Από τις εκδόσεις ΕΝΤΟΣ κυκλοφορεί το βιβλίο της Αγνής Φουρναράκη Κάποτε Τελειώνουν οι Σιωπές.
Οι διαδρομές, άλλοτε αθόρυβες κι άλλοτε εκκωφαντικές, μιας ατίθασης γυναίκας, βγαλμένης θαρρείς από το σήμερα, γίνονται το αδράχτι για να ξετυλιχτεί όλο το ιστορικό διάβα μιας οικογένειας, μιας ιστορικής αθηναϊκής συνοικίας, μιας χώρας από τη δικτατορία Μεταξά μέχρι και το λυκαυγές του 21ου αιώνα. Κατοχή, Αντίσταση, Απελευθέρωση, Εμφύλιος: Η εποποιία στους δρόμους της φωτιάς, στις φυλακές, στην εξορία, στα πνιγμένα επισκεπτήρια και ο αγώνας της επιβίωσης στα σοκάκια και στους τόπους δουλειάς. Μετεμφυλιακή σκληρότητα, χούντα, μεταπολίτευση: Η «δίκοπη ζωή» συνεχίζεται, ενώ ένα ειρωνικά επίκαιρο οικονομικό και πολιτικό σκάνδαλο έρχεται στο προσκήνιο. Ήρωες στα πεδία των μαχών και ήρωες της καθημερινής ζωής διασταυρώνονται στα μονοπάτια μιας πολυτάραχης ζωής. Ένα ολοζώντανο μωσαϊκό από ετερόκλητους χαρακτήρες αναζητεί την αλήθεια, το δίκιο, την ακριβοπληρωμένη ευτυχία, τη λύτρωση. Θα τα βρει άραγε; Ένας μυθιστορηματικός ιστορικός περίπατος σε ό,τι σφράγισε τη μνήμη.

Η Αγνή von Meijenfeldt-Φουρναράκη, με λογοτεχνική επιδεξιότητα μα και ιστορική ευαισθησία, πλάθει ένα ιστορικό μυθιστόρημα με πρώτη ύλη πραγματικά και συγκλονιστικά γεγονότα, βιωμένα με μόχθο και πόνο από τους ήρωές της. Οι διαδρομές, άλλοτε αθόρυβες κι άλλοτε εκκωφαντικές, μιας ατίθασης γυναίκας, βγαλμένης θαρρείς από το σήμερα, γίνονται το αδράχτι για να ξετυλιχτεί όλο το ιστορικό διάβα μιας οικογένειας, μιας ηρωικής αθηναϊκής συνοικίας, μιας χώρας από τη δικτατορία Μεταξά μέχρι και το λυκαυγές του 21ου αιώνα.
Κατοχή, Αντίσταση, Απελευθέρωση, Εμφύλιος: Η εποποιία στους δρόμους της φωτιάς, στις φυλακές, στην εξορία, στα πνιγμένα επισκεπτήρια και ο αγώνας της επιβίωσης στα σοκάκια και στους τόπους δουλειάς. Μετεμφυλιακή σκληρότητα, χούντα, μεταπολίτευση: Η «δίκοπη ζωή» συνεχίζεται, ενώ ένα ειρωνικά επίκαιρο οικονομικό και πολιτικό σκάνδαλο έρχεται στο προσκήνιο.
Ήρωες στα πεδία των μαχών και ήρωες της καθημερινής ζωής διασταυρώνονται στα μονοπάτια μιας πολυτάραχης ζωής. Ένα ολοζώντανο μωσαϊκό από ετερόκλητους χαρακτήρες αναζητεί την αλήθεια, το δίκιο, την ακριβοπληρωμένη ευτυχία, τη λύτρωση.
Οι διηγήσεις, οι συνομιλίες, η προσωπική έρευνα, η ανάσυρση από το χρονοντούλαπο της Ιστορίας προσώπων και των ιστοριών τους δίνουν ένα χρώμα θερμό και ζωντανό στην αφήγηση. Η αληθοφάνεια, όμως, και η στιβαρότητα δεν αναβλύζει μόνο από τις ίδιες τις ιστορικές πηγές του μυθιστορήματος, μα και από τη φυσικότητα της αφηγηματικής ροής, από τη ρεαλιστικότητα των χαρακτήρων, και ασφαλώς από το συνδυασμό αφήγησης, διαλόγων και παράθεσης αποσπασμάτων από υπαρκτές επιστολές-ντοκουμέντα.
Η εξομολόγηση της ίδιας της συγγραφέως για το πώς οδηγήθηκε στο πόνημά της είναι χαρακτηριστική:
«Ο θείος Νότης σοβαρά άρρωστος, κατάκοιτος. Κάθε φορά που τον έβλεπα, πριν φύγει, ξεσκέπαζα ένα πηγάδι με αναμνήσεις και κοιτούσα κλεφτά μέσα. Μιλούσε με μισόλογα, κουραζόταν εύκολα. Κατοχή, Εμφύλιος με τα αδέρφια και τα ξαδέρφια διεσπαρμένα. Μετεμφυλιακή Ελλάδα, οι δυσκολίες συνεχίζονται. Απριλιανή δικτατορία, πάλι διωγμοί για κάποιους από την οικογένεια. Τα δάκρυα που δεν έλεγαν να στεγνώσουν υπερχείλισαν τα ποτάμια. Τα σωσίβια είχαν όμως χαθεί, έτσι βγήκαν τα κουφάρια στους δρόμους. Ο κουβάς ήταν βαρύς, είχε μακρύ σχοινί και πήγαινε πολύ πιο βαθιά απ’ ό,τι περίμενα. Μου ανέβαζε αναμνήσεις, κραυγές, σιωπές, μαρτυρίες, εικόνες θολές, ψίθυρους, αλλά και χαρούμενες παιδικές φωνές, γάργαρα γελάκια. Να ’ταν τα δικά μας; Δεν ήξερα τι να πρωτοπιάσω, πολλά γλιστρούσαν από τα μουσκεμένα μου χέρια. Ήταν από τον ιδρώτα μου ή βράχηκαν από τα δάκρυα που έπιασα; Οι ιστορίες τους σαν παραμύθια, σαν τιτιβίσματα πουλιών. Κάποιες εικόνες πίσω από ένα κιγκλίδωμα της αυλής μιας φυλακής βγήκαν εμπρός μου. Ένα κοριτσάκι φώναζε ένα όνομα. Η μάνα της την κρατούσε από το χεράκι. ‘’Να, τώρα έρχεται, μας είδε!’’.
Άλλος συγκινημένος, έκανε περιγραφές που δεν περίμενα. ‘’Οι σιωπές τελειώνουν κάποτε’’, είπε. Συγκλονιστικές εικόνες βγήκαν πάλι μπροστά μου: μακάβριοι πίνακες με θηριωδίες που έγιναν από τον διπλανό, τον γείτονα. Οικογένειες που στάθηκαν απέναντι με το όπλο στο χέρι. Ένας ορμητικός χείμαρρος από βλέμματα και χέρια κινούνται κατά πάνω μου, κάνουν απεγνωσμένες προσπάθειες να με αγγίξουν. Αποφάσισα ότι όλοι αυτοί που στέκονται μπροστά μου, θα μπουν κάτω από την πυρωμένη τσίγκινη στέγη μου. Τελικά βρήκα και γράμματα που έγραψαν και έλαβαν οι ήρωές μου, ημερολόγια και κάποια φυλαγμένα άρθρα από εφημερίδες του τότε».