Στιγμιότυπα

«Περπατώντας αργά στην προκυμαία, “Υπάρχω;” λες, κ᾿ ύστερα “δεν υπάρχεις!”»…

«Κάποιες βραδινές ώρες, που η πικρία και η μοναξιά δεσπόζουν στην ψυχή μας, τα «Ελεγεία και Σάτιρες» μας περιμένουν κάτω από την αρχαία λάμπα. Τέτοιες στιγμές δε θα λείψουν ποτέ απ’ τη ζωή μας. Μαζί μ’ αυτές θα ζει για πάντα κι ο Καρυωτάκης». Ελάχιστοι, από εκείνους που έχουν διαβάσει τα ποιήματα του Κώστα Καρυωτάκη, θα διαφωνήσουν με τη διαπίστωση του Γιάννη Ρίτσου (1938). 

Πολλοί γνωρίζουν ότι ο Καρυωτάκης (1896 – 1928) έβαλε ο ίδιος τέλος στη ζωή του, στην Πρέβεζα. Αντίθετα, η μεγάλη επιρροή του, στην ελληνική ποίηση, δεν είναι ευρέως γνωστή. Οι γενικόλογοι χαρακτηρισμοί, για τον «μηδενιστή» και «απαισιόδοξο» Καρυωτάκη,  δεν αφήνουν, συνήθως, να αναδειχθεί ο σαρκασμός και η κριτική που άσκησε (μέσω της ποίησης του) στην εποχή του, στις κοινωνικές δομές και σχέσεις, ακόμα και στον ίδιο του τον εαυτό.

Αξίζει να σημειωθεί κάτι που, επίσης, δεν αναφέρεται συχνά: Ο Κ. Καρυωτάκης είχε και συνδικαλιστική δράση ως δημόσιος υπάλληλος. 

Ο Κώστας Καρυωτάκης γεννήθηκε, σαν σήμερα, στην Τρίπολη στις 30 Οκτωβρίου 1896. Από το 1912 δημοσιεύει ποιήματα σε διάφορα παιδικά περιοδικά. Δεκαεπτά ετών έρχεται στην Αθήνα και γράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στα τέλη του 1917 πήρε το πτυχίο του. Στη συνέχεια επιχείρησε να ασκήσει το δικηγορικό επάγγελμα. Διορίστηκε ως υπάλληλος στη Νομαρχία Θεσσαλονίκης, μετατέθηκε σε διάφορες Νομαρχίες και άσκησε τα καθήκοντά του σε διάφορες υπηρεσίες. Αισθανόμενος απέχθεια για την κρατική γραφειοκρατία, την καυτηριάζει συχνά. Τον Φεβρουάριο του 1919, εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή, «Ο πόνος των ανθρώπων και των πραγμάτων». Το 1921 κυκλοφορεί τη δεύτερη συλλογή του, τα «Νηπενθή». Την εποχή αυτή, συνδέεται στενά με την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη, συνάδελφό του στη Νομαρχία Αθήνας. Το Δεκέμβριο του 1927, εκδίδει την τελευταία του συλλογή «Ελεγεία και Σάτιρες».

    

(Visited 373 times, 1 visits today)

Σχετικά Άρθρα

Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend