Καταμεσής του θέρους, σύμφωνα με τα συνήθη κοινοβουλευτικά ήθη της χώρας μας, ψηφίστηκε την Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026 στην Ολομέλεια της Βουλής ένα σαρωτικό νομοσχέδιο για τη διαχείριση του νερού. Κύριο χαρακτηριστικό του είναι οι υποχρεωτικές συγχωνεύσεις Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης με την ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ.
Τι σημαίνει αυτό με απλά λόγια; Ύδατα και υποδομές που έως σήμερα αποτελούσαν περιουσία των δήμων – άρα, με την ευρεία έννοια, δημόσια και λαϊκή περιουσία – εντάσσονται σε δύο ανώνυμες εταιρείες εισηγμένες στο χρηματιστήριο. Όσο κι αν προσπαθούν οι κυβερνώντες να μας πείσουν ότι παραμένουν προσηλωμένοι στη διασφάλιση του δημόσιου χαρακτήρα του νερού, η αντίφαση είναι προφανής. Όταν το σημαντικότερο αγαθό για τη ζωή το διαχειρίζονται επιχειρήσεις που λειτουργούν με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, μικρή σημασία έχει ότι το κράτος κατέχει – προς το παρόν – το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών τους. Πρόκειται, λοιπόν, για βαθύτερη διείσδυση του μηχανισμού του κέρδους στην ύδρευση. Αυτό το στοιχείο απασχόλησε δικαιολογημένα σε μεγάλο βαθμό τις κοινωνικές αντιδράσεις του τελευταίου διαστήματος. Είναι σημαντικό, όμως, να σταθούμε και σε κάτι ακόμη, το οποίο δεν απασχόλησε τον δημόσιο διάλογο σε βαθμό ανάλογο της βαρύτητάς του.
Στο άρθρο 35 του νέου νόμου εντάχθηκε η εκτροπή δύο ποταμών της Ευρυτανίας. Ο Καρπενησιώτης και ο Κρικελλοπόταμος σχεδιάζεται να τροφοδοτήσουν, μέσω δύο σηράγγων εκτροπής, τον ταμιευτήρα του Ευήνου και, από εκεί, το υδροδοτικό σύστημα της Αθήνας. Πρόκειται για το σχέδιο «Εύρυτος», το οποίο εξαγγέλθηκε
στις 30 Οκτωβρίου 2025 από την κυβέρνηση, μέσα σε κλίμα «κόκκινου συναγερμού» για τη λειψυδρία. Άλλη μία προσπάθεια απομύζησης φυσικών πόρων από την περιφέρεια για την τροφοδοσία του κέντρου. Μια νέα εκτροπή του Αχελώου, αφού και οι δύο ποταμοί ανήκουν στη λεκάνη απορροής του και τα νερά τους πρόκειται να μεταφερθούν σε άλλη υδατική περιφέρεια.
Ο «Εύρυτος» στην καρδιά της αναδιάρθρωσης
Καθώς, μοιραία, λειτουργούμε αθηνοκεντρικά, λησμονούμε συχνά τι συμβαίνει στην ελληνική επαρχία και ιδιαίτερα στις πιο απομονωμένες περιοχές. Οι κυβερνήσεις, αντίθετα, δεν ξεχνούν τις ορεινές περιοχές. Μπορεί με τις πολιτικές τους να τις οδηγούν σε δημογραφική και παραγωγική συρρίκνωση, θυμούνται όμως πολύ καλά ότι στα βουνά υπάρχουν πολύτιμοι φυσικοί πόροι. Λόγω του πλούσιου αιολικού δυναμικού, σχεδιάζεται η εγκατάσταση ανεμογεννητριών σχεδόν σε κάθε βουνοκορφή της Ελλάδας. Αντίστοιχα, το υδατικό δυναμικό των βουνών γεννά μεγάλο επενδυτικό ενδιαφέρον για μικρά υδροηλεκτρικά έργα σχεδόν σε κάθε υδάτινο σώμα με αξιόλογη παροχή. Και τώρα έρχεται ο «Εύρυτος».
Μέσα σε ένα κλίμα καλλιεργημένου πανικού περί «δίψας της Αθήνας», αποφασίστηκε η Ευρυτανία να αποτελέσει ξανά τροφοδότη φυσικών πόρων της πρωτεύουσας. Εξαγγέλθηκε ένα φαραωνικού τύπου σχέδιο, το οποίο θα οδηγεί τα νερά του Καρπενησιώτη και του Κρικελλοπόταμου στον ταμιευτήρα του Ευήνου. Οι κυβερνητικές εξαγγελίες μιλούν για αξιοποίηση της «περίσσειας» ή των «πλημμυρικών ροών» των ποταμών, ώστε να καλλιεργηθεί η εικόνα μιας ήπιας και σχεδόν ανώδυνης παρέμβασης. Το επίσημο δελτίο Τύπου ανέφερε ότι το όνομα του έργου συμβολίζει την «καλή, ανεμπόδιστη ροή» και ότι θα θωρακίσει την Αττική για τα επόμενα τριάντα χρόνια, με στόχο να ολοκληρωθεί το πρώτο εξάμηνο του 2029, εκατό χρόνια μετά το φράγμα του Μαραθώνα.
Άριστο επικοινωνιακό περιτύλιγμα: αρχαιοπρεπής ονομασία, επετειακές αναφορές, επίκληση μιας επείγουσας ανάγκης και υποσχέσεις «θωράκισης». Πίσω από αυτό, όμως, βρίσκονται έργα υδροληψίας, αναχώματα, δρόμοι πρόσβασης και μεγάλου μήκους σήραγγες σε περιοχές εξαιρετικής φυσικής και αισθητικής αξίας.
Όταν εκδηλώθηκε η άμεση αντίδραση των κατοίκων, το επόμενο στάδιο ήταν η καλλιέργεια συλλογικών ενοχών: «Εσάς στην Ευρυτανία σάς περισσεύει το νερό. Γιατί να μην το δώσετε στην Αθήνα;» και «Τόσοι Ευρυτάνες ζουν στην Αθήνα. Να τους αφήσουμε να διψάσουν;». Καθαρές επικλήσεις στο συναίσθημα, ώστε η εκτροπή να εμφανιστεί ως πράξη αλληλεγγύης. Λες και το ζήτημα είναι μια αντιπαράθεση ανάμεσα στους κατοίκους της Αθήνας και τους κατοίκους της Ευρυτανίας και όχι η διαμόρφωση ενός νέου επιχειρηματικού πεδίου γύρω από το νερό.
Υπάρχει, όμως, ξεκάθαρη απάντηση σε αυτές τις κουτοπονηριές. Το υδροσύστημα της Αθήνας παρουσιάζει αξιοπιστία της τάξης του 99%. Με απλά λόγια, σε 99 από τις 100 περιπτώσεις οι εισροές στους ταμιευτήρες της ΕΥΔΑΠ – Εύηνος, Μόρνος, Υλίκη και Μαραθώνας – είναι υπερδιπλάσιες της κατανάλωσης νερού. Τα στοιχεία της ΕΥΔΑΠ δείχνουν ότι, κατά μέσο όρο, οι εισροές στο σύστημα ανέρχονται σε περίπου 825 εκατομμύρια κυβικά μέτρα ετησίως, ενώ η μέση ετήσια κατανάλωση εδώ και σχεδόν 26 χρόνια κινείται κοντά στα 410 εκατομμύρια κυβικά μέτρα.
Υπάρχουν, επιπλέον, πολύ σοβαρές επιφυλάξεις για την ίδια τη λειτουργικότητα του έργου. Όταν έχουμε χρονιές με περιορισμένες βροχοπτώσεις, τα ποτάμια της Ευρυτανίας εμφανίζουν πολύ μειωμένη παροχή. Πώς θα συμβάλουν τότε στο υδροσύστημα της Αθήνας, αφού δεν θα διαθέτουν καν την υποτιθέμενη «περίσσεια»
νερού; Από την άλλη πλευρά, ο χειμώνας του 2025–2026 είχε άφθονες βροχοπτώσεις. Τόσες, ώστε να λειτουργήσει για λόγους ασφαλείας ο υπερχειλιστής στο φράγμα του Ευήνου, ενώ ταυτόχρονα μεγάλες ποσότητες νερού διοχετεύονταν προς τον Μόρνο. Σε αυτή την περίπτωση, πού ακριβώς θα χωρούσε η «περίσσεια» των νερών από τους ποταμούς της Ευρυτανίας; Όταν βρέχει πολύ στην Ευρυτανία, βρέχει κατά κανόνα και στις λεκάνες Ευήνου και Μόρνου. Όταν υπάρχει ανομβρία, μειώνονται οι παροχές ολόκληρης της περιοχής.
Μια «ρεζέρβα» νερού και ένας νέος κύκλος κερδών
Γιατί, λοιπόν, επιμένουν στο σχέδιο «Εύρυτος»;
Για όσους αγωνιζόμαστε ενάντια σε αυτό το σχέδιο, είναι σαφές ότι αποτελεί αιχμή του δόρατος της επιχειρούμενης αναδιάρθρωσης στον κλάδο του νερού. Η νέα, ισχυρότερη και γεωγραφικά διευρυμένη ΕΥΔΑΠ χρειάζεται επιπλέον ποσότητες νερού για να μπορεί να τροφοδοτεί περισσότερους καταναλωτές και περισσότερες χρήσεις. Μία νέα πόλη στο Ελληνικό. Νερό για αρδευτικές χρήσεις, αφού ο νόμος προβλέπει και την υπαγωγή αρδευτικών δικτύων στην ΕΥΔΑΠ. Νέα κέντρα δεδομένων, τα οποία απαιτούν σημαντικές ποσότητες νερού για την ψύξη τους. Νέες οικιστικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες. Μια «ρεζέρβα», λοιπόν, μια μεγάλη και ασφαλής δεξαμενή φυσικών πόρων είναι ακριβώς ό,τι χρειάζεται η νέα, διευρυμένη ΕΥΔΑΠ.
Παράλληλα, βρισκόμαστε στην έναρξη ενός κύκλου μεγάλων επενδύσεων. Για το σχέδιο «Εύρυτος» είχε αρχικά ανακοινωθεί κόστος περίπου 500 εκατομμυρίων ευρώ. Λίγους μήνες αργότερα η εκτίμηση ανέβηκε στα 750 εκατομμύρια. Τέτοιου ύψους έργα δημιουργούν πολλές και μεγάλες «ευκαιρίες». Και οι ευκαιρίες αυτές προσελκύουν, φυσικά, πολλούς μνηστήρες.
Γι’ αυτό οι άνθρωποι των κινημάτων για το νερό και το περιβάλλον δεν πρέπει να ξεχνούν το σχέδιο «Εύρυτος». Δεν είναι μια υποσημείωση του νομοσχεδίου ούτε ένα απομονωμένο τεχνικό έργο στην Ευρυτανία. Είναι κομβικό γρανάζι της νέας μηχανής που στήνεται στον τομέα του νερού. Εξασφαλίζει μεγαλύτερες διαθέσιμες ποσότητες για την ΕΥΔΑΠ, κάλυψη περισσότερων χρήσεων, διεύρυνση της πελατειακής βάσης και, τελικά, μεγαλύτερα περιθώρια κερδοφορίας. Η εκτροπή των ποταμών της
Ευρυτανίας, συνεπώς, μας αφορά όλους. Δεν αποτελεί μια τοπικιστική αντίδραση τύπου NIMBY, ένα «να μη γίνει στην αυλή μου». Η Ευρυτανία έχει ήδη προσφέρει μεγάλο μερτικό στο κοινό καλό. Με το φράγμα των Κρεμαστών πλημμύρισαν χωριά, εύφορα χωράφια και μνημεία, ενώ ο Υδροηλεκτρικός Σταθμός Κρεμαστών παράγει ετησίως πολλαπλάσια ηλεκτρική ενέργεια από όση καταναλώνει ολόκληρος ο νομός. Την ίδια στιγμή, η περιοχή έχει χάσει το 66% του πληθυσμού της από το 1940 έως το 2021.
Ένας τόπος που αδειάζει δεν μπορεί να αναζωογονηθεί εάν συνεχίσει να παραχωρεί το φυσικό του κεφάλαιο για την ανάπτυξη των αστικών κέντρων. Χρειάζεται τα νερά, τα δάση, τα φαράγγια και τα τοπία του όχι ως εικόνες σε τουριστικά φυλλάδια, αλλά ως πραγματικές προϋποθέσεις ζωής, παραγωγής και παραμονής των ανθρώπων στον τόπο τους.
Το κίνημα μπαίνει στο προσκήνιο
Οι κυβερνώντες και τα επιχειρηματικά συμφέροντα μπορεί να μην ξεχνούν τους φυσικούς πόρους των ορεινών περιοχών. Καθώς, μάλιστα, τα βουνά αδειάζουν σταδιακά από κατοίκους, διάφοροι επιτήδειοι θεωρούν ότι μπορούν να απομυζήσουν αυτούς τους πόρους «αβρόχοις ποσί» – αφού μιλάμε και για ποτάμια. Όμως η κοινωνία, ο λαϊκός παράγοντας, ήταν και παραμένει εδώ.
Αμέσως μετά την εξαγγελία του σχεδίου σχηματίστηκε στο Καρπενήσι η Επιτροπή Αγώνα ενάντια στο σχέδιο «Εύρυτος», συσπειρώνοντας ανθρώπους που παλεύουν για την προστασία της φύσης, τη διατήρηση των τοπίων και την εξασφάλιση ενός καλύτερου μέλλοντος για τις ορεινές περιοχές. Στις 8 Φεβρουαρίου πραγματοποιήθηκε το πρώτο συλλαλητήριο στην πλατεία του Καρπενησίου. Ακολούθησαν ενημερωτικές εκδηλώσεις στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου και στο Καρπενήσι στις 22 Μαρτίου. Οι εκδηλώσεις ανέδειξαν τόσο την ψευδεπίγραφη αναγκαιότητα του έργου όσο και την επιχειρούμενη είσοδο των μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων στον κλάδο του νερού. Έχει ενδιαφέρον ότι η εκδήλωση στο Καρπενήσι συνέπεσε με την Παγκόσμια Ημέρα Νερού. Την ίδια ημέρα, η ΕΥΔΑΠ επέλεξε να δημοσιοποιήσει ειδική ιστοσελίδα για τις «επενδύσεις στο νερό», ενώ η Επιτροπή Αγώνα ενημέρωνε την κοινωνία και καλούσε σε αγώνα ενάντια στις βίαιες παρεμβάσεις στο περιβάλλον. Δύο διαφορετικές επιλογές για μια επετειακή ημέρα. Ίσως και δύο διαφορετικοί κόσμοι.
Κατά τη διάρκεια της άνοιξης του 2026 το ζήτημα άρχισε να «ξεφουσκώνει» επικοινωνιακά. Έπαψε να απασχολεί την επικαιρότητα, ενώ κυκλοφόρησαν πληροφορίες περί χρονικής μετάθεσης της υλοποίησής του. Η Επιτροπή Αγώνα, όμως, δεν επέτρεψε να λησμονηθεί. Υπήρξαν ανακοινώσεις, άρθρα στον Τύπο και συνέχεια στον συντονισμό των κατοίκων. Και μία διαρκής προσπάθεια συλλογής υπογραφών ενάντια στο σχέδιο «Εύρυτος» που, έως τώρα, έχουν φτάσει τις 5.000!
Το καλοκαίρι αποφασίστηκε η πραγματοποίηση ακόμη μίας ανοιχτής εκδήλωσης στο Καρπενήσι, στις 22 Ιουλίου. Μέσα στην – όπως αποδείχθηκε τεχνητή – σιωπή γύρω από τον «Εύρυτο», λίγες ημέρες πριν από την εκδήλωση τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση το νομοσχέδιο για την ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ. Και τότε διαπιστώθηκε ότι όχι μόνο ο «Εύρυτος» δεν είχε ξεχαστεί, αλλά η αρχική διατύπωση του νομοσχεδίου προέβλεπε ότι η εκτροπή θα μπορούσε να υλοποιηθεί «κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης». Ήθελαν να δημιουργήσουν εκ των προτέρων τη νομοθετική βάση για ένα έργο μεγάλης κλίμακας, χωρίς να έχει προηγηθεί η απαραίτητη επιστημονική και περιβαλλοντική τεκμηρίωση και χωρίς το έργο να έχει ενταχθεί μέσα από τις θεσμοθετημένες διαδικασίες στα πρόσφατα εγκεκριμένα Σχέδια Διαχείρισης Λεκανών Απορροής.
Οι κυβερνώντες νόμισαν ότι έχουν να κάνουν με ιθαγενείς που περιμένουν τα καθρεφτάκια των περίφημων «αντισταθμιστικών ωφελημάτων». Η κοινωνία του Καρπενησίου, όμως, πείσμωσε. Το Δημοτικό Συμβούλιο συνεδρίασε εκτάκτως και κατέθεσε αναλυτικό κείμενο στη διαβούλευση, δηλώνοντας την αντίθεσή του στην εκτροπή. Η Επιτροπή Αγώνα συμμετείχε επίσης με δικό της κείμενο. Πέρα, όμως, από τις διαβουλεύσεις που συχνά διεξάγονται απλώς για να «βγει η υποχρέωση», υπάρχει η πραγματική λαϊκή συμμετοχή. Έτσι, στις 22 Ιουλίου, ο κόσμος γέμισε την πλατεία του Καρπενησίου και απαίτησε με μαζικότητα και ζωντάνια να σταματήσουν οι σχεδιασμοί που καταστρέφουν τον τόπο και αγνοούν τον λαό του.
Μια μικρή αλλά πραγματική νίκη
Το νομοσχέδιο που αναδιαρθρώνει τον κλάδο του νερού αποτελεί πλέον νόμο του κράτους, έχοντας ψηφιστεί μόνο από την κυβερνητική πλειοψηφία. Η αντιπολίτευση το καταψήφισε. Δήμοι, Περιφερειακές Ενώσεις Δήμων, σωματεία εργαζομένων, περιβαλλοντικές οργανώσεις, κινήματα πολιτών και επιστημονικοί φορείς αντιτάχθηκαν στο νέο νομοθέτημα με τεκμηριωμένες παρεμβάσεις και κινητοποιήσεις.
Ο αγώνας των ανθρώπων της Ευρυτανίας ενάντια στο σχέδιο «Εύρυτος» δεν πέρασε απαρατήρητος. Υπήρξε μια διαρκής, «ενοχλητική» ηχώ της συλλογικής συνείδησης της περιοχής. Κατάφερε να θέσει τον Δήμο Καρπενησίου ενώπιον των ευθυνών του και να οδηγήσει τη δημοτική αρχή σε σαφέστερη και πιο ουσιαστική αντίθεση προς το έργο.
Αντίθετα, η βουλεύτρια Ευρυτανίας κ. Οικονόμου δεν αντιτάχθηκε στο σχέδιο, πέρα από τη διατύπωση ορισμένων χαλαρών ανησυχιών. Στις 7 Μαρτίου 2026 δήλωνε στο STAR Κεντρικής Ελλάδας: «Το νερό είναι ένα συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα για όλους τους πολίτες και πρέπει να διασφαλίζεται. Ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω ποιο ακριβώς κακό μπορεί να προκαλέσουν στην περιοχή δύο αγωγοί που θα μεταφέρουν νερό (…)». Στις 28 Ιουλίου, όμως, στο Κοινοβούλιο εμφανίστηκε αισθητά πιο συγκρατημένη και θυμήθηκε ότι ίσως τελικά να προκαλούν και κάποιο κακό αυτοί οι «δύο αγωγοί». Ανέφερε ότι το σχέδιο έχει εγείρει τεράστιες αντιδράσεις στις τοπικές κοινωνίες και ότι η ίδια προσωπικά δέχεται τα πυρά αυτών των αντιδράσεων. Να, λοιπόν, τα αποτελέσματα της οργανωμένης λαϊκής δράσης. Υπό το βάρος τους, ζήτησε πλήρεις περιβαλλοντικές και υδρολογικές μελέτες, εγγυήσεις και αποφυγή των «κατά παρέκκλιση» διαδικασιών.
Ο υπουργός Περιβάλλοντος αφαίρεσε τελικά από το άρθρο 35 την αρχική διατύπωση για υλοποίηση της εκτροπής Καρπενησιώτη και Κρικελλοπόταμου «κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης». Και δεν είναι αυτή η μοναδική υποχώρηση. Στις αρχικές εξαγγελίες ο «Εύρυτος» παρουσιαζόταν ως έργο κατεπείγουσας ανάγκης. Τον Νοέμβριο του 2025 η διοίκηση της ΕΥΔΑΠ εμφανιζόταν να επιδιώκει την προκήρυξη του διαγωνισμού μέσα στο καλοκαίρι του 2026, με διαδικασίες κατεπείγοντος. Τον Απρίλιο εξακολουθούσε να αναμένεται διαγωνισμός μέσα στο καλοκαίρι, αλλά πλέον «ανοιχτός», καθώς – κατά τις σχετικές δηλώσεις – δεν συνέτρεχαν οι λόγοι για διαδικασίες υπερ-επείγοντος. Τον Ιούνιο, η ειδησεογραφία μιλούσε πια ευθέως για ένα έργο που «χάνει το κατεπείγον», λόγω της βελτίωσης της υδρολογικής εικόνας και της αύξησης των αποθεμάτων.
Φτάσαμε στα τέλη Ιουλίου χωρίς την προκήρυξη που παρουσιαζόταν ως επικείμενη, χωρίς έναρξη εργασιών και χωρίς το έργο να προχωρά με τον σαρωτικό ρυθμό που είχε εξαγγελθεί. Ο αρχικός προγραμματισμός έχει ήδη ανατραπεί στην πράξη. Κανείς δεν πρέπει να θεωρήσει ότι αυτή η μετάθεση ισοδυναμεί με εγκατάλειψη του σχεδίου. Αποδεικνύει, όμως, ότι το «κατεπείγον» δεν ήταν μια αδιαμφισβήτητη φυσική πραγματικότητα, αλλά πολιτικό και επικοινωνιακό εργαλείο. Αποδεικνύει επίσης ότι
η κοινωνική αντίδραση κέρδισε χρόνο – και στον αγώνα ενάντια σε ένα έργο που επιχειρήθηκε να εμφανιστεί ως τετελεσμένο, ο χρόνος είναι πολύτιμος.
Είναι σημαντικές αυτές οι αλλαγές; Η απάντηση είναι διττή. Η Επιτροπή Αγώνα κινείται αταλάντευτα προς την πλήρη ματαίωση μιας παρέμβασης που θα επιφέρει πολλαπλά πλήγματα στα υδάτινα σώματα, στα οικοσυστήματα και στο τοπίο της περιοχής. Από αυτή την άποψη, μόνο η οριστική εγκατάλειψη του σχεδίου μπορεί να θεωρηθεί πραγματική δικαίωση. Από την άλλη πλευρά, όταν η αρχική προσπάθεια βίαιης και νομοθετικά θωρακισμένης επιβολής δεν περνά αυτούσια, όταν η κυβέρνηση αναγκάζεται να υποχωρήσει έστω και ένα βήμα και το ασφυκτικό χρονοδιάγραμμα καταρρέει, διευρύνονται τα περιθώρια δράσης της τοπικής κοινωνίας. Αποδεικνύεται ότι ο αγώνας μπορεί να δημιουργεί ρωγμές ακόμη και σε αποφάσεις που παρουσιάζονται ως ειλημμένες.
Η διαγραφή της «κατά παρέκκλιση» διάταξης και η ανατροπή του αρχικού χρονοδιαγράμματος δεν ήταν χάρη, δεν ήταν ανταμοιβή της εμπιστοσύνης στο κυβερνητικό έργο. Ήταν αποτέλεσμα της πίεσης που άσκησαν η Επιτροπή Αγώνα, οι κάτοικοι, οι συλλογικοί φορείς, ο Δήμος και όλοι όσοι αρνήθηκαν να δεχθούν ότι η τύχη δύο ποταμών μπορεί να αποφασιστεί ερήμην του τόπου. Ήταν μια μικρή αλλά πραγματική νίκη του κινήματος: κερδήθηκε μια θεσμική υποχώρηση και, ταυτόχρονα, πολύτιμος πολιτικός χρόνος. Όχι μέσα από παζάρια πίσω από κλειστές πόρτες, αλλά μέσα από τη δημόσια, μαζική και επίμονη δράση.
Να μην ξεχαστεί ο «Εύρυτος»
Το κρίσιμο τώρα είναι να μην καλλιεργηθεί κανένας εφησυχασμός. Μία επίμαχη φράση αφαιρέθηκε, αλλά το σχέδιο παραμένει μέσα στον νόμο. Η πολιτική και θεσμική προετοιμασία της εκτροπής συνεχίζεται. Οι οικονομικοί και επιχειρηματικοί λόγοι που γέννησαν το έργο δεν εξαφανίστηκαν. Ο «Εύρυτος» δεν πρέπει να χαθεί πίσω από τις υπόλοιπες – αναμφίβολα σοβαρέ ς– πλευρές του νομοσχεδίου: την εμπορευματοποίηση του νερού, τις βίαιες συγχωνεύσεις των δημοτικών επιχειρήσεων, τη μεταφορά υποδομών και αρμοδιοτήτων και τη συγκέντρωση της διαχείρισης σε μεγάλες ανώνυμες εταιρείες. Αποτελεί οργανικό τμήμα αυτής ακριβώς της μεταρρύθμισης.
Δεν μπορεί να υπάρχει αγώνας για δημόσιο και κοινωνικό νερό χωρίς υπεράσπιση των πηγών του. Δεν μπορεί να καταγγέλλεται η ιδιωτικοοικονομική διαχείρισή του και ταυτόχρονα να περνά σε δεύτερο πλάνο η αφαίρεση των φυσικών πόρων από τις περιοχές όπου γεννιούνται. Το νερό δεν αρχίζει στη βρύση της Αθήνας. Αρχίζει στο βουνό, στη βροχή, στο ρέμα, στο δάσος, στον ποταμό και στο οικοσύστημα που το συγκρατεί και το αναγεννά.
Η υπεράσπιση του Καρπενησιώτη και του Κρικελλοπόταμου δεν αποτελεί μόνο υπόθεση των Ευρυτάνων αλλά είναι μέρος του συνολικού αγώνα ενάντια στη μετατροπή του νερού από κοινωνικό αγαθό σε πρώτη ύλη επενδύσεων και κερδοφορίας. Πρόκειται για αγώνα ενάντια σε ένα μοντέλο που αδειάζει την ορεινή Ελλάδα από ανθρώπους και ύστερα αντιμετωπίζει τα βουνά της ως ακατοίκητες αποθήκες νερού, ενέργειας και πρώτων υλών.
Η πρώτη, έστω μικρή κυβερνητική υποχώρηση μάς δείχνει τον δρόμο. Η οργανωμένη κοινωνία μπορεί να δημιουργήσει ρωγμές, να καθυστερεί σχεδιασμούς, να ανατρέπει τετελεσμένα. Αρκεί να μη λησμονεί, να μην εφησυχάζει και να μην εκχωρεί σε κανέναν το δικαίωμα να οικειοποιείται τις νίκες της.
Ο αγώνας δεν ολοκληρώθηκε. Τώρα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Μέχρι να εγκαταλειφθεί οριστικά το σχέδιο «Εύρυτος».
Μέχρι να αφεθούν τα νερά στον δρόμο τους.
Νίκος Μ. Κατσουλάκος, Δρ Μηχανολόγος Μηχανικός ΕΜΠ, Μέλος της Επιτροπής Αγώνα ενάντια στο σχέδιο «Εύρυτος»
