Απόψεις Πολιτισμός

Οι έννοιες της ποιότητας και της προοδευτικότητας στην τέχνη

Δύο κόσμοι, δύο πολιτισμοί συγκρούονται. Ο πολιτισμός της σήψης, της παρακμής, της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, με τον πολιτισμό της προόδου της κοινωνικής δικαιοσύνης της ισότητας και της αλληλεγγύης. Με δυο λόγια συγκρούεται η βαρβαρότητα με το μέλλον της ανθρωπότητας  με τον σοσιαλισμό.

Αυτή την αλήθεια υπηρέτησε με το έργο του ο Μίκης σε όλη του την ζωή, παίρνοντας το μέρος των φτωχών, των αδυνάτων, της κοινωνικής δικαιοσύνης, του ανθρώπου.  Για αυτή την αλήθεια, θα του έλεγε ο Τάσος Λειβαδίτης  πως, «όρθιος στην πλαγιά με τον θάνατό σου υψώνεις  κάστρα αρχάγγελος ξανά».

Ήξερε ο Μίκης, που μέσα στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου, μαζί με τους «φτωχούς, τους ξωμάχους και τους προλετάριους» ανήκει στους  «δικούς μας χριστούς, στους  δικούς μας άγιους»,  πως αυτή την αλήθεια προσπαθούν να κρύψουν αυτοί που παίρνοντας το μέρος της βαρβαρότητας, επιχειρούν  με την πνευματική υποδούλωση να υποδουλώσουν πολιτικά και οικονομικά έναν ολόκληρο λαό. Για αυτό τον λόγο δεν ξεχώρισε ποτέ την τέχνη από τους αγώνες του λαού για πιο ανθρώπινες, πιο δίκαιες, σοσιαλιστικές κοινωνίες και παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του κομμουνιστής.

Ένα ολόκληρο σύστημα παρεμβάσεων, προσπαθεί να διαμορφώσει και να εγκλωβίσει την ανθρώπινη συνείδηση μέσα στο πλαίσιο της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο.

Στη βάση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, χρησιμοποιούν την τέχνη, την μόδα, τα εμπορεύματα και τον καταναλωτισμό,  για να επιβάλουν συγκεκριμένες ανάγκες, αξίες, αξιολογικά κριτήρια. Προσπαθούν να μας πείσουν πως οι αξίες τους είναι και δικές μας αξίες.

Τα τελευταία χρόνια η άρχουσα τάξη της χώρας μας, έχει εντείνει τις προσπάθειες διάβρωσης των συνειδήσεων με πολιτικές όπως αυτές της πολιτιστικής εξάρτησης, της ισοπέδωσης της πολιτιστικής ζωής, της αλλοίωσης της πολιτιστικής ταυτότητας του λαού, που μαζί με την εξάπλωση της μαζικής υποκουλτούρας καλλιεργούν τον ατομικισμό, την παθητικότητα, την απαισιοδοξία, την βία, το έγκλημα και την εμπορευματοποίηση του ίδιου του ανθρώπου. 

Έννοιες όπως «νέος πατριωτισμός», «νέος προοδευτισμός», επιχειρούν  θολώνοντας τα νερά, να εξωραΐσουν αυτή την πραγματικότητα

Η τέχνη, που σαν κοινωνικό φαινόμενο αντανακλά τις ταξικές αντιθέσεις, γίνεται έτσι πεδίο ταξικών, ιδεολογικών συγκρούσεων της συντήρησης με την πρόοδο. Ταυτόχρονα όμως ο πολιτισμός γενικότερα και η τέχνη αντεπιδρούν στο κοινωνικό γίγνεσθαι και γίνονται όπλο, που ανάλογα με την χρήση του, συμβάλλει στη διατήρηση ή στην ανατροπή του κοινωνικού κατεστημένου.

Για αυτό το λόγο, οι αντιδραστικές δυνάμεις διεξάγουν ένα ανελέητο πόλεμο ενάντια σε κάθε έννοια προοδευτικότητας στην τέχνη, ενάντια σε κάθε προοδευτικό δημιουργό.

Το ζήτημα της συνείδησης

Η τέχνη μαζί με την επιστήμη αποτελούν τις υψηλότερες, τις ανώτερες μορφές κοινωνικής συνείδησης. Η τέχνη είναι η πλέον πολύπλευρη έκφραση των αισθητικών σχέσεων του ανθρώπου με την πραγματικότητα.     

Τους γενικούς νόμους αυτών των σχέσεων, καθώς επίσης και της καλλιτεχνικής δημιουργίας  τους εξετάζει η επιστήμη της αισθητικής. Η αισθητική σαν αποτέλεσμα μιας εξελικτικής διαδικασίας  παίρνει  πραγματική επιστημονική μορφή από την στιγμή που βασίζεται στον μαρξισμό.

Δύο βασικά ζητήματα της μαρξιστικής φιλοσοφίας συνδέονται άμεσα με την αισθητική και έχουν ιδιαίτερη σημασία.

Το πρώτο ζήτημα αφορά την συνείδηση και συνοψίζεται στην διατύπωση του Μαρξ ότι «δεν είναι η συνείδηση του ανθρώπου που καθορίζει το Είναι τους, αλλά το κοινωνικό τους Είναι που καθορίζει την συνείδησή τους».

Σε αντίθεση με την ιδεαλιστική φιλοσοφία (Φόυερμπαχ κλπ), που αντιλαμβάνεται τη συνείδηση σαν πρωταρχική και καθοριστική απέναντι στο Είναι, ο Μαρξισμός υποστηρίζει ότι η συνείδηση του ανθρώπου διαμορφώνεται από τις υπάρχουσες αντικειμενικές συνθήκες.

Αυτό το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που λέγεται συνείδηση και που ξεχωρίζει τον άνθρωπο από την υπόλοιπη φύση, αναπτύχθηκε όταν κάποια στιγμή ο άνθρωπος έπαψε να προσαρμόζεται παθητικά στο φυσικό περιβάλλον.

Με την εμπειρία που συσσωρευόταν και μεταδιδόταν από γενιά σε γενιά, ο άνθρωπος αποκτά την δυνατότητα να προσαρμόζει την φύση στις  ανάγκες του, προσαρμοζόμενος ταυτόχρονα σε αυτήν.

Αυτή η διαδικασία προσαρμογής της φύσης στις ανθρώπινες ανάγκες είναι η εργασία. Όπως είναι λογικό, η μετατροπή των πρώτων υλών που ο άνθρωπος βρίσκει στην φύση σε προϊόντα που καλύπτουν τις ανάγκες του, προϋποθέτει, την γνώση τους καθώς και την ανακάλυψή τους.

Έτσι, η ανθρώπινη φύση που αναπτύσσεται με την παραπάνω διαδικασία, συσσωρεύεται από την κοινωνία, με τέτοιο τρόπο, που να  είναι άμεσα συνδεδεμένη με την εργασία και  να είναι κατορθωτή μόνο εξαιτίας της κοινωνίας.   

Εμφανίζεται λοιπόν η συνείδηση όχι σαν κάτι ξεχωριστό από την ύλη, αλλά σαν το ανώτερο προϊόν της. Η ανθρώπινη συνείδηση γίνεται δημιούργημα και δημιουργός της κοινωνικής εργασίας και ανάγεται σε κοινωνική συνείδηση. Στο πλαίσιο όμως της διαδικασίας αφομοίωσης της αντικειμενικής πραγματικότητας η συνείδηση παρουσιάζεται ξεκομμένη από την πραγματικότητα και αντανακλά πάνω της. Η υλική βάση της κοινωνίας, δηλαδή η οικονομία, καθορίζει τις μορφές του εποικοδομήματος  (πολιτική, δίκαιο, θρησκεία, τέχνη κλπ), ενώ ταυτόχρονα το εποικοδόμημα, όντας σχετικά αυτοτελές, αντεπιδρά πάνω στην υλική βάση της γέννησής του.

Για να υπάρξει συσσώρευση εργασιακής εμπειρίας και γνώσης πρέπει να υπάρχει η κοινωνία σαν αναγκαία προϋπόθεση της ανθρώπινης εργασίας. Έτσι η ανθρώπινη συνείδηση αποκτάει την δυνατότητα να επικεντρώσει στην κοινωνία και στον εαυτό της, πράγμα που μας οδηγεί σε διάφορες μορφές συνείδησης που είναι η Επιστήμη, η Ηθική, η ιδεολογία, η Τέχνη κλπ.

Η ιδεολογία  δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αντανάκλαση του κοινωνικού Είναι και της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και φύσης, σε ένα σύστημα θεωριών, ιδεών και αντιλήψεων που προσπαθούν να εξηγήσουν τόσο την ουσία της κοινωνίας όσο και την λειτουργία και την εξέλιξή της.

Η αντανάκλαση λοιπόν δεν είναι ουδέτερη ή αταξική, αλλά  προκύπτει στο πλαίσιο των συμφερόντων της μιας ή της άλλης τάξης.     

Ο ρόλος της εργασίας

Το δεύτερο βασικό  ζήτημα  της μαρξιστικής φιλοσοφίας για την Αισθητική, αφορά στην εργασία. Για τον  Ένγκελς «η εργασία είναι ο πρώτος βασικός όρος κάθε ανθρώπινης ζωής και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που με μια ορισμένη έννοια πρέπει να πούμε: αυτή δημιούργησε τον άνθρωπο».

Ο Μαρξ τόνιζε ότι η συστηματική πράξη και οι ρόλοι που εμπεριέχονται σε αυτήν έχουν μια πιο ισχυρή επίδραση στον σχηματισμό συμπεριφορών από ότι η ανταλλαγή των ιδεών.

Αυτό σημαίνει πως η προσφυγή στην καθαρή φαντασία είναι ανεπαρκής για να μας αλλάξει εμάς τους ίδιους και κατά συνέπεια είναι αυταπάτη να πιστεύουμε πως μπορούμε να ξεπεράσουμε τις συνθήκες εργασίας μας. Στην πραγματικότητα είμαστε ριζωμένοι μέσα στην διαδικασία εκτέλεσης της εργασίας μας.

Για τον Μαρξισμό οι ιδέες  βρίσκονται μέσα στην καθημερινή ζωή και για αυτό δεν μπορεί να είναι πάνω από αυτήν, πάνω από την κοινωνία και την ταξική της διαστρωμάτωση. Οι ιδέες δεν μπορεί να είναι αταξικές.

Στον καπιταλισμό που η κοινωνία χωρίζεται σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους, η εργασία χάνει το ουσιαστικό της περιεχόμενο και από γνώση της φύσης γίνεται κέρδος για αυτούς που κατέχουν τα μέσα παραγωγής και αλλοτρίωση για το λαό.   

Έτσι, η κοινωνική συνείδηση χωρίζεται και αυτή σε ταξική συνείδηση των εξ αντικειμένου συγκρουόμενων τάξεων.

Ως φυσική συνέπεια, η τέχνη που αντανακλά την αντικειμενική πραγματικότητα χωρίζεται και αυτή και γίνεται τέχνη της άρχουσας τάξης και τέχνη του λαού, τέχνη προοδευτική.

Με την μαρξιστική ανάλυση της εργασίας αποκαλύπτονται κάτω από την  φαινομενική αυτονομία της τέχνης οι  πραγματικοί όροι της γένεσης και της εξέλιξης της.

Λαϊκότητα και τέχνη

Η τέχνη είναι αποτέλεσμα ανάγκης που έχει τις ρίζες της στην εργασία, στην γνώση του αντικειμένου της εργασίας του ανθρώπου, της φύσης του, του  κόσμου.

Η λαϊκότητα στην τέχνη σχετίζεται άμεσα με την πορεία της κοινωνικής εξέλιξης. Στις πρωτόγονες κοινωνίες, για παράδειγμα, η τέχνη σαν καλλιτεχνική δραστηριότητα ήταν αναπόσπαστο στοιχείο στην ζωή όλων των μελών της κοινωνίας και σαν αποτέλεσμα του αισθητικού βιώματος του κόσμου ήταν αταξική. Ο άνθρωπος της προϊστορικής περιόδου μιμείται το αντικείμενο του κυνηγιού του, σε όλες τις λεπτομέρειες,  με ένα  νατουραλιστικό τρόπο.

Η τέχνη σαν αποτέλεσμα της συνθετικής γνώσης του κόσμου, που τότε ήταν παραστατική, απεικονίζει αναγκαστικά την πραγματικότητα και σαν ανθρώπινη έκφραση εκείνης της περιόδου αφορά το σύνολο των προϊστορικών ανθρώπων. Δεν έχουμε δηλαδή χωρισμό της τέχνης από τον λαό. Με την εξέλιξη στη διαδικασία της εργασίας, την αλλαγή της οικονομικής βάσης, τον καταμερισμό της εργασίας, περνάμε στην δημιουργία της γεωμετρικής τέχνης.

Με την ανάπτυξη της ταξικής κοινωνίας και τον διαρκώς αυξανόμενο καταμερισμό της εργασίας, η καλλιτεχνική δημιουργία αποκόβεται από τους εργαζόμενους. Στις καπιταλιστικές κοινωνίες ο λαός απομακρύνεται από την τέχνη και η τέχνη από τον λαό. Η τέχνη σε αυτές τις συνθήκες παίρνει την μορφή της λαϊκής τέχνης (λαϊκή μουσική, ποίηση κλπ) και την «επαγγελματική» καλλιτεχνική δημιουργία που είναι περισσότερο προσιτή στις κυρίαρχες τάξεις.

Όμως τι είναι λαϊκότητα στην τέχνη; Για να απαντηθεί το ερώτημα πρέπει πρώτα να απαντήσουμε στο ερώτημα τι είναι λαός;  Ο Λένιν συμπεριελάμβανε στο λαό όλες τις καταπιεζόμενες τάξεις τις κοινωνίας εξαιρώντας  πάντα την εκάστοτε εκμεταλλεύτρια τάξη.

Σύμφωνα με την λενινιστική άποψη τα χαρακτηριστικά της λαϊκότητας στην τέχνη μπορούν να συνοψιστούν:

α . στο ενδιαφέρον για τα σπουδαιότερα προβλήματα που απασχολούν το λαό.

β. στη συγγένεια των ηθικών και αισθητικών ιδανικών του καλλιτέχνη με αυτά του λαού.

γ . στην έκφραση από το έργο τέχνης του πόθου του λαού.

Έτσι η λαϊκότητα ενός έργου τέχνης καθορίζεται όταν το κοινωνικό αισθητικό ιδανικό του, συγκρούεται με την ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης  εκφράζοντας τις προοδευτικές δυνάμεις τις   κάθε εποχής. Κατά συνέπεια,  λαϊκότητα έχει τόσο η λαϊκή – δημοτική τέχνη που δημιουργείται άμεσα από το λαό, όσο και η επαγγελματική τέχνη που εκφράζει την προοδευτική ιδεολογία με τον ένα η τον άλλο τρόπο.

Ο Λένιν υποστήριζε ότι «εκείνο που έχει σημασία δεν είναι η γνώμη μας για την τέχνη. Εκείνο που έχει σημασία δεν είναι επίσης, το τι δίνει η τέχνη σε μερικές εκατοντάδες, ακόμα και σε μερικές χιλιάδες από το σύνολο του πληθυσμού που αριθμεί εκατομμύρια. Η τέχνη ανήκει στο λαό. Οι ρίζες της πρέπει να απλώνονται πολύ βαθιά μέσα στις πλατιές εργαζόμενες μάζες. Πρέπει να συνενώνει τα αισθήματα, τις σκέψεις και την θέληση αυτών των μαζών, να τις ανεβάζει. Πρέπει να αφυπνίζει μέσα σε αυτές τους καλλιτέχνες και να τους αναπτύσσει.» Β. Ι. Λένιν «Σοσιαλισμός και κουλτούρα». Θεμέλιο, Αθήνα 1979.

Σύμφωνα με τον Μπρεχτ για να είναι «λαϊκό» ένα έργο τέχνης πρέπει:

α. Να είναι κατανοητό από τις μεγάλες μάζες, να δανείζεται και να πλουτίζει τον τρόπο έκφρασής τους.

β. Να  υιοθετεί και να στεριώνει τις απόψεις τους.

γ. Να αντιπροσωπεύει το πιο προοδευτικό τμήμα του λαού, ώστε να μπορεί αυτό να αναλάβει την ηγεσία και να είναι κατανοητό και στα άλλα στρώματα του λαού.

δ. Να δένεται με τις παραδόσεις και να τις αναπτύσσει περισσότερο.

ε. Να μεταδίδει στο τμήμα του  λαού που θέλει να πάρει την εξουσία τις κατακτήσεις των τμημάτων εκείνων που βρίσκονται στην εξουσία.

Κατά την ιστορική εξέλιξη της τέχνης, εκφράστηκαν διάφορες απόψεις για την λαϊκότητα, που πολλές φορές δημιουργούσαν σύγχυση ως προς την ουσία της ίδιας της τέχνης (πχ ταύτιση της λαϊκότητας με την άμεση λαϊκή δημιουργία, βλ Ρουσώ κλπ.).

Ο Λέσιγκ υποστηρίζει πως η λαϊκή τέχνη πρέπει να συνδυάζεται με τις προοδευτικές ιδέες να επεξεργάζεται λαϊκές μορφές και θέματα και να χρησιμοποιεί τα καλλιτεχνικά μέσα που δημιουργεί η ιστορικο – κοινωνική εξέλιξη της τέχνης ωθώντας  την λαϊκότητα στο ανώτερο δυνατό σημείο. Ο προοδευτικός καλλιτέχνης έχει χρέος να αφομοιώνει και να αναπτύσσει τη λαϊκή τέχνη ώστε να γίνεται κατανοητή στο λαό, να γίνεται μέσο ανάπτυξης της πάλης του.     

Υπάρχει επίσης η άποψη που ταυτίζει την λαϊκότητα με το πρωτοποριακό, απολυτοποιώντας το διαχωρισμό της «επαγγελματικής» τέχνης από το λαό. Παραβλέπεται έτσι το γεγονός πως όλα τα έργα με λαϊκότητα δεν έγιναν για να κατανοούνται από μία ελίτ, αλλά αντίθετα χρησιμοποιούσαν εκφραστικά μέσα που ήταν κατανοητά για την εποχή τους.

Υπάρχει επίσης η αστική άποψη που ταυτίζει την λαϊκότητα με τη μαζική κουλτούρα. Η ταύτιση βέβαια είναι αυθαίρετη γιατί λαϊκότητα έχει ένα έργο τέχνης που εκφράζει προοδευτικές θέσεις και η μαζική κουλτούρα του καπιταλισμού κάθε άλλο παρά τέτοιες θέσεις εκφράζει. Χαρακτηριστικά της είναι ο ατομικισμός, το χρήμα φετίχ και το κυνήγι του κέρδους, η εμπορευματοποίηση του ίδιου του ανθρώπου.

Η μαζική κουλτούρα του ιμπεριαλισμού δεν έχει καμία σχέση με την κουλτούρα των μαζών. Στόχος της είναι η υποβάθμιση του πολιτιστικού επιπέδου του λαού, η δημιουργία παθητικών ανθρώπων απέναντι στις κοινωνικές εξελίξεις, ο αποπροσανατολισμός, η υποταγή στη «μοίρα» που επιτάσσει το κοινωνικό σύστημα.   

Τέχνη  αντικειμενική πραγματικότητα και ταξικότητα

Η λαϊκότητα στην τέχνη συνδέεται με την ταξικότητα με τέτοιο τρόπο ώστε να αντανακλά  συγκεκριμένες ταξικές αντιλήψεις.

Η ταξική διάρθρωση μιας κοινωνίας διαμορφώνει ιδεολογίες που ανταποκρίνονται στις απόψεις, στις αντιλήψεις και τα συμφέροντα που έχουν οι τάξεις. Κυρίαρχη ιδεολογία είναι η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης, ενώ ταυτόχρονα αναπτύσσεται και η ιδεολογία των καταπιεζόμενων τάξεων. Τα έργα τέχνης εκφράζουν συγκεκριμένη ιδεολογία.

 Για τον μαρξισμό κάθε ιδεολογία είναι  αντανάκλαση του κοινωνικού Είναι, καθώς και της σχέσης της κοινωνίας με την φύση σε ένα σύστημα θεωριών, ιδεών, αντιλήψεων, που τείνουν να εξηγήσουν την ουσία της κοινωνίας, την λειτουργία και την ανάπτυξή της.

Η αντανάκλαση αυτή είναι γνωσιολογική στο βαθμό που η ιδεολογία καθορίζει και αιτιολογεί ένα κοινωνικό πρόγραμμα, ένα σύνολο στόχων για την ανάπτυξη της κοινωνίας, καθώς και τα μέσα για την πραγμάτωση αυτών των στόχων, αλλά και αξιολογική, στο βαθμό που προβάλλει και αιτιολογεί διάφορα ιδανικά, διάφορες πολιτικές, ηθικές, αισθητικές, κοινωνικές αξίες.

Η αξιολογική πλευρά είναι διαλεκτικά δεμένη με την γνωσιολογική πλευρά της αντανάκλασης και δεν περιορίζεται μόνο στα ιδανικά.

Τα έργα τέχνης εκφράζουν το αξιολογικό, αλλά και το γνωσιολογικό στοιχείο της ιδεολογίας, που δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια συγκεκριμένη οπτική της ουσίας της κοινωνίας, της λειτουργίας της και της ανάπτυξής της, από την σκοπιά μιας δεδομένης τάξης. Ένα βασικό ιδεολογικό εμπόδιο στην ανάδειξη του πραγματικού ρόλου της τέχνης είναι η ιδεαλιστική στάση απέναντι στα προβλήματα της αισθητικής.

Τρείς είναι η βασικές κατευθύνσεις της σύγχρονης ιδεαλιστικής αισθητικής. Ο νεοχεγγελιανισμός με κύριο εκπρόσωπο τον B. Croce, ο νεοκαντισμός με τον E. Cassirer  και ο νεοθετικισμός με την γλωσσαναλυτική φιλοσοφία του Wittgenstein. Μέσα από αυτές προβάλλεται ο αισθητικός αγνωστικισμός, ο εκλεκτικισμός και ο σχετικισμός. Στην ουσία τους οι σχολές αυτές της ιδεαλιστικής αισθητικής προβάλλουν μέσα από τον μεταφυσικό ανορθολογισμό, την άρνηση και την υποβάθμιση της σχέσης που έχει η τέχνη με την αντικειμενική πραγματικότητα.

Για την μαρξιστική – λενινιστική αισθητική η σχέση τέχνης και πραγματικότητας καθορίζεται με βάση τη θεωρία της αντανάκλασης. Ο ιδεαλισμός από την μια μεριά υποβαθμίζει την διαδικασία της αντανάκλασης στο επίπεδο του «παθητικού αντικαθρεπτίσματος» και έτσι δεν αποδέχεται ότι η συνείδηση του ανθρώπου όχι μόνο αντανακλά τον αντικειμενικό κόσμο αλλά και τον δημιουργεί  και από την άλλη αρνείται την αντανάκλαση γιατί θέτει ως προτεραιότητα την συνείδηση απέναντι στην ύλη (βλ. Croce).

Σύμφωνα με τον μαρξισμό η τέχνη στο σύνολό της, είναι αντανάκλαση της αντικειμενικής πραγματικότητας με καλλιτεχνικά μέσα, με εικόνες και όχι με έννοιες και θεωρητικές συλλήψεις όπως η επιστήμη και παίρνει μέρος στον ταξικό αγώνα σαν μέσο και όπλο της κάθε τάξης.

Κατά συνέπεια η ταξικότητα διέπει το έργο του κάθε καλλιτέχνη στον ένα ή στον άλλο βαθμό γιατί το καλλιτεχνικό έργο δεν εξαρτάται μόνο από την θέληση και τις επιθυμίες του δημιουργού του, αλλά και από τα αντικειμενικά ταξικά συμφέροντα που προσωποποιούνται στις σκέψεις και τα αισθήματά του.

