Μια ιστορική συναυλία για μια ιστορική μορφή της μουσικής, του αγώνα, του λαού μας. Ενα κατάμεστο Παναθηναϊκό Στάδιο που δονείται στα τραγούδια του Μίκη, στα τραγούδια τα δικά τους και τα δικά μας. Ενα σάλπισμα για πάλης ξεκίνημα, για νέους αγώνες. Η συναυλία που διοργάνωσαν η ΚΕ του ΚΚΕ και η οικογένεια του Μίκη Θεοδωράκη, για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου μας συνθέτη, χαράχτηκε ανεξίτηλα στη μνήμη του πλήθους που συμμετείχε, ως μια ιστορική στιγμή. Ενα μεγάλο και ωραίο πλήθος κόσμου έδωσε το «παρών» για να τιμήσει τον μεγάλο μας συνθέτη και τα 100 χρόνια από τη γέννησή του. Ενα μωσαϊκό ανθρώπων όλων των ηλικιών, που με το έργο του συγκινούνται, εμπνέονται, θυμούνται, ονειρεύονται…
Διαβάστε: Kαλλιμάρμαρο: Η σπουδαία συναυλία για τον Μίκη Θεοδωράκη μέσα από συγκλονιστικά βίντεο.
Ηταν εκεί όσοι «δεν συνεμορφώθησαν προς τας υποδείξεις», όσοι έκαναν «τον πόνο όλου του κόσμου αδελφό», όσοι ξέρουν ότι «για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολύ», όσοι παλεύουν «για όλου του κόσμου το ψωμί, το φως και το τραγούδι». Ενα πλήθος που μετατράπηκε σε χορωδία, συνοδεύοντας τους καλλιτέχνες και σείοντας το Στάδιο στα τραγούδια του μεγάλου μας μουσικοσυνθέτη.
Τραγούδι και αγώνας έγιναν «ένα», «δύο έννοιες απόλυτα συγχωνευμένες σε μια ιστορική συναυλία, που αντικειμενικά παίρνει το νόημα μιας ιστορικής διαδήλωσης, ενός ιστορικού λαϊκού συλλαλητηρίου για την καταδίκη του πολέμου», όπως είπε μεταξύ άλλων στην ομιλία του ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Δημήτρης Κουτσούμπας.
Χιλιάδες φωνές σμίγουν με τους λαούς όλου του κόσμου ενάντια στη βαρβαρότητα, «χάλκινο το τραγούδι μας στο στόμα, τίποτα δεν το φίμωσε ακόμα». Ενάντια στη σφαγή του ήρωα παλαιστινιακού λαού από το κράτος – δολοφόνο Ισραήλ. Ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο στη Μ. Ανατολή, ενάντια στους βομβαρδισμούς λαών, που γίνονται θύματα στον βωμό των ασίγαστων ανταγωνισμών για τα μεγαλύτερα κέρδη. Ενάντια στη συμμετοχή της ελληνικής κυβέρνησης στους δολοφονικούς σχεδιασμούς, που μετατρέπουν τη χώρα μας σε θύτη των επιθέσεων σε άλλους λαούς και ταυτόχρονα σε στόχο…
Με την ομορφιά της μουσικής και των τραγουδιών του Μίκη, ένα ολόκληρο στάδιο έστειλε μήνυμα αντίστασης στην ασχήμια ενός κόσμου γερασμένου, δυστυχισμένου. Μήνυμα αντίστασης στον σάπιο κόσμο του πολέμου, στον κόσμου που για «μάρκα ή δολάρια» πραγματοποιεί ακόμα «μακελειό στα Ελ Ζαατάρ».
Το σύνθημα για «Λευτεριά στην Παλαιστίνη» δόνησε την ατμόσφαιρα πολλές φορές κατά τη διάρκεια της μεγάλης αυτής συναυλίας – λαϊκής διαδήλωσης. Το πλήθος που συμμετείχε στη συναυλία εξέφρασε με τα συνθήματά του, και με σημαίες της Παλαιστίνης στις εξέδρες του Σταδίου, την αλληλεγγύη του στον παλαιστινιακό λαό και στον δίκαιο αγώνα του ώστε να έχει πατρίδα.
Μια συγκλονιστική στιγμή έλαβε χώρα όταν τα φώτα άναψαν και οι κερκίδες φωτίστηκαν. Εκατοντάδες σημαίες της Παλαιστίνης υψώθηκαν στις κερκίδες. Χιλιάδες άνθρωποι, που εδώ και καιρό σφίγγουν τα δόντια αντικρίζοντας τους νεκρούς στα χαλάσματα της Γάζας και υψώνουν τις γροθιές τους στους δρόμους σε έκφραση αλληλεγγύης στην πάλη του ηρωικού Παλαιστινιακού λαού, φώναξαν: «Λευτεριά στη Παλαιστίνη».
Ο Διονύσης Τσακνής πήρε θέση στη σκηνή δίπλα στον Παντελή Θαλασσινό, και τραγούδησαν το «Ήταν κάποτε δυό φίλοι», ένα τραγούδι του οποίου τη μουσική ο Μίκης παραχώρησε για να γίνει ο μελλοντικός ύμνος της ελεύθερης, ανεξάρτητης Παλαιστίνης.
Και τα συνθήματα έγιναν τραγούδι, με το πλήθος να τραγουδά για αυτούς που «κάθε βραδιά όρθιοι στην πλαγιά με τον θάνατό τους υψώνουν κάστρα».
Η ιστορική συναυλία ήταν μια βαθιά υπόκλιση στον Μίκη της δημιουργίας! Στον συνθέτη που κατόρθωσε να εκφράσει μέσα από τις μελωδίες του την απεραντοσύνη του κόσμου, το μεγαλείο του «ενεργητικού, μάχιμου και προπαντός όρθιου λαού», την κίνηση της Ιστορίας προς τα μπρος. Γιατί ο Μίκης ήξερε καλά πως ο λαός είναι αυτός που θα κινήσει την Ιστορία προς τα μπρος, πως «σαν χτυπάει ο λαός μας σιέται γη στεριά» και πως με την πάλη του, με την αισιοδοξία, την περηφάνια και τη λεβεντιά του «υψώνει κάστρα».
Ηταν μια τιμή στη μουσική ιδιοφυΐα που μας έμαθε να τραγουδάμε τα λόγια των μεγάλων ποιητών, που με τις μελοποιήσεις του μας χάρισε «το σπάνιο κλειδί που ανοίγει τις μεγάλες πόρτες για να μπούμε στον μαγικό κόσμο της αληθινής Τέχνης».
Ενα στάδιο να σείεται και να τιμά αυτόν που εμπνεύστηκε από τα «Μεγάλα Μεγέθη» της Ιστορίας, τον Μίκη που «οι μπαταρίες του ταλέντου του γέμιζαν μέσα στη ζεστασιά της χειραψίας, μέσα στο αετίσιο βλέμμα του συναγωνιστή, μέσα στις ιαχές των συλλαλητηρίων και στη βοή της μάχης…». Αυτόν που έγινε μέρος της Ιστορίας, καθώς την αφουγκράστηκε και την αγκάλιασε, την ακολούθησε και πέτυχε να την αποτυπώσει στη μεγάλη Τέχνη του, και να την καταστήσει σύμβολο στο μωσαϊκό των πόνων, της χαράς, και κυρίως της αισιόδοξης προοπτικής για έναν λαό που αγωνίζεται για να είναι λεύτερος.

Ολο το ελληνικό τραγούδι τίμησε με την παρουσία του και τις ερμηνείες του από τη σκηνή τον συνθέτη που χωρίς αυτόν η ίδια η μουσική και το τραγούδι θα ήταν αλλιώς. Γιατί το μουσικό έργο του Μίκη Θεοδωράκη αποτελεί τοιχογραφία του 20ού αιώνα στη χώρα μας: Εκεί θα συναντήσουμε τις μεγάλες στιγμές της Ιστορίας, τα μεγάλα διλήμματα, τις μεγάλες αποφάσεις, τις συγκρούσεις, τις ελπίδες, τους αγώνες. Αυτό το τεράστιο έργο ερμήνευσαν χτες στο Καλλιμάρμαρο τραγουδιστές που έκαναν τα πρώτα τους βήματα ερμηνεύοντας το έργο του Μίκη Θεοδωράκη, φωνές – σύμβολα της εργογραφίας του, μαζί με νεότερους μουσικούς και ερμηνευτές, που συνεχίζουν να εμπνέονται από το αιώνιο έργο του.
Στο τέλος όλοι οι ερμηνευτές ανέβηκαν πάνω στη Σκηνή. Όλοι εκεί για τον Μίκη. Για τον αγωνιστή μουσικό, για τον δημιουργό που χωρίς αυτόν το ελληνικό τραγούδι θα ήταν αλλιώς.
Μια συγκλονιστική συναυλία, που έγραψε τη δική της Ιστορία. Μας έκανε όλους μας να αισθανθούμε ότι σηκωθήκαμε ένα μπόι ψηλότερα, ότι τούτο το βράδυ είμαστε «πιο πάνω απ’ όλα τούτα».
Ερμήνευσαν με αλφαβητική σειρά: Γεράσιμος Ανδρεάτος, Ρίτα Αντωνοπούλου, Παντελής Θαλασσινός, Αγγελος Θεοδωράκης, Βιολέτα Ικαρη, Βασίλης Λέκκας, Μανώλης Μητσιάς, Δημήτρης Μπάσης, Γιώτα Νέγκα, Γιώργος Νταλάρας, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Μίλτος Πασχαλίδης, Παναγιώτης Πετράκης, Αλκηστις Πρωτοψάλτη, Αγγελική Τουμπανάκη, Κώστας Τριανταφυλλίδης, Διονύσης Τσακνής, Μαρία Φαραντούρη, Μάριος Φραγκούλης, «Κοινοί Θνητοί».