Απόψεις

«Kurzarbeit» και το ελληνικό κακέκτυπο του «Προσωπικού Ασφαλούς Λειτουργίας» (του Γιώργου Μελισσάρη*)

Δίχως αμφιβολία, η σημερινή υγειονομική κρίση έχει παγκόσμια χαρακτηριστικά, έχει επηρεάσει συστήματα υγείας και οικονομίες πολύ πιο προηγμένων χωρών από τη δική μας, αντιμετωπίζεται δε με διάφορους τρόπους από κάθε χώρα ξεχωριστά, τόσο αναφορικά με τα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας όσο και σε σχέση με τα μέτρα στήριξης επιχειρήσεων και εργαζομένων. Στην Ελλάδα, το πακέτο των μέτρων που έχει λάβει η κυβέρνηση, φανερώνει την πατερναλιστική αντιμετώπιση της κρίσης, με τη στροφή σε κρατικοφιλελεύθερες πολιτικές, ακολουθεί δε τη γενικότερη τάση των κρατών μελών της Ε.Ε.. Κι αυτό γιατί αφενός δεν αφήνει στις λεγόμενες «δυνάμεις της ελεύθερης αγοράς» να ρυθμίσουν μόνες τους την κατάσταση και αφετέρου δεν αφήνει να λειτουργήσει το προστατευτικό πλαίσιο του εργατικού δικαίου που έχει απομείνει μετά τη μνημονιακή λαίλαπα. Ελλείψει της απαραίτητης ρευστότητας όμως, ακριβώς λόγω της υπερδεκαετούς ελληνικής κρίσης, τα μέτρα της κυβέρνησης δεν κατανέμονται ισόρροπα μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων. Ενώ δίνει πολλές δυνατότητες στους εργοδότες να μειώσουν ή και να εξαλείψουν το μισθολογικό κόστος κατά το διάστημα της κρίσης, από την άλλη αρκείται σε μία απλή επιδοματική ενίσχυση για τους εργαζόμενους, ενίσχυση που καμία σχέση με τον ονομαστικό μισθό (όπως γίνεται στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες) ή τις πραγματικές ανάγκες τους έχει. Ο αληθινός αντίκτυπος των μέτρων αυτών, θα διαφανεί την επόμενη μέρα της υγειονομικής κρίσης. Η εκτόξευση της ανεργίας, η καθίζηση κλάδων όπως ο τουρισμός και η τεράστια προβλεπόμενη ύφεση, θα είναι παρούσες για αρκετό καιρό μετά.            

Πώς αντιμετωπίζει όμως η Γερμανία την αναμφισβήτητη και στη λεγόμενη «ατμομηχανή της Ευρωπαϊκής οικονομίας», κρίση; Ο υπουργός Οικονομικών Olaf Scholz δήλωσε ότι η χώρα έχει στα χέρια της ένα «μπαζούκα» στον αγώνα της για την προστασία της οικονομίας της από τον ιό. Ποιο είναι αυτό το υπερόπλο (για το οποίο μάλιστα οι Γερμανοί επαίρονται ότι είναι από τα πλέον δημοφιλή εξαγώγιμα «προϊόντα» τους); Είναι η επέκταση της πρόσβασης σε ένα κυβερνητικό επιχορηγούμενο σύστημα γνωστό ως Kurzarbeit, το οποίο μεταφράζεται σχεδόν ως «εργασία μικρής διάρκειας». Σύμφωνα με την Anke Hassel, Καθηγήτριας Δημόσιας Πολιτικής στη σχολή Hertie στο Βερολίνο, η Kurzarbeit “είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους η Γερμανία ανέκαμψε τόσο γρήγορα μετά την οικονομική κρίση του 2008-9”. 

Ποιες είναι οι προϋποθέσεις του συστήματος της εργασίας μικρής διάρκειας, δηλ. ουσιαστικά της μείωσης των ωρών εργασίας των εργαζομένων;

— Η περικοπή των ωρών εργασίας πρέπει να οφείλεται σε οικονομικούς λόγους ή περιστάσεις πέρα από τον έλεγχο του εργοδότη (π.χ. επιδημίες, πλημμύρες, κρατική εντολή κλπ.).

— Η περικοπή των ωρών εργασίας πρέπει να είναι αναπόφευκτη και η επιχείρηση πρέπει να έχει κάνει οτιδήποτε είναι δυνατόν να μειωθεί ή να επιλυθεί (π.χ. διευθέτηση χρόνου εργασίας με συλλογικές συμφωνίες κλπ.).

— Η περικοπή των ωρών εργασίας πρέπει να είναι προσωρινής φύσης.

— Η υπηρεσία απασχόλησης (Agentur für Arbeit) πρέπει να έχει ειδοποιηθεί για την περικοπή ώρες εργασίας.

—  Απαγορεύεται η απόλυση του εργαζόμενου κατά το διάστημα εφαρμογής του συστήματος αυτού

— Η περικοπή των ωρών εργασίας πρέπει να είναι σημαντική. Αυτό σημαίνει ότι τουλάχιστον το ένα τρίτο των υπαλλήλων της εταιρείας (από 1-3-2020 έως τέλος του 2020 το ποσοστό αυτό μειώθηκε στο 10% του συνολικού προσωπικού) πρέπει να αντιμετωπίσουν μείωση κατά περισσότερο από 10% και άνω των ακαθάριστων αποδοχών τους              

Ποιες είναι οι συνέπειες της εργασίας μικρής διάρκειας; Οι εταιρείες συμφωνούν με τους υπαλλήλους τους, τα συμβούλια των εργαζομένων ή τις συνδικαλιστικές οργανώσεις να μειώσουν το ωράριο εργασίας για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Οι ώρες εργασίας μπορούν ακόμη να μειωθούν στο μηδέν (η λεγόμενη «εργασίας μηδενικής διάρκειας» “Kurzarbeit null”). Κατά συνέπεια, οι εργαζόμενοι λαμβάνουν μειωμένους μισθούς ανάλογα με το μειωμένο ωράριο εργασίας τους. Η εργασία με μειωμένο ωράριο δεν μπορεί να εφαρμοστεί μονομερώς. Η εφαρμογή της και η καθιέρωση ρυθμίσεων εργασίας μικρής διάρκειας απαιτεί τη σύναψη συμφωνίας με τον επιμέρους εργαζόμενο (σύμβαση εργασίας ή προσθήκη/συμφωνία ad hoc) για τη μείωση του χρόνου εργασίας και της αμοιβής, ή μιας συλλογικής συμφωνίας με τους εκπροσώπους των εργαζομένων (συμβούλια εργαζομένων ή συνδικαλιστικές οργανώσεις). Ο εργοδότης ή ο εκπρόσωπος των εργαζομένων ενημερώνει την τοπική υπηρεσία απασχόλησης για τη συμφωνία και στη συνέχεια η υπηρεσία αποφασίζει χωρίς καθυστέρηση εάν οι όροι πληρωμής του επιδόματος εργασίας μικρής διάρκειας είναι σύμφωνοι με το νόμο. Το χάσμα των αμοιβών επιδοτείται από κρατικό επίδομα (λεγόμενο “επίδομα εργασίας μικρής διάρκειας”) το οποίο αντισταθμίζει τις απώλειες μισθών που απορρέουν από εργασία με μειωμένο ωράριο. Οι εργαζόμενοι θα εξακολουθήσουν να λαμβάνουν ένα σημαντικό κομμάτι των μισθών τους, με το κράτος να προχωράει για να καλύψει μεγάλο μέρος του ελλείμματος. Οι εργοδότες τους λαμβάνουν το Kurzarbeitergeld από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Απασχόλησης (BA), η οποία είναι επίσης υπεύθυνη για την καταβολή παροχών ανεργίας και το πληρώνει ο ίδιος στους εργαζόμενους. Το επίδομα μικρής διάρκειας βασίζεται στο ποσό της καθαρής αμοιβής που χάθηκε. Οι εργαζόμενοι που εργάζονται βραχυπρόθεσμα λαμβάνουν το 60% της καθαρής αμοιβής που χάνουν μέσω του επιδόματος αυτού ενώ οι εργαζόμενοι που έχουν τουλάχιστον ένα παιδί που κατοικεί μαζί τους λαμβάνουν αποζημίωση ύψους 67% των καθαρών αμοιβών που χάνονται. Αν και όταν η κρίση υποχωρήσει, οι εργαζόμενοι μπορούν στη συνέχεια να επανέλθουν στο καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Στο πλαίσιο της δέσμης κρατικών ενισχύσεων, οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης αντισταθμίζονται προσωρινά και από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Απασχόλησης. Εάν ένας εργαζόμενος είχε παράλληλη εργασία πριν από την εισαγωγή της εργασίας μικρής διάρκειας σε άλλο εργοδότη, η καταβολή του επιδόματος δεν επηρεάζεται. Μ’ άλλα λόγια, η αμοιβή που λαμβάνεται από τη δεύτερη εργασία δεν αφαιρείται από το βραχυπρόθεσμο επίδομα. Αν ο υπάλληλος ξεκινάει μια δεύτερη δουλειά ενώ λαμβάνει το επίδομα μικρής διάρκειας, η αμοιβή που εισπράττεται από τη δεύτερη εργασία δεν συμψηφίζεται και δεν αφαιρείται από το βραχυπρόθεσμο επίδομα.              

