Την περασμένη Τετάρτη, η Βουλή τίμησε τον Σταύρο Ξαρχάκο. Και πολύ σωστά. Στην πραγματικότητα, ήταν ο Σταύρος Ξαρχάκος που τίμησε τη Βουλή με την εκεί παρουσία του.
Στη συναυλία παραβρέθηκαν, ως όφειλαν, πολιτικοί αρχηγοί. Ανάμεσα τους ο πρωθυπουργός Μητσοτάκης και ο αντιπρόεδρός του, ο Χατζηδάκης. Μόνο που αυτοί οι δύο δεν κάθισαν στη συναυλία. Έμειναν για λίγα λεπτά. Και αποχώρησαν. Είχαν, λέει, ανειλημμένες υποχρεώσεις…
Η αλήθεια είναι ότι έψαξα να δω τι συνέβαινε στην Ελλάδα την Πέμπτη το βράδυ, αλλά και τι συνέβαινε στον κόσμο (όπως ξέρετε χωρίς τον Μητσοτάκη και ενίοτε τον Χατζηδάκη δύσκολα λύνονται τα θέματα στον πλανήτη). Εντούτοις δεν εντόπισα κάτι το τόσο συνταρακτικό που θα έπρεπε να περάσει από την δική τους ευφυία για να τακτοποιηθεί. Αλλά ποιος ξέρει. Ίσως να μας διαψεύσει ο ιστορικός του μέλλοντος (για τον ιστορικό του μέλλοντος θα σας πω και παρακάτω) και, τελικά, κάτι πολύ φλέγον να συνέβαινε την Τετάρτη το βράδυ, την ώρα που η Βουλή τιμούσε τον Σταύρο Ξαρχάκο, αλλά ο Μητσοτάκης σηκώθηκε κι έφυγε.
Έτσι, λοιπόν, τι υποψιάζομαι; Υποψιάζομαι (και αυτή η υποψία εδράζεται στη βάση πραγματικών δεδομένων που θα αναφερθούν στη συνέχεια) ότι η μόνη υποχρέωση που είχε ο Μητσοτάκης ήταν η υποχρέωσή του να είναι συνεπής απέναντι στον εαυτό του. Τον αναιδή, τον απρεπή, τον κακομαθημένο εαυτό του.
Μιλώ για το κακομαθημένο πορφυρογέννητο που δεν θα καταλάβει ποτέ γιατί αυτός ο λαός τραγουδάει και θα τραγουδάει την “Άπονη ζωή” του Ξαρχάκου. Μιλώ για ένα αναιδές λουδοβικοειδές που δεν θα αντιληφθεί ποτέ τι τραγουδάει ο ελληνικός λαός μέσα από το “Σαββατόβραδο στην Καισαριανή” του Ξαρχάκου, που δεν θα νιώσει ποτέ τίποτα από εκείνο το “Μάνα μου Ελλάς που τα παιδιά σου σκλάβους ξεπουλάς”.
Το θέμα με το Μητσοτάκη είναι ότι δεν μπορεί να το κρύψει κιόλας πως δεν σκαμπάζει τίποτα από όλα αυτά.
Και είναι κι αυτό ασφαλές δείγμα ότι οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν την Ελλάδα με όρους τουρισμού. Σχετίζονται με τους κατοίκους της με όρους αφέντη-ιθαγενή. Και φυσικά αντιλαμβάνονται την Ιστορία της σαν ένα υποκεφάλαιο της προσωπικής και οικογενειακής τους βιογραφίας.
Εκεί ακριβώς έγκειται η αναίδειά τους όταν λένε πως στην χώρα της Μακρονήσου και της Γιάρου, του ΕΑΤ-ΕΣΑ και της Μπουμπουλίνας, του Ωρωπού και της Καισαριανής, αυτοί λένε ότι ήταν έξι μηνών… εξόριστα στο Παρίσι!
Η αναίδειά τους συνιστά έκφραση της απόστασης που τους χωρίζει από την πραγματική Ελλάδα. Τους καημούς της, τις τραγωδίες της, το μεγαλείο των κανονικών ανθρώπων της. Για αυτούς η Ελλάδα δεν είναι παρά ένας τόπος που η σχέση τους μαζί της είναι ότι γεννήθηκαν για να τον κυβερνήσουν. Δικαιωματικά.
Η συμπεριφορά τους δεν έχει να κάνει, μόνο, με τα προσωπικά τους γνωρίσματα. Βρίσκεται σε ευθεία σχέση με τα πολιτικά και ταξικά τους χαρακτηριστικά. Εκεί οφείλεται η αναίδειά τους όταν λένε “και τι τον νοιάζει το νέο σήμερα αν δολοφονήθηκε ο Γρηγόρης Λαμπράκης”…
Είναι η τάξη τους που είναι «αλλού». Ωστόσο βρίσκεται εδώ. Θρονιασμένη πάνω στην καμπούρα του ελληνικού λαού. Του λαού, που δεν ξέρουμε πότε, αλλά σε αυτόν εναπόκειται να τους στείλει -οψέποτε το αποφασίσει -εκεί που τους αξίζει: «Αλλού». Κι αυτούς και την τάξη τους και την αναίδεια τους και τον λουδοβικισμό τους που δεν κρύβεται.
Υπάρχει, όμως, και κάτι ακόμα που δεν μπορεί να μείνει κρυφό: Από τότε που υπάρχει κράτος νεοελληνικό έχουν περάσει καμιά διακοσαριά πρωθυπουργοί. Όταν το όνομα του ΞΑΡΧΑΚΟΥ θα παραμένει στους αιώνες των αιώνων και όσο υπάρχει Ελλάδα γραμμένο με κεφαλαία στην ιστορία αυτού του τόπου, το όνομα του Μητσοτάκη (να ο ιστορικός του μέλλοντος που λέγαμε παραπάνω) θα είναι πεταμένο μαζί με των ομοίων του εκεί, σε κάποια υποσημείωση της Ιστορίας.