Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντ. Τραμπ, δήλωσε ότι προτίθεται να συνομιλήσει απευθείας με τον πρόεδρο της Ταϊβάν, Λάι Τσινγκ-τε, μια κίνηση που αν επιβεβαιωθεί θα προκαλέσει ευθέως την Κίνα, λίγες μέρες μετά την επίσκεψη του στο Πεκίνο.
«Θα μιλήσω μαζί του. Θα μιλήσω με όλους… θα εργαστούμε πάνω σε αυτό, το πρόβλημα της Ταϊβάν», δήλωσε ο Τραμπ, όταν ρωτήθηκε για το ενδεχόμενο πωλήσεων όπλων στη Ταϊβάν.
Ο Τραμπ χαρακτήρισε τη σχέση του με τον Σι Τζιπίνγκ ως «καταπληκτική», παρά το γεγονός ότι κατά την συνάντηση τους ο πρόεδρος της Κίνας προειδοποίησε για τον κίνδυνο «σύγκρουσης» με τις ΗΠΑ εάν δεν διαχειριστούν σωστά το ζήτημα της Ταϊβάν που έχει αποσχισθεί από την Κίνα.
Παραδοσιακά, οι πρόεδροι των ΗΠΑ δεν είχαν απευθείας συνομιλίες με την ηγεσία της Ταϊβάν από το 1979, όταν αναγνώρισαν την κινεζική κυβέρνηση ως τη μόνη νόμιμη εκπρόσωπο της χώρας. Το 2016, ως εκλεγμένος πρόεδρος και πριν αναλάβει επισήμως τα καθήκοντά του, ο Ντ. Τραμπ είχε μιλήσει τηλεφωνικά με την τότε πρόεδρο της Ταϊβάν, Τσάι Ινγκ-γουέν, προκαλώντας την οργή του Πεκίνου.
Πάντως, με τον Νόμο περί Σχέσεων με την Ταϊβάν του 1979, οι ΗΠΑ συνεχίζουν να παρέχουν όπλα στο νησί, το οποίο πλέον έχει αποκτήσει καθοριστική σημασία λόγω του ανταγωνισμού με την Κίνα. Το συγκεκριμένο πακέτο, αξίας περίπου 14 δισεκατομμυρίων δολαρίων, περιλαμβάνει συστήματα κατά μη επανδρωμένων αεροσκαφών και πυραυλικής αεράμυνας.
Το υπουργείο Εξωτερικών της Ταϊβάν εξέφρασε την ικανοποίηση για την προοπτική συνομιλίας με τον Τραμπ.
Εκπρόσωπος του κινεζικού ΥΠΕΞ σχολίασε ότι η Κίνα «αντιτίθεται σθεναρά στις επίσημες ανταλλαγές (επισκέψεων, συναλλαγών κτλ.) μεταξύ των ΗΠΑ και της Ταϊβάν», συμπληρώνοντας ότι η Κίνα προτρέπει τις ΗΠΑ να «σταματήσουν να στέλνουν λάθος μηνύματα στις αυτονομιστικές δυνάμεις στην Ταϊβάν».