Και για πόσο καιρό; Το επίδομα εργασίας μικρής διάρκειας μπορεί να καταβληθεί για μέγιστο διάστημα 12 μηνών. Αυτή η περίοδος μπορεί να παραταθεί έως και 24 μήνες με νομοθετική πράξη που εκδίδεται από το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.          

Η ιδέα πίσω από το σχέδιο είναι κυρίως να αποτρέψει την ανεργία για τις επιχειρήσεις και τους εργαζόμενους που αγωνίζονται με μια κρίση που δεν οφείλεται σε δική τους υπαιτιότητα. Σημαίνει επίσης ότι εταιρείες που έχουν επενδύσει πολύ στην εκπαίδευση και την κατάρτιση των εργαζομένων τους δεν χάνουν πολύτιμη τεχνογνωσία που θα χρειαστούν και πάλι στο μέλλον. 

Η Γερμανική κυβέρνηση αναμένει μέχρι το ποσό των 2,35 εκατομμυρίων ανθρώπων να λάβει το Kurzarbeitergeld αυτή τη φορά, κοστίζοντας στο κράτος τουλάχιστον 10 δισεκατομμύρια ευρώ (11,1 δισεκατομμύρια δολάρια). Βέβαια, η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Απασχόλησης έχει τη στιγμή αυτή αποθέματα ύψους 26 δισ. Ευρώ (!!!). Θεωρείται βέβαιο ότι το σύστημα θα εφαρμοστεί ιδιαίτερα τρεις βιομηχανίες-κλειδιά: στην αυτοκινητοβιομηχανία (41%), στη μηχανολογικές κατασκευές (33%) και η ηλεκτρολογικές κατασκευές (32%) καθώς και μια σειρά άλλων βιομηχανικών τομέων. Την πρώτη εβδομάδα μετά την αναζωογόνηση του συστήματος, εγγράφησαν στο σύστημα περισσότερες από 76.000 εταιρείες. Για να δούμε τη διαφορά και να καταλάβουμε ότι η Kurzarbeit μάλλον θα αποτελέσει τη γερμανική «λύση» στην επίδραση της πανδημίας στην τοπική αγορά εργασίας, ο εβδομαδιαίος μέσος όρος πέρυσι ήταν 600 και αυτό ήταν κατά τη διάρκεια μιας περιόδου κατά την οποία ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ και το Brexit ήταν ήδη σε πλήρη έξαρση! Η Volkswagen σχεδιάζει να θέσει 80.000 εργαζόμενους σε όλη τη Γερμανία για εργασία με μειωμένο ωράριο, ενώ η Daimler θα μειώσει τις ώρες για τα περισσότερα από τα 170.000 μέλη της από τις αρχές Απριλίου. Ακόμη και οι θυγατρικές της Deutsche Bank αναμένουν να χρησιμοποιήσουν το πρόγραμμα. (Πηγή DW, Reuters).

Στη σημερινή Ελλάδα της υγειονομικής κρίσης, ένα κακέκτυπο της Kurzarbeit, επιχειρείται να εισαχθεί μέσω του άρθρου ένα της από 20-3-2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, το λεγόμενο «προσωπικό ασφαλούς λειτουργίας». Με τη διάταξη αυτή δίνεται η δυνατότητα στους εργοδότες, χωρίς ενημέρωση, χωρίς διαβούλευση, χωρίς καν να προβάλλουν κάποιο λόγο, να θέτουν με μονομερή απόφασή τους το προσωπικό τους σε εκ περιτροπής εργασία, μειώνοντας αντίστοιχα τόσο το μισθό τους όσο και τις ασφαλιστικές εισφορές. Συγκεκριμένα η διάταξη αναφέρει ότι για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες από την έναρξη ισχύος της ΠΝΠ (δηλ. μέχρι 20-9-2020), o εργοδότης δύναται, με απόφασή του, να ορίζει προσωπικό ασφαλούς λειτουργίας της επιχείρησης ως εξής: α) Κάθε εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται κατ’ ελάχιστο δύο (2) εβδομάδες με περίοδο αναφοράς τον μήνα, συνεχόμενα ή διακεκομμένα, β) Ο ανωτέρω τρόπος οργάνωσης της εργασίας γίνεται ανά εβδομάδα και εντάσσεται σε αυτόν τουλάχιστον το 50% του προσωπικού της επιχείρησης, γ) Εργοδότης που θα εφαρμόσει αυτόν τον τρόπο οργάνωσης της εργασίας υποχρεούται να διατηρήσει τον ίδιο αριθμό εργαζομένων που απασχολούνταν κατά την έναρξη εφαρμογής του. Πέραν του γεγονότος ότι η διάταξη αυτή μπορεί να εφαρμοστεί μονομερώς από τον εργοδότη, δεν έχει καμία πρόνοια για την αποκατάσταση του διαφυγόντος κέρδους για τον εργαζόμενο, δεδομένου ότι με βάση αυτήν, ο μισθός του εκ περιτροπής εργαζόμενου χάνεται οριστικά, ανάλογα με τη μείωση των ωρών εργασίας του. Δεν υπάρχει καμία απολύτως πρόβλεψη για κρατική βοήθεια, αφού ο εκ περιτροπής εργαζόμενος δεν συμμετέχει καν στο πρόγραμμα της έκτακτης οικονομικής ενίσχυσης μέσω της αποζημίωσης ειδικού σκοπού των 800 €, με συνέπεια, σε αρκετές και καθόλου οριακές περιπτώσεις-ιδίως σε μερικώς απασχολούμενους εργαζόμενους, να λαμβάνει μικρότερο μισθό από αυτούς που δεν εργάζονται καθόλου και λαμβάνουν την αποζημίωση ειδικού σκοπού λόγω αναστολής της σύμβασης εργασίας τους!

Είναι προφανές ότι κανένα σύστημα προσωρινής μείωσης ωρών εργασίας δεν μπορεί να έχει αποτελέσματα αν δεν συνοδεύεται από γενναία κρατική στήριξη, όπως γίνεται στη Γερμανία. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις αρχές Απριλίου, το Ινστιτούτο Οικονομικών Μελετών (IFO) ανέφερε ότι η βραχυπρόθεσμη εργασία στη γερμανική βιομηχανία θα αυξηθεί κατά το επόμενο τρίμηνο, ενώ το 25,6% όλων των εταιρειών αναμένεται να χρησιμοποιήσει το σύστημα της Kurzarbeit τους επόμενους τρεις μήνες. Στην Ελλάδα, το ποσοστό των εταιρειών που θα προστρέξουν στο κακέκτυπο του «προσωπικού ασφαλούς λειτουργίας» θα είναι αρκετά υψηλό και ενδεχομένως να βοηθήσει στην επιβίωσή τους (αρκεί τα περιοριστικά μέτρα να μην παραταθούν επί μακρόν), με τη διαφορά όμως ότι οι εργαζόμενοί τους, σε μεγάλο βαθμό, καταδικάζονται σε έσχατη ένδεια.

 

 

 *Ο Γιώργος Μελισσάρης είναι Εργατολόγος – Δικηγόρος

(Επισκέψεις: 708 φορές, όπου 1 ημερήσιες)
Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend