«Οι πυρκαγιές δεν είναι “φυσική καταστροφή”! Είναι το αποτέλεσμα μιας πολιτικής που αφήνει τα δάση και τον λαό απροστάτευτους» επισημαίνει σε ανακοίνωσή της η Πανεπιστημονική Γεωτεχνικών και Συνεργαζόμενοι, με αφορμή τις νέες μεγάλες πυρκαγιές που εκδηλώθηκαν και φέτος σε διάφορες περιοχές της χώρας. Συγκεκριμένα, στην ανακοίνωσή της η Πανεπιστημονική αναφέρει:
«Για ακόμη μία αντιπυρική περίοδο, η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με μεγάλες δασικές πυρκαγιές: 8 άνθρωποι νεκροί, καμένες εκτάσεις, καταστροφές περιουσιών και τεράστιες επιπτώσεις στα δασικά οικοσυστήματα, στο περιβάλλον και στην ασφάλεια των πολιτών.
Και για ακόμη μία φορά ακούμε τις ίδιες δικαιολογίες: “Ακραίες συνθήκες”, “πρωτόγνωρα φαινόμενα”, “μεγαπυρκαγιές που δεν αντιμετωπίζονται”, “ισχυροί άνεμοι”, “κλιματική κρίση”.
Οι γεωτεχνικοί γνωρίζουμε πολύ καλά ότι καμία επίκληση των καιρικών συνθηκών και καμία επικοινωνιακή διαχείριση δεν μπορεί να κρύψει το βασικό πρόβλημα. Η αντιπυρική προστασία της χώρας εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά, χωρίς ενιαίο σχεδιασμό πρόληψης – προκαταστολής – καταστολής και χωρίς ολοκληρωμένη προστασία και διαχείριση των δασικών οικοσυστημάτων.
Και αυτό δεν προέκυψε σήμερα. Είναι αποτέλεσμα μιας πολιτικής που ακολούθησαν διαχρονικά όλες οι κυβερνήσεις και συνεχίζει σήμερα η κυβέρνηση της ΝΔ. Μιας πολιτικής που αντιμετωπίζει το δάσος και τη γη ως πεδίο οικονομικής δραστηριότητας και κερδοφορίας, ενώ την προστασία τους ως «κόστος» που πρέπει να περιορίζεται.
Λεφτά υπάρχουν – αλλά όχι για ισχυρές Δασικές Υπηρεσίες
Η πραγματικότητα είναι αποκαλυπτική. Εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ κατευθύνονται μέσα από προγράμματα, όπως το AntiNERO, σε εργολαβίες και αναθέσεις, την ίδια στιγμή που οι Δασικές Υπηρεσίες εξακολουθούν να λειτουργούν με σοβαρές ελλείψεις σε επιστημονικό, διοικητικό και εργατοτεχνικό προσωπικό, μέσα, οχήματα και σύγχρονες υποδομές.
Οι πρόσφατες δηλώσεις της κυβέρνησης, διά του Γενικού Γραμματέα Δασών, είναι εξίσου αποκαλυπτικές και προκλητικές όσον αφορά την κυβερνητική πολιτική στα δάση. Τα αντιμετωπίζει ως τον “φτωχό συγγενή” που θα επιβιώσει μέσα από τις ελεημοσύνες των μονοπωλιακών ομίλων σε έργα αποκατάστασης, για να εξασφαλίσουν αυτοί ως χορηγοί τα διάφορα και πολύτιμα “πράσινα credit bonus”. Μίλησε λοιπόν, χωρίς ντροπή, για την “ευγενική χορηγία” τραπεζών στην αποκατάσταση των καμένων εκτάσεων στην πυρκαγιά της Αττικοβοιωτίας: “Οπότε, με την ευγενική βοήθεια —και την ευχαριστώ και εγώ— της Τράπεζας Πειραιώς, η οποία θα είναι ο ιδιώτης ανάδοχος αποκατάστασης, που αναλαμβάνει, δηλαδή, τα έξοδα της μελέτης και των έργων αποκατάστασης…”.
Την ίδια στιγμή συνεχίζεται η απαξίωση των εργαζομένων στη Δασική Υπηρεσία, η οποία μετατρέπεται σε πρωτοκολλητή των “χορηγιών” και των “αναδόχων”, σε τροχονόμο των πυροσβεστικών μέσων που δεν ξέρουν από πού να πάνε να σβήσουν τη δασική πυρκαγιά και γι’ αυτό τους ξεφεύγει. Οι εργαζόμενοι στη Δασική Υπηρεσία περιμένουν με αγωνία το μέλλον και την υποβάθμιση των δασών, όταν θα μπουν μέσα σε αυτά οι ξυλοβιομήχανοι και οι ξυλέμποροι, μετά την κυβερνητική απόφαση για εκχώρηση της διαχείρισής τους σε αυτούς.
Για την περίοδο 2024–2026, τα περίπου 440 εκατ. ευρώ κατευθύνθηκαν σε εργοληπτικές εταιρείες μέσω του AntiNERO, ενώ τα ποσά που έφτασαν στις Δασικές Υπηρεσίες για έργα δασοπροστασίας ήταν δυσανάλογα μικρά (λιγότερα από 3 εκατομμύρια ευρώ για όλη τη χώρα). Είναι πολιτική επιλογή το πού κατευθύνονται οι πόροι.
Αντί να ενισχυθούν αποφασιστικά οι κρατικές Δασικές Υπηρεσίες, ώστε να μπορούν οι ίδιες να σχεδιάζουν, να επιβλέπουν και να υλοποιούν σε μόνιμη βάση έργα πρόληψης και διαχείρισης, επιλέγεται η λογική των αποσπασματικών προγραμμάτων, των εργολαβιών και των αναθέσεων.
Το AntiNERO παρουσιάζεται ως η μεγάλη απάντηση στην πρόληψη
Όμως οι καθαρισμοί από μόνοι τους δεν αποτελούν ολοκληρωμένη δασική διαχείριση και πολύ περισσότερο δεν αποτελούν ολοκληρωμένη αντιπυρική προστασία. Η πρόληψη δεν είναι μια εργολαβία που ξεκινά και τελειώνει. Απαιτεί διαρκή παρουσία στο δάσος, γνώση του οικοσυστήματος, διαχειριστικές και αντιπυρικές μελέτες, δασοτεχνικά έργα, δασικό οδικό δίκτυο, υδατοδεξαμενές, συντήρηση υποδομών, οργανωμένες επίγειες δυνάμεις, δασεργάτες και επιστημονικό προσωπικό.
Απαιτεί, πάνω απ’ όλα, ισχυρή κρατική Δασική Υπηρεσία, πλήρως στελεχωμένη, για να οργανώσει με δικές της δυνάμεις και με πολύ λιγότερο κόστος τη συστηματική και σε επιστημονική βάση διαχείριση και προστασία των δασών. Αυτή η προστασία, ενώ αποτελεί συνταγματική της αρμοδιότητα και άρα κυβερνητική υποχρέωση, έχει πλήρως απαξιωθεί από τη διαχρονικά ασκούμενη δασική πολιτική όλων των μέχρι σήμερα κυβερνήσεων.
Το δάσος δεν προστατεύεται όταν εμφανιστούν οι φλόγες
Εδώ και δεκαετίες η πολιτική της δασοπροστασίας μετατοπίζει συνεχώς το βάρος στην καταστολή. Εμφανίζονται να υπάρχουν περισσότερα εναέρια μέσα, περισσότερη προβολή των επιχειρήσεων κατάσβεσης και κάθε χρόνο η ίδια εικόνα: η δασική πυρκαγιά παίρνει μεγάλες διαστάσεις, αφού δεν μπορεί να κατασβεστεί στο ξεκίνημά της επειδή δεν υπάρχουν εκπαιδευμένες και σωστά διασκορπισμένες μέσα στο δάσος —πριν την έναρξη των πυρκαγιών— επίγειες δυνάμεις, και αρχίζει η συζήτηση για το πόσα αεροπλάνα και ελικόπτερα επιχειρούν.
Κανένα εναέριο μέσο όμως δεν μπορεί να υποκαταστήσει την πρόληψη, την οργανωμένη πρώτη προσβολή και τις επαρκείς επίγειες δυνάμεις.
Η κρίσιμη μάχη μιας δασικής πυρκαγιάς δίνεται πριν αυτή εξελιχθεί σε ανεξέλεγκτο μέτωπο, στο πλαίσιο της διαχείρισης της δασικής βλάστησης και του ενιαίου αντιπυρικού σχεδιασμού όλο τον χρόνο, κάθε χρόνο. Τα εναέρια μέσα λειτουργούν υποστηρικτικά, καθυστερούν την εξέλιξη της δασικής πυρκαγιάς. Η οριστική και πλήρης αντιμετώπισή της απαιτεί κατάλληλα εκπαιδευμένες επίγειες δυνάμεις που γνωρίζουν τον χώρο και βρίσκονται μέσα στο δάσος, και όχι να αναμένουν την πυρκαγιά στον δρόμο.
Και τώρα ανακάλυψαν τις «μεγαπυρκαγιές»
Ακούμε συνεχώς ότι απέναντι στις λεγόμενες megafires “κανείς δεν μπορεί να κάνει τίποτα”. Τα ερωτήματα όμως περιμένουν απάντηση από την κυβέρνηση και τους ασθμαίνοντες γενικούς γραμματείς που “διαφημίζουν την πραμάτεια τους”.
Τι έκαναν:
• Πριν η δασική πυρκαγιά γίνει megafire;
• Για τις μικτές ζώνες δάσους, κατοικίας, τουριστικών επιχειρήσεων, βιομηχανίας και πολυτελών κατοικιών, που δημιουργήθηκαν μέσα από δεκαετίες άναρχης δόμησης και εμπορευματοποίησης της γης;
• Για την επιστημονικά σχεδιασμένη διαχείριση και προστασία του δάσους ως οικοσυστήματος και όχι ως “καύσιμης ύλης”;
• Πώς εξασφάλισαν την πρώτη προσβολή, όπως θα έπρεπε να προβλέπουν οι μελέτες αντιπυρικής προστασίας κατά δασικό σύμπλεγμα;
• Για τη στελέχωση των υπηρεσιών από τις οποίες λείπουν άμεσα 1.500 Δασολόγοι και κατά μέσο όρο το 60% των άλλων ειδικοτήτων (δασοφύλακες, διοικητικόοικονομικό προσωπικό, οδηγοί), ενώ δεν υπάρχει κανένας και χρειάζονται τουλάχιστον 10.000 δασεργάτες για τα δασοτεχνικά έργα, τα έργα πρόληψης και την κατάσβεση των δασικών πυρκαγιών από τα δασαρχεία με αυτεπιστασία;
Δεν μπορούν να κρύψουν ότι η πολιτική των χρήσεων γης όλων των μέχρι σήμερα κυβερνήσεων, που αντιμετωπίζουν και τη δασική γη ως εμπόρευμα, δημιούργησε και γιγάντωσε τη συνύπαρξη κατοικίας, επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και δασών, αυξάνοντας αντικειμενικά την επικινδυνότητα και τις συνέπειες μιας πυρκαγιάς. Δεν μπορεί λοιπόν το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής να παρουσιάζεται σήμερα, με τη στήριξη διάφορων “ειδικών επιστημόνων”, ως ένα νέο και περίπου αναπόφευκτο φυσικό φαινόμενο.
Η “κλιματική κρίση” δεν μπορεί να είναι το άλλοθι για τα πάντα

Κανείς δεν αμφισβητεί ότι οι υψηλές θερμοκρασίες, οι παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας και οι ισχυροί άνεμοι μπορούν να δημιουργήσουν δυσμενέστερες συνθήκες για την εκδήλωση και εξάπλωση μιας πυρκαγιάς. Αυτά τα φαινόμενα όμως επαναλαμβάνονται κάθε 15-20 χρόνια από τους προηγούμενους αιώνες. Τώρα το πήραν χαμπάρι “οι αριστούχοι” τους; Φυσικά όχι!
Εδώ αποκαλύπτεται η τεράστια αντίφαση της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας. Η κυβέρνηση και το εχθρικό για τον λαό κράτος γνωρίζουν πότε οι συνθήκες γίνονται δυσκολότερες, αλλά δεν καταρτίζουν και δεν εφαρμόζουν έναν πραγματικά ολοκληρωμένο σχεδιασμό διαχείρισης και προστασίας των δασών, ιδιαίτερα της αντιπυρικής.
Όσο μεγαλύτερος παρουσιάζεται ο κίνδυνος, τόσο μεγαλύτερη θα έπρεπε να είναι και η κρατική ευθύνη για την αντιμετώπισή του —όχι μικρότερη. Εφόσον λοιπόν αναγνωρίζεται αυξημένος κίνδυνος, γιατί δεν αλλάζουν οι ευρωενωσιακές και κυβερνητικές προτεραιότητες προς περισσότερους πόρους, προσωπικό, μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και ολοκληρωμένη διαχείριση από τις Δασικές Υπηρεσίες;
Το ερώτημα βέβαια είναι ρητορικό, όταν πρόκειται για την πολιτική που με κριτήριο τα κέρδη των επιχειρηματικών ομίλων έχει μετατρέψει δάση και βουνά σε επενδυτικά πεδία ΑΠΕ. Συνέπεια αυτής της πολιτικής είναι οι εγκαταστάσεις των ιδιωτικών ομίλων ενέργειας να λειτουργούν ακόμα και “εμπρηστικά”, από κοινού με το απαρχαιωμένο δίκτυο του ΔΕΔΔΗΕ, όπως αποδεικνύει και η πυρκαγιά που πέρασε από τη Βοιωτία στην Αττική.
Ο “βολικός” ρόλος της πλειοψηφίας του ΔΣ του ΓΕΩΤ.Ε.Ε.
Σε αυτό το τοπίο καταστροφής, η ανακοίνωση της πλειοψηφίας του ΔΣ του ΓΕΩΤ.Ε.Ε. επιβεβαιώνει δυστυχώς τον ρόλο της ως “βολικού” θεσμικού συνομιλητή της κυβέρνησης.
Περιορίζεται σε τεχνοκρατικές διαπιστώσεις περί “επιχειρησιακού σχεδιασμού”, κρύβοντας την πραγματική αιτία των καταστροφών: την εμπορευματοποίηση των δασών και την ιδιωτικοποίηση της δασοπροστασίας. Όταν τα εκατομμύρια του AntiNERO χαρίζονται σε εργολάβους και η διαχείριση παραδίδεται σε τραπεζικούς “χορηγούς” και επιχειρηματικούς ομίλους, η ηγεσία του ΓΕΩΤ.Ε.Ε. προσφέρει ουσιαστικά πολιτικό άλλοθι.
Η προστασία των δασών δεν απαιτεί απλώς “διαχειριστικές βελτιώσεις” και “δημόσια αξιολόγηση του κόστους”, αλλά ανυποχώρητη σύγκρουση με την πολιτική που αντιμετωπίζει τη φύση ως πεδίο κερδοφορίας και την προστασία της ως δημοσιονομικό βάρος.
Δεν θα δεχτούμε να πληρώνουν ξανά τον λογαριασμό οι εργαζόμενοι και ο λαός
Οι γεωτεχνικοί δεν πρόκειται να αποδεχτούμε τον ρόλο του θεατή σε αυτή την πολιτική, που στην ουσία είναι ο πραγματικός “εμπρηστής” και στη συνέχεια αναζητά άλλοθι όταν έρχονται οι καταστροφές.
Διεκδικούμε:
• Πραγματική, 100% αποζημίωση νοικοκυριών, αγροτών και επαγγελματιών.
Απαλλαγή των λαϊκών στρωμάτων που έχουν πληγεί από τις πυρκαγιές από φορολογικές υποχρεώσεις και χρέη προς τράπεζες. Για τους επαγγελματίες να εξασφαλιστεί ότι δεν θα χαθεί καμία ρύθμιση σε εφορία, ασφαλιστικά ταμεία, τράπεζες και παρόχους ενέργειας, καθώς και μέτρα στήριξης του εισοδήματος και επιδότηση των ατομικών ασφαλιστικών εισφορών τους.
• Άμεση κάλυψη όλων των κενών οργανικών θέσεων στην Πυροσβεστική και στις Δασικές Υπηρεσίες με μόνιμο προσωπικό όλων των αναγκαίων ειδικοτήτων. Άμεση μονιμοποίηση όλων των συμβασιούχων.
• Επαρκή και σταθερή κρατική χρηματοδότηση για τη διαχείριση, προστασία και αντιπυρική θωράκιση των δασών.
• Εκπόνηση και εφαρμογή διαχειριστικών και αντιπυρικών μελετών με βάση τις πραγματικές ανάγκες κάθε δασικού οικοσυστήματος.
• Τερματισμό της λογικής των αποσπασματικών εργολαβιών που υποκαθιστούν τον μόνιμο κρατικό μηχανισμό.
• Ενιαίο επιστημονικό σχεδιασμό πρόληψης – προκαταστολής – καταστολής, με ουσιαστική συνεργασία και σαφείς αρμοδιότητες όλων των εμπλεκόμενων υπηρεσιών.
• Ολοκληρωμένη προστασία και διαχείριση των δασικών οικοσυστημάτων με αποκλειστικό γνώμονα την προστασία των δασών, του περιβάλλοντος, της ζωής και της περιουσίας του λαού.
Δεν δεχόμαστε:
• Ως “κανονικότητα” κάθε καλοκαίρι να μετράμε ανθρώπινες ζωές, καμένα στρέμματα και κάθε χειμώνα να φοβόμαστε τις πλημμύρες.
• Να παρουσιάζεται ως “αναπόφευκτη” μια καταστροφή όταν επί δεκαετίες παραμένουν γνωστές και άλυτες οι αιτίες που την τροφοδοτούν.
• Να θυμούνται τους εργαζομένους στις Δασικές Υπηρεσίες μόνο όταν πρέπει να υπογράψουν, να γνωμοδοτήσουν, να επιβλέψουν ή να αναλάβουν ευθύνες, ενώ όταν απαιτούν προσωπικό, χρηματοδότηση και μέσα να αντιμετωπίζονται ως δημοσιονομικό βάρος.
Τα δάση δεν χρειάζονται άλλες επικοινωνιακές καμπάνιες. Δεν χρειάζονται άλλους “σωτήρες” και εργολάβους. Χρειάζονται διαχείριση, πρόληψη, επιστημονικό σχεδιασμό με βάση τις τεράστιες επιστημονικές και τεχνολογικές δυνατότητες της εποχής μας. Και αυτό απαιτεί σύγκρουση με την πολιτική που αντιμετωπίζει το δάσος ως εμπόρευμα, την προστασία του ως κόστος και την καταστροφή του ως μια ακόμη “αναπόφευκτη συνέπεια”».
Πηγή: 902.gr