο  όστρακο – κύαμο,   κουκί – κι όποιος το συναντήσει…  Τον Ρεμπώ,  που τον νοιώθω  σαν Ελληνάκι  δεκαοχτώ  χρονώ, κουτσό – όχι «στραβό» -,  για να μοιάζει – είναι –με τους κουτσούς.   Καταραμένο… σαν τους  καταραμένους  του μαύρου πέλαγου. Αγαπάω  τον  Αλεξάνδρου και το βαρύ  – στη ζωή του –φορτίο με το κιβώτιο  του παραμάσχαλα… τον Τάσο  Λειβαδίτη – δεν κάνω πίσω – με την Δραπετσώνα – αυτή θυμάμαι … πειράζει ;  -και το πέτσινο  πάτωμα στο μαχαλά του.

Και τον Γιάννη  τον Τσαρούχη και τον Θεόφιλο και τον Μόραλη ζωγράφους, ποιητές για μένα, αγαπάω.

Τον Εμπειρίκο, τον Εγγονόπουλο  με τους στρατηγούς  που στέλνει στα όρη, στα βουνά  και στις όψιμες  ραχούλες, αγαπάω. Τον Σαχτούρη,  γόνο –όχι «γόνο» – άναρχο, αυτόνομο  και  αυτάρκη,  πέρα ως πέρα  πέτρα  τρίκοχη …  τουλάχιστον.  Και τον Μιχάλη  αγαπώ,  τον Κατσαρό (έμενε  και στους Αγίους…)  που  πρώτος  αυτός μου μίλησε  για την  ξηρασία,  του μέλλοντος.  Και το μικρό,  σκυφτό  σπιτάκι …  της ζωής  μας.

Και τον κύριο Νίκο αγαπάω…  το Γκάτσο.   Για «ν’ αστράψει  ο  μαύρος ουρανός να λουλουδίσει  ο  φλόμος». Και την Περιμπανού  του, όμως, αγαπώ –  γιατί  ξενίζεστε ; -και τον Γιάννη – αυτός ήταν ο φταίχτης ; – τον Κεμάλ  – α ρε  δόλιο   παληκαράκι μου … – και την Περσεφόνη  μου με τα σπόρια  του ροδιού στο προσκεφάλι της.  Και τον  κοντοχωριανό του  τον Βρεττάκο, αγαπάω.  Άφησα  προς το τέλος την κυρία Κική. Τη Δημουλά.  Για να προλάβει – θα προλάβει ;  – να χτίσει  τις  χρήσιμες  φωλιές της.  – Και τον Άκη – κέρασμα στο χάρο – και την Ευτυχία  – δύο πόρτες  έχει η ζωή – αγαπάω.  – Κι όλους αυτούς  τους  χωρίς όνομα … (άκου  χωρίς όνομα!!!)   που γράψανε  τα  στιχάκια  της εφηβείας  μου πίσω  από τις μικρές  διάφανες – δάφνης –  σελίδες   του «ημερο – δρόμου» μου, αγαπάω.

Είναι κακό  η αγάπη.

Και  νάτανε  αλήθεια, η αλήθεια… Γιατί – παράπονο; άγνοια ; ανασφάλεια; – αληθινή αλήθεια,  αλήθεια, δύσκολα  πολύ να βρεις.

Αν ήτανε,   λοιπόν,  – λέμε τώρα … –  αληθινή  αλήθεια και αληθινά αγαπούσαμε  λίγους,  έστω λίγο από όσους  πιο πάνω  θυμήθηκα  εγώ  ο κοντά στους  αγράμματους ή και το, χειρότερο,   ο ίδιος  μισο – αγράμματος  (πολλά  μου λένε οι ποιητές και οι νεκροί …) τότε θα  φθάναμε  σίγουρα και γρήγορα  στον ένα –κόκκινο  το σύννεφο – που μια ζωή μας μίλαγε για του φτωχού  τ’ αρνί, την ελιά και  το κόκκινο κρασί. Για τον Ρίτσο, ο λόγος.

Είχα την τύχη  να τον γνωρίσω.  Αρχές  δεκαετίας  του ογδόντα. Στο Λύκειο Αγίων Αναργύρων.  Εγώ … Πρόεδρος  του Συλλόγου  Γονέων.  Εκλήθη (και) από την Λυκειάρχη  για μια «γνωριμία»… Με τα παιδιά. Πρόθυμος …

«Έϊ,  εσύ!  Ουρανέ! 
          Βγάλ’ το καπέλο σου.
                 Εγώ  περνάω…»

Και από πιο παλιά…  τον γνωρίζω.  Στο χώρο που δούλευα. Στην ΚΟΛΟΥΜΠΙΑ (Μια ήταν… και είναι η ΚΟΛΟΥΜΠΙΑ.   Η  δισκογραφική … κύριε  Μπακογιάννη,  κύριε  Δήμαρχε  Αθηναίων  έχετε  τίποτε  νεώτερον και …θετικόν ; Ή θα  λυπηθείτε  λυπημένα  όταν .. – τι να κάνουμε –  «έπεσε» – κτίρια είναι… πέφτουν –  από  μόνη της.  Γιατί,  όπως  ξέρετε,   τα μεταξωτά κ.τλ.,  κτλ..  Στο  Studio  II. Τώρα…  τότε.  Στο μικρό  δωματιάκι  των  απαγγελιών (που γκρεμίστηκε, νόμιμα (;)  κύριε Μπακογιάννη).  Η ηχογράφηση.   «Ο  ΡΙΤΣΟΣ  διαβάζει ΡΙΤΣΟ».  Έτος 1966.  Label. ΔΙΟΝΥΣΟΣ (Cat No. 0857).  Ποιανού  άλλου ; Του Αλέκου  Πατσιφά,  ασφαλώς.

Αν, λοιπόν … λέμε,  πάλι, αν … ήταν αλήθεια  αληθινά  και αγαπούσαμε  αληθινά  όλους αυτούς,  μικρούς και μεγάλους ποιητές  και μαζί τον ένα  με το κόκκινο το σύννεφο  στην καρδιά,  που πάσχουνε   για να κρατάμε   τα μάτια μας και το μυαλό μας – ;;;;- ανοιχτά τότε …  Τότε  δεν θα  χρειαζόταν  κανένας μικρός  σαν εμένα να γράφει, να γράφει και να κορδώνεται.  Τάχα μου  πως θυμίζει….

Γιατί … θάτανε  αυτοί… (Δροσουλίτες… Καβαλαραίοι…)  θα ‘μαστε εμείς.  Οι γέροντες  – οι χρήσιμοι γέροντες – «λιοντάρια  στη μπασιά της νύχτας…». Που δεν  μιλάνε, αλλά που …

«Δίπλα στα μάτια  τους έχουν ένα δεντράκι  καλοσύνη, /ανάμεσα  στα φρύδια τους  ένα γεράκι δύναμη,/  κι ένα μουλάρι  από θυμό μές  την καρδιά  τους/ που δεν σηκώνει τ’ άδικο…». Αυτά  ο  Γιάννης  Ρίτσος.

Είναι  κακό  η αγάπη;

Τι  κι αν πέρασε  η μέρα που άφησε σε μας, ο Γιάννης  Ρίτσος,  τους χρόνους  τους  πολλούς και δίσεκτους.  Ο  Μονεμβασίτης  ποιητής, ο πάντα παντού  και  πανταχού  παρών ποιητής  του πλούτου.   Γιατί  αληθινός  πλούτος είναι η αγάπη  για το δίκιο.   Και είχε  τέτοιο  πλούτο  πολύ ο Ρίτσος,  που μοίραζε  στους  πολλούς  απλόχερα,    ο  άχρονος  – του χτες,   του σήμερα,  του αύριο – ποιητής  μας.

Τι  κι  αν λοιπόν,  κι εγώ  γράφω  μέρες μετά από το «πρέπει  της μέρας» (11 Νοέμβρη) για τον ποιητή   μας –  του χτες,  του σήμερα,  της χρείας,  του αύριο… – αρκεί  που να θυμόμαστε  για ναχουμε, πάντα …ζωντανό…  «ένα μουλάρι  από θυμό  μες  την καρδιά μας  που να μη σηκώνει τ’  άδικο».

Αυτά ο άχρονος Γιάννης Ρίτσος.

Του χτες, της χρείας,  του  σύννεφου,  του πάντα,  του  ξέσκεπου  του πέλαγου. Του σήμερα…

* Συνταξιούχος. Ιστορικό στέλεχος της Βιομηχανίας της  ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑΣ σε ΚΟΛΟΥΜΠΙΑ και MINOS – EMI. Συγγραφέας του  βιβλίου «Με αφορμή την ΚΟΛΟΥΜΠΙΑ. Η Βιομηχανία της δισκογραφίας στην Ελλάδα κατά τον 20ο  αιώνα» – Εκδόσεις  ΚΨΜ  

 

 

(Επισκέψεις: 821 φορές, όπου 1 ημερήσιες)

Σχετικά Άρθρα

Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend