Just in

Όλα τα νέα
Imerodromos logo
 

Ο λαός της Καισαριανής ξαναθυμάται τους 200 – του Νίκου Καραντηνού

Συγκλονιστικό ρεπορτάζ, του κομμουνιστή δημοσιογράφου Νίκου Καραντηνού που δημοσιεύτηκε στον «Ριζοσπάστη» στις 27 Απρίλη 1980 – από το Αρχείο του Ριζοσπάστη 27.4.2022

 Από το Αρχείο του Ριζοσπάστη 27.4.2022

Μέρα μουντή. Πνιγμένη στην ομίχλη. Λένε όσοι τη ζήσανε, πως το πρωινό εκείνο πνιγόσουν. Δεν ανάσαινες. Ηταν Δευτέρα. Ηταν Πρωτομαγιά του 1944. Και το ημερολόγιο έλεγε πως ο ήλιος θα βγαινε στις 5.33…

Από την Κυριακή κιόλας το ρολόι της ζωής για 200 παλληκάρια είχε αρχίσει την αντίστροφη μέτρηση. Ηταν 200 αντιφασίστες. Δεσμώτες όλοι της Ακροναυπλίας κι εξόριστοι της Ανάφης, που η μεταξική δικτατορία, τους είχε παραδόσει στους χιτλερικούς.

Μια τραγωδία με 200 πρωταγωνιστές… Από το Ναπολέοντα Σουκατζίδη ως το νεολαίο το Σόφη. Η πρώτη πράξη γράφτηκε χαράματα, στο Χαϊδάρι. Στο προσκλητήριο του θανάτου. Με την ιαχή της λευτεριάς. Κι η άλλη, όλο το πρωινό, στην αδούλωτη γειτονιά της Καισαριανής: στο Σκοπευτήριο.

ΣΤΗΝ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗ ξανά. Υστερα από 36 χρόνια. Για να γράψουμε (για δεύτερη φορά) αυτό το συγκλονιστικό ρεπορτάζ. Οπως το φέρνουν ολοζώντανο στη μνήμη εκείνοι που άκουσαν τις ριπές. Αυτοί που βρέθηκαν μέσα και κουβάλησαν τους εχτελεσμένους στα καμιόνια. (…)

Ο Στέλιος Φραγκίσκος, Ακροναυπλιώτης, θυμάται:

«Το ξέραμε ότι θα γίνονταν εχτελέσεις το ξέραμε από την προηγούμενη μέρα (την Κυριακή). Ο κόσμος στην Καισαριανή και στις ανατολικές συνοικίες είχε ξεσηκωθεί για να δει πως θα αντιμετώπιζε την κατάσταση. Το πρωί της Δευτέρας άρχισαν να φτάνουν τα καμιόνια. Ολοι τους Ακροναυπλιώτες. Τους γνώριζα σχεδόν όλους.

Ο κόσμος είχε πλησιάσει στο Σκοπευτήριο. Είχε κάνει κλοιό χωρίς βέβαια να μπορεί να πλησιάσει στον εξωτερικό τοίχο γιατί εμποδιζόταν από τους αστυνομικούς. Από τα σημειώματα πούχαν ρίξει οι μελλοθάνατοι, καθώς πλησίαζαν στο Σκοπευτήριο, είχαμε μάθει τι συνέβαινε».

(…)

Μια άλλη μαρτυρία. Της Κούλας Φραγκίσκου, τριάντα πέντε χρονών τότε. Δούλευε στην Αλληλεγγύη.

Πρωτοστάτες

Τη μέρα της Πρωτομαγιάς ήταν λεχώνα δυο μόλις μερών. Στο κρεβάτι άκουσε τις ομοβροντίες. (…)

– Πετάχτηκα πάνω γιατί κατάλαβα πως γίνονταν εχτελέσεις. Δυο μερών καθώς ήμουνα φασκιώθηκα. Ενώ η πεθερά μου φώναζε πως με την κατάσταση πούμουνα θα πέθαινα.

– Εδώ σκοτώνονται τόσοι και τόσοι…

Οι εχτελέσεις άρχισαν με τον ήλιο ψηλά. Οι γυναίκες της Καισαριανής μαζέψανε όσα λουλούδια μπόρεσαν και τα ρίχνανε στους δρόμους. Από τα σπίτια πρόβαιναν γριές με θυμιατά και κεριά. (…)

Δεν πέρασαν πέντε μέρες από το μεγάλο αυτό φονικό, και η Κούλα Φραγκίσκου θα χάσει το παιδί της. Οι γιατροί της είπαν πως έπαθε δηλητηρίαση από το γάλα της. Είχε προλάβει να το ονοματίσει Ειρήνη. (…)

Ο Σπύρος Δημητρίου, 84 χρονών σήμερα, έζησε κι αυτός τις πιο συγκλονιστικές στιγμές, καθώς βρέθηκε μέσα στο Σκοπευτήριο. Είδε τους 200 να φτάνουν. Ακουσε τα τραγούδια, τις ζητωκραυγές. Και έπειτα, ως αργά το μεσημέρι φόρτωνε τους νεκρούς αγωνιστές στα αμάξια για να τους μεταφέρουν στο Γ’ Νεκροταφείο. (…)

Με το τελευταίο αυτοκίνητο – «στην τελευταία παρτίδα καθώς λέει σήμερα» ένα παιδί που δεν θάταν ούτε 16 χρονών κατέβηκε με τον πατέρα του. Είναι αυτό που δεν πρόκειται να σβήσει από τη μνήμη του. Εκείνο το παιδί έρχεται και ξανάρχεται μπροστά στα μάτια του. Το βρήκε ύστερα από την εχτέλεση νάναι πεσμένο πάνω στην αγκαλιά του πατέρα του.

«Το σήκωσα ανάλαφρα και το έβαλα μαζύ με τον πατέρα του μέσα στο αυτοκίνητο για να πάνε έτσι αντάμα και στον τάφο. Στο μεταξύ σαν να επρόκειτο για “σφαχτάρια” έπεφταν στα καμιόνια τα κορμιά. (…)»

Κείνη την ώρα (σ.σ. το μεσημέρι), κι ενώ θάρχιζε το φόρτωμα, μπούκαραν κι οι τσολιάδες στο Σκοπευτήριο. Μερικοί από αυτούς χύμηξαν να πλιατσικολογήσουν. Ρούχα κι άλλα αντικείμενα. Ενας απ’ αυτούς προσπάθησε να πάρει τα παπούτσια του παιδιού (…)

Τούπα:

– Εμείς στους νεκρούς βάζουμε λουλούδια. Κι εσύ πας να πάρεις τα παπούτσια…

ΕΝΑΣ παλιός αγωνιστής πούζησε κι αυτός, τότε από κοντά όλες τις στιγμές της συγκλονιστικής αυτής εχτέλεσης θυμάται:

«Ηταν χαράματα σαν πρωτόφτασε στη γειτονιά μας η είδηση πως θα γίνουν εχτελέσεις. Ο κόσμος ξεχύθηκε προς τους γύρω λόγγους. Βρέθηκα στο Ειδικό Σχολείο, που συνόρευε με τον τοίχο του Σκοπευτηρίου. Οι γυναίκες που πλημμύριζαν τους δρόμους αποσπούσαν κεραμίδια, έβαζαν κεριά και τα τοποθετούσαν πάνω στη μάντρα στις γωνιές των δρόμων. Το τραγούδι ακουγόντανε ολοκάθαρα. Ηταν τραγούδια του αγώνα. Κραυγές για τη λευτεριά. Κάθε τόσο ακούγονταν κι οι ομοβροντιές πούπεφταν για την εκτέλεση είκοσι – είκοσι. Ακούγονταν ακόμη κι οι πιστολιές πούπεφταν αμέσως μετά. Οι χαριστικές βολές.

(…) Η οδός Σκοπευτηρίου ήταν εκείνη τη μέρα και τις άλλες πνιγμένη στα λουλούδια».

Τα αίματα

Η διήγηση προσθέτει κάτι ακόμη. Το αντίκρισαν όσοι ζήσανε αυτό το πρωινό. Εκατοντάδες γυναίκες με πανιά με μπαμπάκια να σφουγγίζουν τα αίματα. Κι άλλες με τα οικογενειακά τους κειμήλια τα κονίσματα πούφεραν σαν ξεσπιτώθηκαν με την προσφυγιά, κονίσματα από τα Βούρλα και τα Ταταύλα. Και πάνω τους έβαζαν μπαμπάκια με το αίμα των αγωνιστών.

Η ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗ είχε την πιο μεγάλη κηδεία. Κάθε σπίτι έμοιαζε νάχει δικό της νεκρό. Οι κοπέλες μοιρολογούσαν. Και μπουκιά ψωμί δεν πήγαινε κείνη τη μέρα στο στόμα. (…)

ΠΡΕΠΕΙ να σημειωθεί πως όλοι, όσοι ξαναθυμήθηκαν εκείνη τη μέρα κομπιάζουν. Τα μάτια γιομίζουν δάκρυα. Δεν ξαναπλάθεται αυτή η μέρα δίχως σπαραγμό για όσους τη ζήσανε.

***

Το παραπάνω ρεπορτάζ, πράγματι συγκλονιστικό, γράφτηκε απ’ τον κομμουνιστή δημοσιογράφο Νίκο Καραντηνό και δημοσιεύτηκε στον «Ριζοσπάστη» στις 27 Απρίλη 1980.

Οι συγκλονιστικές μαρτυρίες αποτυπώνουν τον λαϊκό θρήνο και την τιμή που απέδωσε ο λαός της Καισαριανής στους 200 κομμουνιστές της Πρωτομαγιάς του 1944.

Το ρεπορτάζ περιελάμβανε ακόμα συζήτηση με την Ελλη Αλεξίου και ορισμένα απ’ τα μηνύματα των 200 ηρώων κ.ά. Ο περιορισμένος χώρος δεν μας επέτρεψε να παραθέσουμε αποσπάσματα και απ’ αυτά τα σημεία του κειμένου. Θα προσθέσουμε μόνο ένα απ’ τα μηνύματα των εκτελεσμένων:

«Ας μάθει όλη η Ελλάδα, πως ούτε στιγμή δεν χάσαμε την πίστη στην τελική νίκη της Σοβιετικής Ενωσης… Καμιά δύναμη δεν θα μπορέσει να τσακίσει το ΚΚΕ. Το ΚΚΕ θα νικήσει…».

Βλ. περισσότερα:

Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1939-1949, τόμ. Β1, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2018, σελ. 335.

 

Απόψεις