Μεγάλες προσδοκίες προσπαθούν να καλλιεργήσουν η κυβέρνηση και τα αστικά επιτελεία της χώρας μας για την αναβάθμιση του ρόλου της Ελλάδας στους αμερικανικούς σχεδιασμούς «ενεργειακής κυριαρχίας» προκειμένου να «χρυσώσουν το χάπι» του βαθέματος της εμπλοκής στον ενεργειακό πόλεμο.
Η προπαγάνδα της εμπλοκής απογειώθηκε αυτές τις ημέρες, στο φόντο της πραγματοποίησης του 6ου Διατλαντικού Συνεδρίου Ενεργειακής Συνεργασίας (P-TEC)στην Αθήνα, με την ελληνική κυβέρνηση, τους Αμερικανούς και πολλούς υμνητές του Ευρωατλαντισμού να αναμασούν την καραμέλα της εξασφάλισης γεωπολιτικής σταθερότητας και προστασίας των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας από την παρουσία των αμερικανικών ενεργειακών κολοσσών στην Ελλάδα.
Χαρακτηριστικές ωστόσο είναι οι τοποθετήσεις Αμερικανών αξιωματούχων για τα παραπάνω. Παρά τις γενικόλογες υποσχέσεις για «ασφάλεια και σταθερότητα», όταν φτάνουν στο επιμύθιο των ελληνοτουρκικών, ξεκαθαρίζουν πως οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ διαχρονικά «νίπτουν τας χείρας τους» προωθώντας στην ουσία το γκριζάρισμα του Αιγαίου με ΑμερικανοΝΑΤΟϊκή σφραγίδα και εντείνουν τα παζάρια που ανοίγουν τον δρόμο για συνεκμετάλλευση.
Τέτοια είναι τα παραδείγματα των συνεντεύξεων που έδωσαν στα «ΝΕΑ» τόσο ο Αμερικανός υπουργός Ενέργειας, Κρις Ράιτ, όσο και ο πρώην πρέσβης στην Ελλάδα και πρώην βοηθός υπουργός Εξωτερικών για Ενεργειακούς Πόρους των ΗΠΑ, Τζέφρι Πάιατ.
Ο δεύτερος, όταν του ζητήθηκε να απαντήσει στο εάν οι αμερικανικές πρωτοβουλίες στον ενεργειακό τομέα θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε «ευρύτερες συζητήσεις με τη βοήθεια των ΗΠΑ», απάντησε: «(…) Θέλουμε να δούμε αυτά τα ζητήματα ως κινητήρια δύναμη συνεργασίας. Τα γεωπολιτικά ζητήματα είναι περίπλοκα. Η ύπαρξη μεγάλων αμερικανικών εταιρειών ενέργειας με ισχυρή παρουσία στην Ελλάδα είναι φυσικά χρήσιμη. Η παρουσία των ΗΠΑ στην Αλεξανδρούπολη, που προώθησα ως πρεσβευτής, όσον αφορά το FSRU και τη στρατιωτική μας συνεργασία, ήταν γεωοικονομικό έργο, αλλά έχει γεωπολιτικές επιπτώσεις επειδή στέλνει ένα μήνυμα ότι οι ΗΠΑ ενδιαφέρονται, είναι παρούσες και θα υποστηρίξουν την Ελλάδα ως σύμμαχο στο ΝΑΤΟ.
Οι πρωτοβουλίες που περιγράψατε συνάδουν με αυτό. Είναι μακροχρόνια θέση των ΗΠΑ, υπό ρεπουμπλικανικές και δημοκρατικές κυβερνήσεις, να μην παίρνουν θέση σε θαλάσσιες διαφορές. Είναι ένα ζήτημα που πρέπει να επιλυθεί από τις ίδιες τις κυβερνήσεις. Αλλά είμαι βέβαιος ότι οι ΗΠΑ θα συμμετάσχουν.
(…) Οι αμερικανικές εταιρείες, Chevron, ExxonMobil, δεν βλέπουν τους εαυτούς τους ως πολιτικούς παράγοντες».
Στη συνέχεια, ο Πάιατ κλήθηκε να γίνει πιο συγκεκριμένος για το εάν οι ΗΠΑ θα εμπλέκονταν για να διαφυλάξουν τα συμφέροντα των αμερικανικών εταιρειών σε περίπτωση έλλειψης οριοθέτησης ΑΟΖ για το που μπορούν να κάνουν αυτές γεωτρήσεις.
«Αυτά τα ζητήματα δεν είναι ποτέ άσπρο – μαύρο. Δεν λύνονται από τη μια μέρα στην άλλη. Αναζητείται σταδιακή πρόοδος», είπε, και πρόσθεσε: «Είναι πηγή ενθάρρυνσης το γεγονός ότι η γεωπολιτική κατάσταση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας έχει βελτιωθεί σημαντικά από τότε που ήμουν πρεσβευτής στην Αθήνα. (…) Η οικονομική συνεργασία μπορεί σίγουρα να βοηθήσει στη βελτίωση της ατμόσφαιρας. Υπάρχει ήδη ενεργειακή συνεργασία μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Στη θητεία μου ως πρεσβευτή και ως βοηθού υπουργού δεν ήταν πολιτική των ΗΠΑ να παρεμβαίνουν σε αυτά τα ζητήματα, αλλά να ενθαρρύνουν τη συνεργασία, τον άμεσο διάλογο και να στηρίζουν τις εταιρείες τους, να τις ενθαρρύνουν να κάνουν περισσότερα στην περιοχή».
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ, Κρις Ράιτ στη συνέντευξη που έδωσε στα «ΝΕΑ» στο περιθώριο του 6ου Διατλαντικού Συνεδρίου Ενεργειακής Συνεργασίας (P-TEC)
Ο ίδιος υπογράμμισε πως «υπάρχουν πολύ σημαντικοί ενεργειακοί πόροι στην Ανατολική Μεσόγειο ενώ υπάρχει και η προοπτική κατασκευής αγωγών υποδομής ή γραμμών μεταφοράς» και τόνισε τον κρίσιμο ρόλος της Ελλάδας στον αμερικανικό σχεδιασμό. «Πριν, όταν υπήρχε ένα σύστημα ενεργειακού εφοδιασμού που κυριαρχούνταν από τη Ρωσία, η Ελλάδα βρισκόταν στο τέλος ενός από τα πλοκάμια του. Τώρα, η Ελλάδα είναι το σημείο εισόδου. Είναι η πύλη προς την Ευρώπη για το αμερικανικό LNG (…)».
Όταν ρωτήθηκε για τις «εμπλοκές με την Τουρκία» που «θα μπορούσαν να σταθούν εμπόδιο στο να προχωρήσουν μεγάλα ενεργειακά έργα αμερικανικών συμφερόντων στην Ελλάδα», είπε: «Ελπίζω όχι. Η ατζέντα του προέδρου Τραμπ εστιάζει στην ευημερία στο εσωτερικό και στην ειρήνη στο εξωτερικό. Πιστεύουμε ότι η ανάπτυξη του τομέα της ενέργειας ωφελεί τους πολίτες των κρατών, μειώνει το κόστος, διευρύνει τις επιχειρηματικές ευκαιρίες ενώ, επιπλέον, τείνει να δημιουργεί και καλύτερους γείτονες. Ελπίζουμε, λοιπόν, ότι το ίδιο θα συμβεί και με την Ανατολική Μεσόγειο στην Τουρκία, καθώς οι πόροι θα αξιοποιούνται».
Οι τοποθετήσεις των Αμερικανών αξιωματούχων επιβεβαιώνουν πως ο λαός δεν πρέπει να δείξει καμία εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση – σημαιοφόρο των ευρωατλαντικών ενεργειακών σχεδιασμών και στα άλλα κόμματα που της παρέχουν στήριξη.
Τα ενεργειακά «deals» γίνονται με κριτήριο τα συμφέροντα των ενεργειακών ομίλων της Ενέργειας, των εφοπλιστών και των εμπόρων του πανάκριβου LNG, όπως και των επικίνδυνων σχεδιασμών των Ευρωατλαντικών απέναντι στους αντιπάλους τους στην σκακιέρα των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Από 902.gr