Η τέχνη εκφράζει πάντα μια συγκεκριμένη κοινωνική και ψυχολογική στάση, συμπυκνώνοντας ανθρώπινες εμπειρίες. Η τέχνη είναι προϊόν και φορέας ιδεολογίας.   

Κάποιες από τις ιδεαλιστικές απόψεις, αντικαθιστούν την υλιστική άποψη περί δύο πολιτισμών με τον «αταξικό»  διαχωρισμό μεταξύ ελιτισμού και μαζικής κουλτούρας.  Βασικό κριτήριο για αυτόν τον διαχωρισμό είναι η έννοια της ποιότητας που αναφέρεται κυρίως στην  μορφή του έργου τέχνης αγνοώντας ή υποβαθμίζοντας την σημασία του περιεχομένου.

Ο Μπρεχτ, κάνοντας κριτική στους καλλιτέχνες που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο απομακρύνονται από την  αντικειμενική πραγματικότητα της ταξικής πάλης, σημείωνε: «αποδίδεται την καμπυλωτή γραμμή μιας καρέκλας όχι την ίδια την καρέκλα. Αποδίδεται το φλογάτο κόκκινο του ουρανού. Όχι το σπίτι που φλέγεται. Σαν ζωγράφοι της άρχουσας τάξης δεν θα χρειαζόσασταν να προκαλέσετε κανένα συγκεκριμένο αίσθημα, όπως την οργή για συγκεκριμένες αδικίες ή τον πόθο για συγκεκριμένα πράγματα, τα οποία κατακρατούνται από τους κρατούντες, κανένα από τα αισθήματα τα δεμένα με την γνώση που αλλάζουν τον κόσμο με συγκεκριμένο τρόπο. Θα δημιουργούσατε μονάχα ολότελα γενικά, συγκεχυμένα, αόριστα αισθήματα, που έχουν την ικανότητα να δοκιμάζουν όλοι, οι κλέφτες και τα θύματα της κλοπής, οι καταπιεσμένοι και οι καταπιεστές».     

Η έννοια λοιπόν της προοδευτικότητας στην τέχνη συνδέεται άμεσα με το ζήτημα της ταξικότητας.  Ο Λένιν υποστήριζε:  «Σε κάθε πολιτισμό υπάρχουν έστω μη αναπτυγμένα στοιχεία δημοκρατικού και σοσιαλιστικού πολιτισμού, γιατί σε κάθε έθνος υπάρχει εργαζόμενη και εκμεταλλευόμενη μάζα, που οι συνθήκες της ζωής τους γεννούν αναπόφευκτα τη δημοκρατική και σοσιαλιστική ιδεολογία. Σε κάθε έθνος όμως υπάρχει και ο αστικός πολιτισμός.  Για αυτό «εθνικός πολιτισμός» γενικά είναι ο πολιτισμός των τσιφλικάδων των, παπάδων, της αστικής τάξης».

Προοδευτική τέχνη είναι η τέχνη που εκφράζει τα συμφέροντα των ανερχόμενων τάξεων και έτσι η λαϊκότητα συνδέεται άμεσα με τον ταξικό χαρακτήρα της τέχνης.

  

(*) Ο Ηλίας Μιχαλαρέας είναι Επιστημονικά Υπεύθυνος ερευνητικών προγραμμάτων του ΔΙΑΠΛΟΥΣ σε συνεργασία με το Τμήμα Βιοπληροφορικής του Ιονίου Πανεπιστημίου, Μέλος της Εθνικής Συντονιστικής Επιτροπής για τα Ναρκωτικά (2020 – 2021),  Πρόεδρος Πανελλήνιας Ένωσης Νοσοκομειακών Ψυχολόγων Π.Ε.ΝΟ.ΨΥ (1996 – 2005) και Μέλος ΔΣ Π.Ε.ΝΟ.ΨΥ,  Πρόεδρος ΕΣΥΝ (2004 – 2015). 

(Επισκέψεις: 1.192 φορές, όπου 1 ημερήσιες)

Σχετικά Άρθρα

Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend